Legislator Case Law & Legislation
1528/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal on jurisdiction error where single court tried matter reserved for multi-courts.

Case Number 1528/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final appellate decision, finding the lower appellate court erred in jurisdiction. The single-member court of first instance had ruled on an issue that legally belonged to the multi-member court, and the appellate court incorporated this flawed decision. Consequently, the Supreme Court accepted the appeal's first ground, annulled the contested single-member court judgment, and retained the case for a full trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1) and 524(3) of the Code of Civil Procedure; A final appellate decision incorporating a first-instance judgment rendered on a matter reserved for the multi-member court is void for lack of jurisdiction, and the appeal against it is admissible.

Keywords

AI generated
lack of jurisdiction single member court multi member court appellate decision retention of case annulment of judgment procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 524(3) of the Code of Civil Procedure
Article 9bis of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1528 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1528/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και τον διακριτικό τίτλο "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Γιαννούλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Τ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Χ. συζύγου Μ. Τ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου .... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δίκαρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2008 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2011 μη οριστική, 550/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6371/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτά (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 322/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος άσκησής της (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 819/2017, ΑΠ 268/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 6371/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας της, την έφεση της εκκαλούσας- καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", κατά της υπ' αριθ. 550/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ερήμην, επίσης, και αυτής εκδοθείσας) και της συμπροσβαλλομένης μη οριστικής υπ' αριθ. 15/2011 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, κατ' αποδοχή της ανακοπής των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ακυρώθηκε η υπ' αριθ. ...

διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και η από 16-4-2008 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του πρώτου αντιγράφου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Από την προσκομιζόμενη από 18-2-2019 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Δ. Τ. επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της απόφασης αυτής, δημοσιευθείσας στις 28-12-2018, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 18-2-2019, ενώ η αναίρεση ασκήθηκε στις 20-3-2019, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, και συνεπώς, η απόφαση αυτή είχε τελεσιδικήσει κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εφόσον είχε παρέλθει η οριζόμενη στο άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας.

Επομένως, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, εφόσον κατά τα λοιπά ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 απρ. 1 ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΑΠ 765/2021). Σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 3259/2004 "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου.

Κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου "Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.

Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.

Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου". Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2520/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την § 8 του άρθρου 13 του Ν. 2601/1998, "Ως αγρότες θεωρούνται οι ασχολούμενοι με τη γεωργία, κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σηροτροφία, αλιεία και δασοπονία.

Επίσης και όσοι από αυτούς ασχολούνται συμπληρωματικά και με τον αγροτουρισμό, αγροτοβιομηχανία, παραδοσιακή βιοτεχνία και προστασία του φυσικού χώρου, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης και στα πλαίσια του εγκεκριμένου προγράμματος του Υπουργείου Γεωργίας".

Στη συνέχεια, με την υπ` αριθ. 3374/23-10-1998 (ΦΕΚ Β`1108/23-10-1998) κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Γεωργίας, "για την εφαρμογή του Ν. 2520/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2601/1998" ορίστηκε ότι, ως αγροτική εκμετάλλευση νοείται η μονάδα παραγωγής προς πώληση ενός ή περισσοτέρων προϊόντων των κλάδων του αγροτικού τομέα, υπό ενιαία διοίκηση και διαχείριση.

Στις δραστηριότητες της αγροτικής εκμετάλλευσης (αγροτικές δραστηριότητες) εκτός από τις δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, περιλαμβάνονται και οι εξής δραστηριότητες: αα) η διοίκηση, μεταφορά, τυποποίηση, συσκευασία, μεταποίηση, αποθήκευση μέχρι του σταδίου της χονδρικής πώλησης αποκλειστικά των προϊόντων που παράγει η εκμετάλλευση, ββ) οι αγροτουριστικές, αγροτοβιοτεχνικές, δασικές δραστηριότητες και οι δραστηριότητες παραδοσιακής βιοτεχνίας και διατήρησης του φυσικού χώρου, γγ) η λιανική ή χονδρική πώληση των προϊόντων της πρωτογενούς παραγωγής και της πρώτης μεταποίησης.

Ακολούθως, ως κλάδοι του αγροτικού τομέα, σύμφωνα με την ως άνω κοινή Υπουργική Απόφαση, νοούνται: αα) η γεωργία και ως γεωργία νοείται: η φυτική παραγωγή, η ζωϊκή παραγωγή, η οποία περιλαμβάνει την κτηνοτροφία κλπ, η υδατοκαλλιέργεια σε δεξαμενές ξηράς, εφόσον ασκείται από αγρότες στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης, ββ) η δασοπονία, γγ) η αλιεία κλπ (ΑΠ 1406/2018).

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 απαιτείται ο δανειολήπτης να είναι, κατά τον χρόνο χορήγησης των δανείων, κατά κύριο επάγγελμα αγρότης και η οφειλή του να είναι σχετική με την επαγγελματική του αγροτική δραστηριότητα.

Στις διατάξεις που παρατέθηκαν πιο πάνω, δεν γίνεται διάκριση μεταξύ αυτών που ασχολούνται με την πρωτογενή παραγωγή, ανάλογα με την έκταση της δραστηριότητάς τους, ούτως ώστε σε περίπτωση μιας μέσης ή μεγαλύτερης έκτασης άσκησης από αυτούς δραστηριότητας να μη μπορούν να χαρακτηρισθούν αυτοί αγρότες.

Εξάλλου, με την προπαρατεθείσα ομοίως διάταξη ορίζεται ότι στις δραστηριότητες της αγροτικής εκμετάλλευσης, εκτός από τις δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, περιλαμβάνονται και οι εξής δραστηριότητες: αα)..., ββ) ..., γγ) η λιανική ή χονδρική πώληση των προϊόντων της πρωτογενούς παραγωγής και της πρώτης μεταποίησης.

Δηλαδή, δεν μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της δραστηριότητας ως ενασχόλησης με την πρωτογενή παραγωγή, στην περίπτωση που ο ασχολούμενος στον ως άνω τομέα της οικονομίας προβαίνει στη λιανική ή χονδρική πώληση των προϊόντων της πρωτογενούς παραγωγής και της πρώτης μεταποίησης. Άλλωστε σκοπός της διάταξης είναι γενικά η προστασία του οφειλέτη-αγρότη, ο οποίος λόγω των πολλαπλών κινδύνων που αντιμετωπίζει κατά την άσκηση της αγροτικής επιχείρησής του έχει ανάγκη ειδικής μεταχείρισης από την πολιτεία, ώστε τα σχετικά μέτρα να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και να μην καταλήγουν στην οικονομική εξόντωσή του (ΑΠ 1325/2009).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 550/2018 οριστική απόφασή του, η οποία κατά τα προεκτεθέντα, ενσωματώθηκε (όπως και η συμπροσβληθείσα με την έφεση υπ' αριθ. 15/2011 μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου) στην προσβαλλομένη με την αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 6371/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: (Με την 15/2011 μη οριστική απόφαση): "Κατόπιν της από 1-10-1993 αίτησης του πρώτου ανακόπτοντα, ο οποίος τότε ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, απασχολούμενος με την αλιεία, καταρτίστηκε μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή τραπεζικής εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας) και των ανακοπτόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) η υπ' αριθμ. ...

σύμβαση, δυνάμει της οποίας η πρώτη χορήγησε στους δεύτερους στις 13-1-1994 μεσομακροπρόθεσμο δάνειο ποσού 20.000.000δρχ., ισάξιων με 58.694,08 ευρώ, για την αγορά αλιευτικού σκάφους και την πραγματοποίηση αλιευτικών εργασιών. Το δάνειο αυτό ήταν εξοφλητέο σε οκτώ ετήσιες τοκοχρεολυτικές δόσεις, υπολογιζόμενες με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας, καταβλητέας της πρώτης δόσης την 31-12- 1994 και της τελευταίας την 31-12-2001.

Οι διάδικοι διατείνονται χωρίς να προσκομίζουν τη σχετική σύμβαση, ότι στις 18-9-1997 έγινε αναπροσαρμογή του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου που χορηγήθηκε με την πιο πάνω σύμβαση στο ποσό των 15.924.832 δρχ., το οποίο αποτέλεσε νέο δάνειο. Η καθ' ης ισχυρίζεται ότι το νέο αυτό δάνειο ήταν εξοφλητέο σε πέντε (5) ετήσιες τοκοχρεολυτικές δόσεις, υπολογιζόμενες κατά το σύστημα της σύνθετης χρεολυσίας, καταβλητέας της πρώτης δόσης στις 31-12-1997 και της τελευταίας στις 31-12-2001.

Στις 12-10-2009 (σ. ορθό 1999) υπεγράφη η υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, βάσει της οποίας έγινε κοινά αποδεκτό από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές από κεφάλαια και τόκους του δανείου που έληξαν μέχρι 31-12-1996, εκτοκισμένες μέχρι 31-12-1998, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 10.646.067 δρχ. και ειδικότερα το οφειλόμενο κεφάλαιο σε 2.860.113 δρχ., οι συμβατικοί τόκοι σε 7.451.369 δρχ., οι τόκοι ποινής σε 339.585 δρχ., κατόπιν δε απαλλαγής των ανακοπτόντων για συνολικό ποσό 4.060.269 δρχ.

που διαγράφηκε σε βάρος της καθ' ης τράπεζας, το υπόλοιπο συνολικό ποσό οφειλής ανήλθε στο ποσό των 6.585.798 δρχ., το οποίο αποτέλεσε νέο δάνειο με σταθερό επιτόκιο 12% για τα δύο πρώτα έτη, εξοφλητέο, σύμφωνα με το συνημμένο στην ειρημένη πρόσθετη πράξη ρύθμισης πίνακα τοκοχρεωλυτικής ανάπτυξης του δανείου σε δέκα (10) ισόποσες δόσεις των 1.165.582 δρχ, καταβλητέας της πρώτης στις 31-12-1999 και της τελευταίας στις 31-12-2008.

Κατόπιν της από 5-10-2004 αιτήσεως των ανακοπτόντων, η καθ' ης απέστειλε στον πρώτο ανακόπτοντα την από 25-10-2004 επιστολή της, με την οποία τον ενημέρωσε ότι η οφειλή τους από την υπ' αριθμ. 45/1993 σύμβαση, αναπροσαρμοζόμενη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, ανερχόταν με λογιστικό 4-8-2004 στο ποσό των 141.469,66 ευρώ.

Για την αναπροσαρμογή αυτή η καθ' ης πολλαπλασίασε τη βάση της οφειλής, ήτοι το εκταμιευθέν κεφάλαιο των 20.000.000 δρχ. με τον συντελεστή τρία (3) και αφαίρεσε τις γενόμενες καταβολές εκ δραχμών 11.794.212. Οι ανακόπτοντες διατείνονται, μεταξύ άλλων, ότι αφενός μεν η καθ' ης εσφαλμένα πολλαπλασίασε τη βάση οφειλής με τον συντελεστή τρία (3), ενώ έπρεπε να την πολλαπλασιάσει με τον συντελεστή δύο (2), αφετέρου δε κατά το χρονικό διάστημα από 17-11-1995 έως 29-1-1997 κατέβαλαν έναντι της οφειλής τους στην καθ' ης το συνολικό ποσό των 89.387,23 ευρώ, ενώ μετά την ως άνω πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών κατέβαλαν στην καθ' ης το ποσό των 34.612,50 ευρώ και ότι η συνολική οφειλή τους προς την καθ' ης με ορθό υπολογισμό, αφαιρουμένων των εκ μέρους τους γενομένων καταβολών συνολικού ποσού 123.999,73 ευρώ, είχε ήδη σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής της αίτησης προς έκδοση της υπ' αριθμ. ...

διαταγής πληρωμής με βάση την οποία επισπεύδεται εναντίον τους εκτέλεση, εξοφληθεί σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην ένδικη ανακοπή λόγους. Η καθ' ης η ανακοπή αρνείται την ορθότητα των υπολογισμών των ανακοπτόντων ως προς το ύψος της οφειλής τους και ειδικότερα αρνείται ότι το προκύπτον υπόλοιπο, αφαιρουμένων των εκ μέρους τους γενομένων καταβολών, ήταν μηδενικό κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης προς έκδοση της υπ' "αριθ. ...

διαταγής πληρωμής και κατά μείζονα λόγο πιστωτικό για τους ανακόπτοντες. Για τη διακρίβωση του ως άνω γεγονότος, ήτοι του ακριβούς ύψους της οφειλής των ανακοπτόντων κατά τον χρόνο έκδοσης της ειρημένης διαταγής πληρωμής, με βάση την οποία επισπεύδεται εκτέλεση, απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης (λογιστικής), ενόψει τόσο της μακροχρόνιας λειτουργίας των συμβάσεων όσο και των επικαλουμένων εκ μέρους των ανακοπτόντων γενομένων καταβολών, οι οποίες αμφισβητούνται από την καθ' ης.

Κατόπιν τούτου κρίνεται αναγκαίο να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως της υπό κρίση υποθέσεως προς διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης...". Στη συνέχεια δε, μετά τη διεξαγωγή της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 550/2018 οριστική απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ανακόπτοντες κατήρτισαν με την καθ' ης τη με αριθμό ...

σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δυνάμει της οποίας τους χορηγήθηκε δάνειο ποσού 20.000.000δρχ., και ήδη 58.694,08 ευρώ, για την αγορά αλιευτικού σκάφους και την εκτέλεση αλιευτικών εργασιών. Ακολούθως κατήρτισαν τη με αριθμό ... πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλής, με την οποία τα μέρη συμφώνησαν (μετά τη διαγραφή και απαλλαγή από τόκους) ότι η οφειλή των ανακοπτόντων ανέρχεται στο ποσό των 6.585.798 δραχμών και ήδη 19.327,36 ευρώ, το οποίο (ποσό) χαρακτηρίσθηκε ως νέο δάνειο, με σταθερό επιτόκιο 12% για τα δυο πρώτα έτη και στη συνέχεια επιβαρυνόμενο με το εκάστοτε ισχύον κυμαινόμενο επιτόκιο των μεσοπρόθεσμων δανείων, εξοφλητέο σε δέκα ετήσιες τοκοχρεολυτικές δόσεις (ποσού 1.165.582 δραχμών η καθεμία), καταβλητέας της πρώτης την 31-12-1999 και της τελευταίας την 31-12-2008.

Κατόπιν της από 5-10-2004 αίτησης των ανακόπτοντων η καθ' ης απέστειλε στον πρώτο αυτών την από 25-10-2004 επιστολή, με την οποία τον ενημέρωσε ότι η οφειλή του, αναπροσαρμοζόμενη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, ανερχόταν με λογιστικό 4-8-2004 στο ποσό των 141.469,66 ευρώ. Την 17-10-2005 η Τράπεζα προέβη σε κλείσιμο του λογαριασμού και κατόπιν της από 24-3-2008 αίτησης ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της προσβαλλόμενης με αριθμό ...

διαταγής πληρωμής, με την οποία οι ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 195.726,99 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Σύμφωνα με την από 6-8-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης οι ανακόπτοντες έλαβαν δάνειο ποσού 20.000.000 δραχμών και ήδη 58.694,08 ευρώ και έναντι αυτού προέβησαν στις εξής καταβολές:

την 14-1-1994 ποσού 37.000 δραχμών, την 9-3-1994 ποσού 1.998.700 δραχμών, την 8-6-1994 ποσού 1.000.000 δραχμών, την 8-6-1994 ποσού 5.500.000 δραχμών, την 2-9-1994 ποσού 800.000 δραχμών, την 27-2-1995 ποσού 1.000.000 δραχμών, την 17-11-1995 ποσού 2.480.000 δραχμών, την 17-11-1996 ποσό 13.643.000 δραχμών και την 29-1-1997 ποσού 4.000.000 δραχμών και συνολικά ποσού 30.458.700 δραχμών. Ακολούθησε η κατάρτιση της προαναφερόμενης από 12-10-1999 πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλής και κατόπιν η καταβολή ποσού 13.469,86 δραχμών την 20-11-2033 (σ.

ορθό 2003) και ποσού 11.794.212 ευρώ (σ. ορθό δραχμών) την 4-8-2004 και άρα συνολικά οι καταβολές των ανακοπτόντων ανέρχονται σε (30.458.700 + 13.469,86 +11.794.212) 42.266.381,863 ευρώ (σ. ορθό δραχμές). Ωστόσο, ο ως άνω πραγματογνώμονας δεν αποφαίνεται αν οι ως άνω καταβολές οδηγούν σε εξόφληση του επίδικου δανείου των 20.000.000 δραχμών, καθώς δεν αναφέρει ποιο ποσό καταλογίζεται στο κεφάλαιο, πόσοι ήταν οι τόκοι και ποιο ποσό καταλογίζεται σε αυτούς.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος ανακοπής που αφορά σε εξόφληση της επίδικης οφειλής πριν την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, ο οποίος κρίθηκε ήδη παραδεκτός και νόμιμος με τη με αριθμό 15/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000, 42 του Ν. 2912/2001 και 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004 η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου με πιστωτικά ιδρύματα και αφορά τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες σχετικά με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την από 6-8-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οφειλή των ανακοπτόντων διαμορφώνεται ως εξής: το διπλάσιο του εκταμιευθέντος κεφαλαίου ανέρχεται σε (20.000.000 Χ 2) 40.000.000 δραχμές, ενώ το σύνολο των καταβολών από 14-1-1994 έως 7-3-2005, όπως αναλυτικά αναφέρονται παραπάνω, ανέρχεται σε... 42.266.381,863 ευρώ (σ.

ορθό δραχμές). Επομένως, οι ανακόπτοντες έχουν καταβάλει ποσό που υπερκαλύπτει την οφειλή τους, όπως αυτή προσδιορίζεται βάσει του Ν. 3259/2004, και οι καταβολές έλαβαν χώρα πριν την υποβολή της αίτησης προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Σύμφωνα με τα παραπάνω, κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής η καθ' ης δεν είχε αξίωση από τους ανακόπτοντες, οι οποίοι είχαν ήδη υποβάλει αίτηση κατ' άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 και είχαν καταβάλει ποσό που ξεπερνούσε το διπλάσιο του εκταμιευθέντος κεφαλαίου, όπως προαναφέρθηκε.

Επομένως, ο τρίτος και τέταρτος λόγος της ανακοπής περί εξόφλησης της επίδικης απαίτησης κατ' άρθρο 39 του Ν. 3259/2004, οι οποίοι κρίθηκαν ήδη παραδεκτοί και νόμιμοι με τη με αριθμό 15/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι στην ουσία τους. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη ανακοπή...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, που ενσωματώθηκαν στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την από 16-4-2008 επιταγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα υπ' αυτού ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, ασχολούμενος ειδικότερα, με την αλιεία, β) το δάνειο χορηγήθηκε στους αναιρεσιβλήτους για την αγορά αλιευτικού σκάφους και την πραγματοποίηση αλιευτικών εργασιών και, συνεπώς, η ένδικη οφειλή είναι σχετική με την επαγγελματική αγροτική (αλιευτική) δραστηριότητά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνεται από την ευνοϊκή ρύθμιση της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και γ) οι αναιρεσίβλητοι έχουν καταβάλει ποσό που υπερκαλύπτει την ανωτέρω οφειλή, όπως αυτή ως άνω προσδιορίζεται.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η δραστηριότητα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί αγροτική, αλλά είναι καθαρά επιχειρηματική, εφόσον αυτός είχε στην ιδιοκτησία του αλιευτικό σκάφος μέσης αλιείας "μηχανότρατα γρι-γρι", απασχολούσε σε σταθερή βάση ναυτικούς που ασφαλίζονταν στο ΝΑΤ ή στο ΙΚΑ, παράλληλα δε αυτός διατηρούσε στη ...

κατάστημα, όπου εμπορεύονταν τα ψάρια που αλίευε και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε εν προκειμένω η ratio θέσπισης της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και συνακόλουθα δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί κατά τον υπολογισμό της οφειλής των αναιρεσιβλήτων ο συντελεστής δύο (2), είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση, αποτελεί δε ο λόγος αυτός τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στο δικονομικό δίκαιο.

Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης (ΑΠ 431/2016). Ο όρος "επεδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 814/2017, ΑΠ 734/2009).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 1033/2018, AΠ 51/2016, ΑΠ 292/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη η από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι η υπ' αριθ. 550/2018 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, δεδομένου ότι προέβη στην ακύρωση όχι μόνον της επιταγής προς πληρωμή, αλλά και αυτής της διαταγής πληρωμής.

Επί του λόγου αυτού πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Κατόπιν σχετικής αίτησης της αναιρεσείουσας εκδόθηκε σε βάρος των αναιρεσιβλήτων η υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής, με την οποία αυτοί υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν το ποσό των 195.726,99 ευρώ. Κατά της διαταγής πληρωμής και της από 16-4-2008 επιταγής άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19-5-2008 ανακοπή αιτούμενοι την ακύρωση της υπ' αριθ. ...

διαταγής πληρωμής και της κάτωθι αυτής επιταγής προς πληρωμή. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 15/2011 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε τον χωρισμό της σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και παρέπεμψε αυτήν προς εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ κράτησε προς εκδίκαση την ανακοπή κατά της από 16-4-2008 επιταγής προς πληρωμή.

Στη συνέχεια διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, μετά την οποία η υπόθεση ήχθη προς οριστική κρίση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκδόθηκε από αυτό η προσβαλλόμενη 550/2018 απόφαση, η οποία προέβη στην ακύρωση τόσο της προαναφερομένης διαταγής πληρωμής όσο και της από 16-4-2008 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής.

Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ήδη ήχθη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ανακοπή κατά της υπ' αριθ. ... διαταγής πληρωμής (ως προς την οποία είχε χωρισθεί η υπόθεση με την υπ' αριθ. 15/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 4948/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η υπ' αριθ. ...

διαταγή πληρωμής, ενώ επί της ασκηθείσας κατά της ως άνω απόφασης έφεσης της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3407/2021 απόφαση του εφετείου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της ως άνω ανακοπής μέχρι την έκδοση απόφασης επί της υπό κρίση αναίρεσης. Από τα ως άνω εκτιθέμενα συνάγεται, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε επί ζητήματος, το οποίο (μετά το χωρισμό της υπόθεσης) δεν είχε αχθεί προς κρίση ενώπιόν του και υπάγονταν, κατά προαναφερθέντα, στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, στην οποία ενσωματώνεται η ανωτέρω υπ' αριθ. 550/2018 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 9β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι ουσιαστικά βάσιμος, πρέπει δε, κατά παραδοχή αυτού, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθό μέρος προέβη στην ακύρωση της ένδικης ...

διαταγής πληρωμής. Σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διευκρίνηση και επομένως πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο.

Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή κατ` ουσίαν η από 22-2-2018 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή και στην έκταση όμως μόνον του πρώτου λόγου εφέσεως, και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ` αριθ. 550/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθό μέρος προέβη στην ακύρωση της υπ' αριθ. ... διαταγής πληρωμής.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων για την άσκηση της έφεσης και της αναίρεσης στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (αρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την αναιρετική δίκη πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 6371/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (στην οποία ενσωματώνεται η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 22-2-2018 και με αριθμό καταθέσεως Γ.Α.Κ. 17753/Ε.Α.Κ. 1191/2018 εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 550/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατ` ουσίαν την έφεση ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ` αριθ. 550/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνον καθό μέρος αποφάνθηκε και διέλαβε διάταξη περί ακύρωσης της υπ' αριθ. ... διαταγής πληρωμής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή των παραβόλων για την άσκηση της έφεσης και της αναίρεσης στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την αναιρετική δίκη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ