Supreme Court allows appeal against bank card debt ruling due to improper consideration of unproven defense arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a First Instance Court decision that had accepted a bank's claim for credit card debt. The defendant argued that the plaintiff's claims were abusive and the contract invalid, but the First Instance Court improperly considered this defense which was not formally raised in the initial complaint. The Court ruled that the First Instance Court committed a procedural error by taking into account arguments not presented in the original filing, thereby violating procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 29γ, 29δ, 29ε of Law 2251/1994; An appeal is admissible when the lower court considers defense arguments not raised in the original complaint, constituting a procedural error that requires remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1528 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1528/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Νάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 789/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 13412/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ' αριθ. 2286/28.1.1994 ΠΔΤΕ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1266/1982, επιτρέπεται η χρηματοδότηση φυσικών προσώπων από πιστωτικά ιδρύματα, με τη μορφή πιστωτικής κάρτας. Διαμέσου αυτής ο κάτοχος της προβαίνει σε αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, με την εξόφληση των υποχρεώσεών του από τον λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 25 - 28 του από 17.7/13.8.1923 ν.δ. "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει, ότι στη δημιουργούμενη από την πιστωτική κάρτα, που εκδίδεται από οικονομικοπιστωτικούς οργανισμούς, τριγωνική σχέση μεταξύ εκδότη, κατόχου και επιχειρηματία, η μεταξύ εκδότη και κατόχου της κάρτας σχέση, κατά την περί τούτου βούληση των μερών, είναι εκείνη της έμμισθης εντολής.
Βάσει της σχέσεως αυτής ο εκδότης της κάρτας (συνήθως τράπεζα) αναλαμβάνει, έναντι πληρωμής σ' αυτόν αμοιβής, να εξοφλεί τις, από τον κάτοχο της κάρτας, εντός του συμφωνηθέντος ορίου χρηματικού ποσού, αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις πληρωμής έναντι των συμβεβλημένων με τον εκδότη της κάρτας επιχειρήσεων, από τις οποίες ο κάτοχος της κάρτας αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες.
Η εξόφληση αυτή γίνεται από τον εκδότη της κάρτας στη συμβεβλημένη επιχείρηση μετά από προσκόμιση από τη δεύτερη στον πρώτο των απαιτουμένων δικαιολογητικών, τα οποία ο κάτοχος της κάρτας έχει υπογράψει κατά τη χρήση της. Με την υπογραφή αυτή παρέχεται η εντολή από τον κάτοχο στην εκδότρια τράπεζα να προβεί στη σχετική καταβολή.
Η σύμβαση εκδόσεως της κάρτας μπορεί να συνδυασθεί με την παροχή δανείου από τον εκδότη της κάρτας (τράπεζα) στον κάτοχο της, βάσει του οποίου ο δεύτερος πιστώνεται αναλαμβάνοντας την υποχρέωση της κατά δόσεις εξοφλήσεως των συνυπολογιζομένων και αντιστοίχων τόκων. Εξάλλου η έννομη σχέση μεταξύ του εκδότη της κάρτας και της συμβεβλημένης επιχειρήσεως διαμορφώνεται κατά την περί τούτου βούληση των μερών και δύναται να προσλάβει τον χαρακτήρα αγοράς απαιτήσεως, εγγυοδοτικής συμβάσεως αφηρημένης υποσχέσεως χρέους ή ιδιορρύθμου συμβάσεως.
Τέλος, η έννομη σχέση μεταξύ κατόχου της κάρτας και συμβεβλημένης επιχειρήσεως δυνατό να είναι αγορά πράγματος (άρθ. 513 ΑΚ), σύμβαση υπηρεσιών (άρθ. 648 ΑΚ) ή σύμβαση έργου (άρθρ. 681 ΑΚ (ΑΠ 1968/2014, ΑΠ 1116/1996).
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (που αντιστοιχεί στο άρθρο 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα) αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όχι μόνον όταν τα πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο της ουσίας τα έλαβε υπόψη, δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως, όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσεως ή λήψεως υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή ή προτάσεως νέων ισχυρισμών, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 315/2021, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 50/2015).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3994/2011 (που εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου ασκήσεως της αγωγής), "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.
Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Μεταβολή της βάσεως της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τηρήσεως προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 389/2010, 391/2010).
Εξ άλλου, με την διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ ορίζεται "Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως" και τέλος με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα "Είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής. Δεν μπορεί επίσης να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός που στηρίζει τη βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, που μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υποθέσεως συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 2070/2007).
Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ συνάγεται περαιτέρω ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.
Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικανικής πιο πάνω αξιώσεως με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 821/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των κατωτέρω μνημονευομένων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη από 16-12-2013 αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εξέθετε ότι ο πατέρας του Τ. Ι. του Γ., που απεβίωσε στις 26-12-2009, ήταν κάτοχος, όσο ζούσε, πιστωτικής κάρτας της εναγομένης (αναιρεσείουσας) που είχε εκδοθεί στο όνομά του.
Ότι μετά τον θάνατο του ο ίδιος ως κληρονόμος του αποποιήθηκε της κληρονομιάς αυτού. Ότι είχε εκδοθεί και μια άλλη δευτερεύουσα πρόσθετη κάρτα στο όνομά του ως πρόσθετου μέλους μετά από αίτηση του πατέρα του, προκειμένου να τη χρησιμοποιεί καθόλο το χρονικό διάστημα που βρισκόταν εκτός Θεσσαλονίκης.
Ότι άμεσα γνωστοποίησε στην εναγομένη την αποποίηση της κληρονομιάς εκ μέρους του, πλην όμως η τελευταία του απέστειλε επιστολή με ανάλυση των ληξιπρόθεσμων οφειλών της πιστωτικής κάρτας του αποβιώσαντος πατέρα του, που ανέρχονται στο ποσό των 11.665,06 ευρώ και ήδη η οφειλή έχει διαμορφωθεί στο ποσό των 15.254,91 ευρώ.
Ζητούσε δε να αναγνωρισθεί ότι (λόγω της εκ μέρους του αποποίησης της κληρονομιάς του πατέρα του) δεν οφείλει το ποσό των 15.254,91 ευρώ στην εναγομένη ή όποιο άλλο ποσό προκύψει μέχρι σήμερα από την ως άνω πιστωτική κάρτα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 789/2016 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη με την αιτιολογία ότι στη σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας είχε περιληφθεί ο όρος με αριθμό 20 σύμφωνα με τον οποίο "Εάν η Τράπεζα χορηγήσει κάρτα έπειτα από αίτηση τρίτου κατόχου ή μη, ο κάτοχος και ο τρίτος ευθύνονται ο καθένας χωριστά ως πρωτοφειλέτες, άλλως παραιτούμενοι των ενστάσεων της διζήσεως και των άρθρων 853 επ.
και 862-868 ΑΚ καθώς επίσης και κάθε συναφούς ενστάσεως για ολόκληρο το ποσό της οφειλής, που προκύπτει από τη χρήση της κάρτας, η οποία εμφανίζεται σε ένα λογαριασμό...". Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 22-6-2016 έφεσή του, με την οποία για πρώτη φορά με σχετικό λόγο ισχυρίσθηκε ότι ο όρος της σύμβασης με αριθμό 20 είναι καταχρηστικός, παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας και ότι προκαλεί σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος αυτού ως καταναλωτή, ήτοι επικαλέσθηκε και στήριξε τον λόγο της έφεσής του στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7ε, ζ, η, ι και ια και των άρθρων 9γ, 9δ και 9ε του ν. 2251/1994.
Ο αναιρεσίβλητος δηλαδή προέβαλε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με τις προτάσεις του, νέους ισχυρισμούς τους οποίους δεν είχε συμπεριλάβει στην ένδικη αγωγή του. Οι ισχυρισμοί αυτοί θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, επί άλλων - πέραν των αρχικώς με την ένδικη αγωγή προβληθέντων- ισχυρισμών. Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν μπορούσαν να προταθούν παραδεκτώς, με τους λόγους της έφεσης για πρώτη φορά, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον δι' αυτών προκαλείτο μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του τους ως άνω, μη νομίμως, προταθέντες ισχυρισμούς, χωρίς να τους αποκρούσει ως δικονομικά απαράδεκτους, αφού με αυτούς μεταβαλόταν ανεπίτρεπτα το αντικείμενο της παρούσας δίκης, έκρινε την έφεση τυπικά και ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και προέβη στην εκδίκαση αυτής, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη.
Ειδικότερα το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 12-7-2001 σύμβασης πιστωτικής κάρτας, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης-εφεσίβλητης (αναιρεσείουσας) και του Τ.
Ι. του Γ. (ήδη αποβιώσαντα πατρός του ενάγοντα- εκκαλούντα) εκδόθηκε από την Τράπεζα επ' ονόματι του η υπ' αριθ. 5278 9000 1118 4350 πιστωτική κάρτα τύπου MASTERCARD) η οποία στις 4-10-2004 αναβαθμίστηκε σε GOLD MASTERCARD προκειμένου να τη χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του. Στην συνέχεια ο ανωτέρω αιτήθηκε μια πρόσθετη κάρτα προς την εναγομένη που αφορούσε τον ίδιο τον υιό του, τον ενάγοντα, και αφού έγινε αίτηση από τον τελευταίο στην εναγόμενη του χορηγήθηκε η υπ' αριθ. 52789010 8706 4476 στο όνομά του ως προσθέτου μέλους προκειμένου να προβαίνει σε αγορές μ' αυτήν, ο δε ενάγων τη χρησιμοποίησε ορισμένες φορές.
Στις 20-12-2009. ο Ι. Τ. του Γ. απεβίωσε και ο ενάγων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού αποποιήθηκε πλήρως την κληρονομιά του αποβιώσαντα πατέρα του δυνάμει της υπ' αριθ. 24/8-1-2010 έκθεσης δηλώσεως αποποιήσεως κληρονομιάς του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης γεγονός που γνωστοποίησε στην εναγόμενη Τράπεζα.
Η εναγόμενη στις 28-2- 2011 απέστειλε στον ενάγοντα επιστολή στην οποία ανέφερε ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές από την ως άνω κύρια πιστωτική κάρτα, ήτοι αυτή που χρησιμοποιούσε ο πατέρας του, ανέρχονται στο ποσόν των 11.665,06 ευρώ. Ο ενάγων αντίστοιχα, απέστειλε εξώδικη απάντηση στην οποία ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ευθύνεται για τις οφειλές του πατέρα του αφού είχε αποποιηθεί της κληρονομιάς.
Η εναγόμενη ανταπάντησε ότι ευθύνεται ως πρόσθετο μέλος με βάση τους όρους της σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας που είχε υπογράψει όταν συμβλήθηκε με την ίδια. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με την εναγόμενη, αφού την αίτηση για χορήγηση πρόσθετης κάρτας υπέβαλε ο πατέρας του Τ. Ι. καθώς και ότι ο ίδιος αποποιούμενος της επαχθείσας σ' αυτόν κληρονομιάς δεν ευθύνεται για τα χρέη αυτής.
Όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων συμβλήθηκε με την εναγόμενη υποβάλλοντας αίτηση χορήγησης πρόσθετης κάρτας την οποία υπέγραψε, ενώ προσκόμισε φωτοτυπία της τότε ισχύουσας αστυνομικής του ταυτότητας. Στο έντυπο της αίτησης αυτής ακριβές αντίγραφο της οποίας προσκομίζεται από αμφότερους τους διαδίκους, συμπληρώθηκαν τα στοιχεία του κυρίου μέλους και τα στοιχεία του Πρόσθετου μέλους.
Η επικεφαλίδα του εντύπου αναγράφει "ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΚΑΡΤΑΣ GOLD MASTERCARD" Στην ενότητα που τιτλοφορείται "ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΚΑΡΤΑ" συμπληρώθηκαν τα στοιχεία (όνομα, ημ/νια γέννησης κ.λπ) από τον ενάγοντα-εκκαλούντα και στο τέλος της σελίδας, (πριν τις υπογραφές) υπάρχει μία παράγραφος η οποία αναφέρει επί λέξει "Το πρόσθετο μέλος δηλώνει ότι έλαβε πλήρη γνώση των όρων της σύμβασης για την χορήγηση της και χρήση της κύριας κάρτας που θα διέπουν και την πρόσθετη πριν την υπογραφή της παρούσας τους οποίους κατανόησε πλήρως και τους αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα".
Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ετέθη καν ημερομηνία επί του έντυπου της αίτησης. Στο κάτω μέρος της σελίδας όπου υπάρχει η αναγραφή "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΜΕΛΟΥΣ" υπέγραψε ο ενάγων-εκκαλών ενώ κάτω από "ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕΛΟΥΣ" υπέγραψε ο αποβιώσας πατέρας του. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην αίτηση αυτοί δεν επισυνάφθηκαν οι όροι της κύριας σύμβασης.
Περαιτέρω, στον όρο υπό αριθμό άρθ. 20 της κύριας σύμβασης, όχι της αίτησης που υπέγραψε ο ενάγων-εκκαλών, την οποία σύμβαση υπογράφει μόνο ο κύριος κάτοχος, Τ. Ι. (αποβιώσας πατέρας ταυ ενάγοντος) αναγράφεται επί λέξει "Εάν η Τράπεζα χορηγήσει κάρτα έπειτα από αίτηση τρίτου κατόχου ή μη, ο κάτοχος και ο τρίτος ευθύνονται ο καθένας χωριστά ως πρωτοφειλέτης, άλλως παραιτούμενοι των ενστάσεων διζήσεως και των άρθ. 853 επ και 862-868 ΑΚ, καθώς επίσης και κάθε συναφούς ενστάσεως για ολόκληρο το ποσό της οφειλής που προκύπτει από την χρήση της κάρτας, η οποία εμφανίζεται σε λογαριασμό που αποστέλλεται στην διεύθυνση κατοικίας του τρίτου, ο οποίος ορίζεται μόνος αρμόδιος για την παραλαβή και κάθε άλλου εγγράφου που αφορά στην κάρτα ή τις κάρτες περιλαμβανόμενης και της κατ' άρθρο 21 ανανέωσής της".
Στον προαναφερόμενο όρο 20 της κύριας σύμβασης, δεν αναγράφεται πουθενά ο όρος πρόσθετη κάρτα, ή πρόσθετο μέλος, ενώ η αίτηση, όπως προεκτέθηκε, για χορήγηση πρόσθετης κάρτας, τιτλοφορείται αίτηση χορήγησης κάρτας πρόσθετου μέλους, χορήγησης πρόσθετης κάρτας, ενώ αναφέρεται η φράση "πρόσθετο μέλος". Περαιτέρω, στον ίδιο όρο 20 της κύριας σύμβασης αναφέρεται "...χορηγήσει κάρτα έπειτα από αίτηση τρίτου κατόχου ή μη, ο κάτοχος και ο τρίτος ευθύνονται ο καθένας χωριστά ως πρωτοφειλέτης, για ολόκληρο το ποσό της οφειλής που προκύπτει από την χρήση της κάρτας".
Χρησιμοποιείται ενικός αριθμός και ο μέσος αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο τρίτος ευθύνεται για την κάρτα την οποία αιτήθηκε, όχι τις κάρτες, δηλαδή την κύρια και την πρόσθετη, εφόσον ο όρος αυτός δεν εμφανίζεται καθόλου στην κύρια σύμβαση. Ο δε πληθυντικός που χρησιμοποιείται στον ίδιο προαναφερόμενο όρο "αρμόδιος για την παραλαβή και κάθε άλλου εγγράφου που αφορά στην κάρτα, ή τις κάρτες περιλαμβανόμενης και της κατ' άρθρο 21 ανανέωσής της" αναφέρεται στην κύρια κάρτα και στην μετέπειτα μετά από ανανέωση της νέα εκδοθείσα κάρτα.
Η διαφοροποίηση των όρων "πρόσθετη κάρτα", "κύρια κάρτα", η χρήση του όρου πρόσθετη κάρτα στην αίτηση χορήγησης αυτής και "πρόσθετου μέλους" και η παντελής έλλειψη των όρων αυτών στην κύρια σύμβαση σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη διατύπωση του όρου 20 όπως αυτή αναλύθηκε παραπάνω, δημιουργεί σύγχυση στον μέσο καταναλωτή ο οποίος δεν είναι εξοικειωμένος με τους όρους, κάτοχος, κ.λ.π.
Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι η κυρία σύμβαση δεν επισυνάφθηκε στην αίτηση πρόσθετης κάρτας, ούτε δόθηκε στον ενάγοντα να την αναγνώσει πριν υπογράψει την αίτηση, ούτε εξηγήθηκε σε αυτόν με σαφήνεια και ακρίβεια από την εναγόμενη-εφεσίβλητη μέσω των εκπροσώπων της ως όφειλε αυτή να πράξει, ότι το πρόσθετο μέλος είναι υπεύθυνος ως πρωτοφειλέτης για όλες τις συναλλαγές που θα πραγματοποιηθούν όχι μόνο από την χρήση της πρόσθετη κάρτας αλλά και από την χρήση της κύρια κάρτας του κυρίου μέλους.
Εξάλλου, η άγνοια του ενάγοντα - εκκαλούντα συνάγεται και από την άμεση απάντηση στην εναγομένη - εφεσίβλητη στην οποία την πληροφορεί για την αποποίηση κληρονομιάς θεωρώντας ότι το προερχόμενο από την χρήση της κάρτας βαρύνει τον αποβιώσαντα πατέρα του, που ήταν το κύριο μέλος της σύμβασης πιστωτικής κάρτας, την κληρονομιά του οποίου αποποιήθηκε.
Πλην όμως, το γεγονός ότι η αίτηση για την πρόσθετη κάρτα δεν αναφέρει όλους τους όρους της κύριας σύμβασης, ενώ από το συνδυασμό των δύο εγγράφων και πάλι δεν συνάγεται με ακρίβεια ότι το πρόσθετο μέλος θα ευθύνεται για τις όλες τις συναλλαγές που ενδέχεται να προκύψουν και από τις δύο κάρτες ενώ τέλος η κύρια σύμβαση δίνεται στο πρόσθετο μέλος με την παράδοση της κάρτας, οπότε η σύμβαση έχει ήδη, καταρτιστεί.
Οι προαναφερόμενοι όροι που καθορίζουν την ευθύνη του πρόσθετου μέλους δεν είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό με αποτέλεσμα ο καταναλωτής - ενάγων, αφενός να μην έχει την δυνατότητα να κατανοήσει την ευθύνη την οποία αναλαμβάνει. Λόγω της αδιαφάνειας των προαναφερόμενων όρων διαταράσσεται έτσι η ισορροπία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, εφόσον ο καταναλωτής- ενάγων-εκκαλών δεσμεύτηκε, χωρίς ο ίδιος να έχει πληροφορηθεί το μέγεθος του κινδύνου και των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει, εξαιτίας της παραβίασης από την εναγομένη -εφεσίβλητη της υποχρέωσης της να διατυπώνει με τρόπο σαφή και κατανοητό, τους όρους των συμβάσεων προσχώρησης που καταρτίζει ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία, ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη, που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της διαφάνειας από την εναγομένη-εφεσίβλητη Τράπεζα εφόσον σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν η σύμβαση πιστωτικής κάρτας που κατήρτισε με τον ενάγοντα-εκκαλούντα καταναλωτή λόγω του αποσπασματικού της χαρακτήρα (δεν παρουσιάσθηκε σε ενιαίο κείμενο η σύμβαση,) και της ασάφειας που δημιουργείται λόγω των διαφορετικών όρων που χρησιμοποιήθηκαν, αφενός στην αίτηση χορήγησης της πρόσθετης κάρτας, αφετέρου στην κυρία σύμβαση ο καταναλωτής-ενάγων εκκαλών δεν μπορούσε να εκτιμήσει βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι' αυτόν, δηλαδή ότι θα ευθύνεται και αυτός ως πρωτοφειλέτης για το σύνολο των χρεώσεων που θα προέκυπταν και από την κυρία και από την πρόσθετη κάρτα.
Οι προαναφερόμενοι όροι της κύριας σύμβασης και της αίτησης για πρόσθετη κάρτα, έτσι όπως διατυπώθηκαν και παρουσιάστηκαν στον καταναλωτή ενάγοντα απέκρυπταν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση. Πρέπει τέλος, να σημειωθεί ότι εναγομένη- εφεσίβλητη Τράπεζα, όπως και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, διαθέτει μια εκτεταμένη και οργανωμένη τεχνοοικονομική δομή και πολυάριθμο εξειδικευμένο προσωπικό και χρησιμοποιεί εξελιγμένα λογισμικά προγράμματα και είναι ιδιαίτερα ευχερές για αυτή να συντάξει τις συμβάσεις έτσι ώστε με σαφήνεια να ενημερώνει τους πελάτες καταναλωτές της για τους κινδύνους που πρόκειται ν' αναλάβουν.
Παρά το γεγονός ότι εναγομένη εφεσίβλητη ώφειλε και μπορούσε να διατυπώσει τους όρους των συμβάσεων έτσι ώστε ο καταναλωτής, κάτοχος πρόσθετης κάρτας να λαμβάνει όλες τις ουσιώδεις πληροφορίες και συγκεκριμένα ότι θα έχει ευθύνη για όλες τις χρεώσεις που θα πραγματοποιούνται και από τις δύο κάρτες και όχι μόνο για τις χρεώσεις που θα πραγματοποιούνται από την πρόσθετη κάρτα που εκδόθηκε στο όνομά του, αυτή παρείχε τις πληροφορίες αποσπασματικά, και με τρόπο ασαφή και διφορούμενο με αποτέλεσμα οι σημαντικές πληροφορίες να μην γνωστοποιούνται στον καταναλωτή και να αναλάβει αυτός υποχρεώσεις τις οποίες ουδέποτε θα αναλάμβανε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση.
Τεκμαίρεται λοιπόν η παραπλανητική παράλειψη της εναγομένης εφεσίβλητης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 2251/1994. όσον αφορά την υποχρέωση του καταναλωτή- ενάγοντα για τις χρεώσεις και των δύο καρτών. Επομένως, οι σχετικοί όροι της σύμβασης προσχώρησης για την χορήγηση πιστωτικής κάρτας που καθορίζουν την ευθύνη του καταναλωτή ενάγοντα-εκκαλούντα είναι καταχρηστικοί και επομένως παράνομοι και άκυροι και κατά συνέπεια ο ενάγων δεν ευθύνεται από την υπογραφείσα σύμβαση και πρέπει να αναγνωριστεί ότι δεν οφείλει να καταβάλει το επίδικο ποσό στην εναγομένη-εφεσίβλητη.
καθώς και οποιοδήποτε ποσό προκύψει από την επίδικη σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Η εκκαλουμένη, λοιπόν, που έκρινε αντίθετα με τα ανωτέρω εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και τις αποδείξεις και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης ως ουσία βάσιμος και αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας, να γίνει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων-εκκαλών δεν έχει υποχρέωση έναντι της εναγόμενης εφεσίβλητης καταβολής ποσού (15.254.91) ευρώ".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, λαμβάνοντας υπόψη τον παραπάνω, μη νομίμως προταθέντα, ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου και χωρίς να απορρίψει αυτόν ως δικονομικά απαράδεκτο, εφόσον έτσι μεταβαλλόταν ανεπίτρεπτα το αντικείμενο της παρούσας δίκης, έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή αυτού ως ουσιαστικά βάσιμη, εφαρμόζοντας, εκτός των άλλων, και τις διατάξεις των άρθρων 2 9γ, 9δ και 9ε του ν. 2251/1994, καίτοι ο παραπάνω ισχυρισμός δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής, υπέπεσε στην από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια καθόσον παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο με το δικόγραφο της αγωγής του.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω αιτίαση, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 13412/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Δικαστήριο , που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ