1528/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1528/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν απαιτείται, δηλαδή, ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται με την ειδική παράδοση της νομής, η οποία γίνεται ατύπως με τη βούληση του τέως νομέα. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 1077/2012).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1528 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1528/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Φ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Σχινά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2010 (με αριθμό κατάθεσης 4525/2010) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2725/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 805/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 30/4/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 11/3/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 70 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ, ειδικώς επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, για την ακριβή περιγραφή του ακινήτου και το ορισμένο της αγωγής αρκεί να καθορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση αυτού, κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του και περαιτέρω, ο ενάγων οφείλει να εκθέσει σ' αυτήν τον τρόπο κτήσεως της κυριότητάς του επί του επιδίκου.
Στην περίπτωση που αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχος του ήταν κύριος και, εάν ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζητήσεως, αμφισβητεί διαρκώς την κυριότητα του φερόμενου ως δικαιοπαρόχου του επί του επιδίκου, είναι υποχρεωμένος ο ενάγων, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωση της αγωγής του, να καθορίσει με τις προτάσεις της ίδιας συζητήσεως και να αποδείξει και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τον άμεσο δικαιοπάροχό του, αν δε είναι αναγκαίο και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, φθάνοντας μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας, δυναμένου να αντιταχθεί κατά τρίτων, όπως είναι η χρησικτησία, και μόνον η παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει, είτε καθ' υποφοράν στην αγωγή είτε με τις προτάσεις, τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο ή τους δικαιοπαρόχους του, κατά τα παραπάνω, καθιστά την αγωγή αόριστη.
Στην περίπτωση που η ίδια η αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, και μάλιστα σε τακτική ή σε έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται από την ισχύ του ΑΚ (23/2/1946) ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και άσκηση νομής επί δεκαετία ή άσκηση νομής επί εικοσαετία αντίστοιχα, προς τη συμπλήρωση της οποίας (νομής) δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 1051 ΑΚ, να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της με τα ίδια προσόντα νομής, που άσκησε ο δικαιοπάροχος του.
Δεν απαιτείται, δηλαδή, ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται με την ειδική παράδοση της νομής, η οποία γίνεται ατύπως με τη βούληση του τέως νομέα. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 1077/2012).
Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ των άλλων, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η επίβλεψη, η οριοθέτηση του ακινήτου. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 15/4/2010 αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος των περιγραφόμενων κατά θέση, έκταση, είδος και όρια δύο γεωτεμαχίων, εμβαδού 286 τμ και 246 τμ, αντίστοιχα, που βρίσκονται στη θέση "Λουτρόπυργος" ή "Κερατόπυργος" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεγαρέων του Ν.
Αττικής. Ότι την κυριότητα αυτών απέκτησε από αληθινούς κυρίους με παράγωγο τρόπο (με αγοραπωλητήρια συμβόλαια νομίμως μεταγεγραμμένα των ετών 1969 και 1972) και, επικουρικά, με πρωτότυπο τρόπο (με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), προσμετρώντας στο χρόνο νομής του και το χρόνο νομής των άμεσων δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι τα νέμονταν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, άλλως τα νέμονταν και τα κατείχαν με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1958 (το πρώτο ακίνητο) και από το έτος 1969 (το δεύτερο ακίνητο), αντίστοιχα, μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις, όπως καλλιέργεια αυτών με δημητριακά, ψυχανθή και λαχανικά, συλλογή των καρπών αυτών, παρεμπόδιση καταπάτησής τους από τρίτους κ.α.
Ότι κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης, που έχει ήδη περατωθεί, τα πιο πάνω ακίνητα φέρονται εσφαλμένα, σύμφωνα με τις αρχικές εγγραφές του κτηματολογικού γραφείου ως ιδιοκτησίες ανήκουσες στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίες (εγγραφές) καταχωρήθηκαν στα οικεία κτηματολογικά φύλλα των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων με τους ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενους ΚΑΕΚ.
Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος των δύο αυτών αγροτεμαχίων και να υποχρεωθεί ο Προϊστάμενος του πιο πάνω Κτηματολογικού Γραφείου να διορθώσει τις αντίστοιχες αρχικές εγγραφές που αφορούν τα εν λόγω ακίνητα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη και περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία και είναι νομικά βάσιμη, σύμφωνα με τις αναφερόμενες πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού σαφώς προσδιορίζεται σ' αυτή η ταυτότητα των επίδικων ακινήτων, ενώ επίσης αναφέρονται τα αναγκαία περιστατικά για τη μεταβίβαση της κυριότητας αυτών στον αναιρεσίβλητο με παράγωγο τρόπο, καθώς και της απόκτησης της κυριότητάς τους από αυτόν με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, με την περιγραφή των πράξεων νομής που άσκησαν σε αυτά τόσο οι άμεσοι δικαιοπάροχοί του όσο και ο ίδιος με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, άλλως με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για το νομικά ορισμένο της αγωγής αυτής να αναφέρεται και το αν τα επίδικα ακίνητα κατέχονταν από τους απώτερους ή απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου δυνάμει Οθωμανικού τίτλου, έστω και άκυρου και ότι εξ αυτού του λόγου αναγνωρίσθηκε κύριος από το Οθωμανικό Δημόσιο, και εν συνεχεία το 1833 από το Ελληνικό Δημόσιο, με βάση τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα πρωτόκολλα ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους ή αν οι κύριοι των ακινήτων ήταν αρχικά Οθωμανοί ιδιώτες, των οποίων είχαν αναγνωριστεί τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και αν οι πιο πάνω δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου τα αγόρασαν νόμιμα από αυτούς ή τέλος αν οι τελευταίοι (δικαιοπάροχοι) ασκούσαν πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα τριάντα ετών πριν από την 11/9/1915.
Επομένως, το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή είναι νομικά ορισμένη και να απορρίψει το σχετικό ισχυρισμό περί αοριστίας αυτής που πρόβαλε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το αναιρεσείον, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ.1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού για τη νομική επάρκεια της αγωγής δεν αξίωσε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου για τη θεμελίωση του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων.
Γι' αυτό και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα.
Σύμφωνα με το από 21-1/3.2.1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και ιδίως το άρθρο 5 αυτού και τα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 και ιδίως το μοναδικό άρθρο του πρώτου και το άρθρο 1 του δευτέρου, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", και τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν.
της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των παραπάνω τριών, πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών, οι οποίοι αναχώρησαν από τα μέρη της Ελλάδος, που απελευθερώθηκαν, και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων (Ολ.ΑΠ 1/2013) όχι όμως και όσα (κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως) κατείχοντο από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και νωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο κατά το οθωμανικό δίκαιο (ΑΠ 475/1899, ΑΠ 269/1898).
Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό κράτος στις 31.8.1833 με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829 ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834, που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου στις εκτάσεις, που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας ανήκαν σε ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος.
Ως δάσος, κατά την έννοια του διατάγματος αυτού, θεωρείται κάθε εδαφική έκταση, που καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας και η οποία (έκταση) προορίζεται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με το σχετικό ορισμό, ο οποίος, αφού διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 1 του ν.
ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών και επαναλήφθηκε στο άρθρο 57 του ν. 3077/1924, περιέχεται, διευρυνόμενος εκάστοτε ως προς το δασικό χαρακτήρα των εδαφών (δάσος, δασικά εδάφη, δασικές εκτάσεις) και τις επιτελούμενες από αυτά λειτουργίες (οικονομική - οικολογική) και στα άρθρα 45 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 9 του α.ν. 3/1935 και 1 του αν 857/1937, 1 του νδ 86/1969 και 3 του ν. 998/1979 (Ολ.ΑΠ 552/1998).
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι για τις εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες, κατά την έναρξη ισχύος του ΒΔ της 3/15.12.1833 και της 17/29.11.1836, είχαν το χαρακτήρα λιβαδίου (βοσκοτόπου) ή δάσους και για τις οποίες δεν έχουν αναγνωρισθεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα τρίτων, υπάρχει υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνον, εφόσον αποδεικνύεται τριακονταετής καλόπιστη νομή του τρίτου έως τις 11.9.1915 (ΑΠ 1999/2006, ΑΠ 1359/2002, ΑΠ 1281/2002).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των ν. 8 § 4 Κωδ (7.39) και 9 § 1 Βασ. (50.14) του ΒΡΔ, οι οποίες, κατά τα άρθρα 51 (ή 64) ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", το ν. ΔΞΗ' και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και το άρθρο 21 του νδ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας επί δημοσίων κτημάτων με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη του νομέα να είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11.9.1915.
Τέλος, κατά το προϊσχύον δίκαιο και, ειδικότερα, κατά το άρθρο 16 του ν. 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", όπως και κατά τον ΑΚ, κατά το άρθρο 972 αυτού, τα αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή εκείνα τα οποία μπορεί να εξουσιάσει ο άνθρωπος, αλλά δεν υπάρχει ο κύριος αυτών, ανήκουν στο Δημόσιο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος ενάγων με το υπ' αριθ. .../9-5-1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Αικατερίνης Νικ. Ανδρικοπούλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στον τόμο ..., με α.α. 335 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων αγόρασε από τον Η.
Λ. του Ι. ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 286 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Λουτρόπυργος" ή "Κερατόπυργος" της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Μεγαρέων και εμφαίνεται με τον αριθμό 76 στο προσαρτημένο υπ' αριθμ. .../1958 συμβόλαιο της ιδίας Συμ/φου από 20-11-1968 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Κ.. Τούτο συνορεύει ανατολικά σε πλευρά 22 μέτρων με ιδιωτική οδό αποκλειστικής χρήσης του υπ' αριθμ. 75 αγροτεμαχίου, δυτικά σε πλευρά 27,60 μέτρων με ιδιοκτησία Δ.
Κ., βόρεια σε πλευρά 21,50 μέτρων με ιδιωτική οδό και νότια σε πλευρά 4,50 μέτρων με το υπ' αριθμ. 75 αγροτεμάχιο του ιδίου σχεδιαγράμματος. Στο δικαιοπάροχο Η. Λ. του Ι. η κυριότητα του ως άνω ακινήτου περιήλθε, κατόπιν αγοράς από τον Ι. Λ. του Η., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1958 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμ/φου Μεγάρων Παναγιώτη Καράλη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στον τόμο ..., με α.α. 181 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων.
Ακόμη, ο εφεσίβλητος- ενάγων με το υπ' αριθμ. .../30-10-1972 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Αικατερίνης Νικ. Ανδρικοπούλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στον τόμο ..., με α.α. 431, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων, αγόρασε από το Σ. Β. του Μ. ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 246 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση και κτηματική περιφέρεια και εμφαίνεται με τον αριθμό 74 στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα.
Τούτο συνορεύει ανατολικά σε πλευρά 22,60 μέτρων με τα υπ' αριθμ. 67 και 68 αγροτεμάχια του ιδίου σχεδιαγράμματος, δυτικά σε πλευρά 22 μέτρων με ιδιωτική οδό, βόρεια σε πλευρά 11 μέτρων με ιδιωτική οδό και νότια σε πλευρά 11 μέτρων με το υπ' αριθμ. 75 αγροτεμάχιο του ιδίου σχεδιαγράμματος. Στο δικαιοπάροχο του Σ.
Β. του Μ. η κυριότητα του ακινήτου αυτού περιήλθε, κατόπιν αγοράς από τον Η. Λ. του Ι., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1969 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ιδίας Συμ/φου Αθηνών Αικατερίνης Νικ. Ανδρικοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο ..., με α.α. 172 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../1971 πράξη εξόφλησης της ιδίας Συμ/φου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στον τόμο 215, με α.α. 468 των ιδίων βιβλίων μεταγραφών.
Στο δικαιοπάροχο Η. Λ. του Ι. η κυριότητα του ως άνω ακινήτου περιήλθε, κατόπιν αγοράς, από τον Ι. Λ. του Η., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1958 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμ/φου Μεγάρων Παναγιώτη Καράλη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στον τόμο ..., με α.α. 181 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων. Επί των άνω αγροτεμαχίων, ο εφεσίβλητος- ενάγων άσκησε συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, έως την άσκηση της παρούσας αγωγής, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτών, που προορίζονται για γεωργική εκμετάλλευση, διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα προέβαινε στην καλλιέργεια αυτών με δημητριακά, ψυχανθή, λαχανικά και άλλα γεωργικά προϊόντα και συνέλεγε τους καρπούς και για την επίτευξη των επιδιώξεών του ενεργούσε όλες τις αναγκαίες καλλιεργητικές πράξεις, ήτοι την άροση, τη σπορά και την άρδευση αυτών, ως και τη συγκομιδή των καρπών τους και μεριμνούσε για την παρεμπόδιση της καταπάτησής τους από ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
Τις ίδιες, δε, διακατοχικές πράξεις ενεργούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως επί των αγροτεμαχίων αυτών και οι άμεσοι και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του. Στα ανωτέρω αγροτεμάχια έχει εκδοθεί αριθμός ΚΑΕΚ και φέρονται, σύμφωνα με τις αρχικές εγγραφές του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, ως ιδιοκτησίες ανήκουσες στο εκκαλούν- εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων.
Το πρώτο ως άνω αγροτεμάχιο εμφανίζεται με τον αριθμό ΚΑΕΚ ... και το εμβαδόν του ορίζεται, μετά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, στα διακόσια εβδομήντα τετραγωνικά μέτρα (270 τ.μ.), ενώ το δεύτερο εμφανίζεται με τον αριθμό ΚΑΕΚ ... και το εμβαδόν του ορίζεται, μετά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, στα τριακόσια εννέα τετραγωνικά μέτρα (309 τ.μ).
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο εφεσίβλητος-ενάγων κατέστη κύριος των επιδίκων αγροτεμαχίων με παράγωγο τρόπο, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας πράξεις νομής αυτός και οι δικαιοπάροχοί του πέραν της εικοσαετίας, η, δε, καταχώρηση ως κυρίου των επιδίκων του εκκαλούντος-εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων είναι εσφαλμένη.
Να σημειωθεί εδώ ότι επί των επιδίκων ακινήτων δεν κτήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο κυριότητα με το δικαίωμα του πολέμου, εφόσον για τα ευρισκόμενα στην Αττική κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το εν λόγω δικαίωμα, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31-3-1833, με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ Ελληνικών και Τουρκικών Αρχών.
Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης Τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (από 25-5-1827 έως και 31-3-1833), το έτος 1829 ο Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους Οθωμανούς και Έλληνες, την κυριαρχία κατεχομένων απ' αυτούς ακινήτων της, τα σχετικά, δε, ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με τα από 3-2-1830, 16-6- 1830 και 1-7-1830 Πρωτόκολλα Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (βλ.
ΑΠ 472/1899, Θεμ. ΙΑ, 347, ΑΠ 269/1898, Θεμ. I, 34, Εφ.Αθ. 1162/2002 αδημ, ΕφΑΘ. 8732/2004 αδημ.). Ακόμη, δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ότι οι επίδικες εκτάσεις ήταν δασικές λιβάδι, βοσκότοπος, αδέσποτο ή δημόσιο κτήμα. Το Ελληνικό Δημόσιο δεν αποδείχθηκε ότι άσκησε σ' αυτά διακατοχικές πράξεις, μάλιστα, δε, αυτά έχουν ενταχθεί εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Νέας Περάμου Αττικής (βλ.
την υπ' αριθμ. .../30-12-2008 Βεβαίωση του Δημάρχου Νέας Περάμου Αττικής, που προσκομίζει και επικαλείται ο εφεσίβλητος-ενάγων με συνημμένα τα σχετικά ΦΕΚ 747Δ/29-10-1991, ΦΕΚ 796Δ/12-10-1998 και απόσπασμα πινακίδας πολεοδομικού σχεδίου στη θέση Λουτρόπυργος του ως άνω Δήμου). Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο δεν προσδιορίζει τη μεγαλύτερη έκταση, που είναι δασική κατά τους ισχυρισμούς του, εντός της οποίας βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα και σε ποίες συγκεκριμένες θέσεις περιλαμβάνονται σ' αυτές, λαμβανομένου υπόψη ότι στα έγγραφα της Διεύθυνσης Δασών Δυτικής Αττικής, Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της Περιφέρειας Αττικής, που προσκομίζει και επικαλείται το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αναφέρεται ότι η ευρύτερη έκταση στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 ήταν δασική έκταση και στις αεροφωτογραφίες του έτους 1998 και του έτους 2010 είναι άλλης μορφής εκτάσεις, χωρίς να αναφέρει, αν είναι πλέον οικιστική περιοχή ή όχι, ολόκληρη ή ένα τμήμα της.
Επίσης, το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ στα έγγραφα, που προσκομίζει και επικαλείται αναφέρεται εκδίκαση ενστάσεων από Δευτεροβάθμιες Επιτροπές του Ν. 2308/1995, δεν προσκομίζονται οι αποφάσεις αυτών και αν αφορούν τα επίδικα ακίνητα. Όπως, δε, προαναφέρθηκε, τα εν λόγω ακίνητα έχουν ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως και επομένως έχει ελεγχθεί, αν αυτά ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο ή όχι και αν ήταν δασικές ή δημόσια κτήματα και δεν θα είχε συναινέσει με τις αρμόδιες υπηρεσίες του στην εν λόγω ένταξη, λαμβανομένου υπόψη ότι τα εν λόγω όργανα απεφάνθησαν για το χαρακτήρα της περιοχής, που περιλαμβάνονται οι ανωτέρω εκτάσεις και για τυχόν εμπράγματα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις αποφάσεις τους για την ένταξη αυτών στο σχέδιο πόλεως, οι γνωμοδοτήσεις, δε και οι εγκρίσεις αναφέρονται στα ΦΕΚ 747Δ/29-10-1991 και 796Δ/12-10-1998".
Με βάση τις πραγματικές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα των επίδικων αγροτεμαχίων με παράγωγο τρόπο (αγοραπωλητήρια συμβόλαια νόμιμα μεταγεγραμμένα από αληθινούς κυρίους), άλλως με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), ασκώντας τόσο ο ίδιος όσο και οι δικαιοπάροχοί του, συνεχώς και ανενοχλήτως, με διάνοια κυρίου, τις προσιδιάζουσες στα ακίνητα αυτά πράξεις νομής (καλλιέργεια δημητριακών, ψυχανθών, λαχανικών και άλλων γεωργικών προϊόντων, συλλογή καρπών, άροση, σπορά και άρδευση αυτών, συγκομιδή των καρπών, προστασία από τους καταπατητές) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης τα πιο πάνω ακίνητα καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησίες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Ότι οι εγγραφές αυτές είναι εσφαλμένες, διότι δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον απέκτησε την κυριότητα των επίδικων ακινήτων με δικαίωμα πολέμου, εφόσον η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31/3/1833 με βάση τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ ελληνικών και τουρκικών αρχών, και ότι αντιθέτως αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (1827-1833), ο Σουλτάνος είχε εκδώσει το έτος 1829 θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους Οθωμανούς και Έλληνες την κυριαρχία των κατεχομένων από αυτούς ακινήτων, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με τα από 3/2/1830, 16/6/1830 και 1/7/1830 πρωτόκολλα ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα πιο πάνω ακίνητα αποτέλεσαν δάσος ή δημόσια βοσκήσιμη έκταση ή λιβάδι ή αδέσποτο ή δημόσιο κτήμα, ούτε ότι το αναιρεσείον άσκησε επ' αυτών οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις. Ακολούθως δε, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας (τους οποίους έκρινε ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής), δέχθηκε κατ' ουσία την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και τον αναγνώρισε κύριο των επίδικων αγροτεμαχίων και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων, ώστε να φαίνεται ότι τα ακίνητα αυτά ανήκουν στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας πρότασης ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στα επίδικα ακίνητα με παράγωγο άλλως με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), της μη απόδειξης ότι τα ακίνητα αυτά περιήλθαν ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ούτε ότι ήταν δασικές εκτάσεις, λιβάδι, βοσκότοπος, αδέσποτο ή δημόσιο κτήμα, καθώς και της απόδειξης ότι η πρώτη εγγραφή στο Κτηματολογικό γραφείο Μεγάρων, με την οποία τα πιο πάνω ακίνητα καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησίες του αναιρεσείοντος είναι ανακριβής.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχει την αιτίαση για ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους με βάση τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τις σχετικές συμφωνίες μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών και τη συναφή με αυτόν παραδοχή του Εφετείου ότι με τα πρωτόκολλα ανεξαρτησίας και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίστηκαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στους κατέχοντες ακίνητα της Αττικής που παραχωρήθηκαν στους Αθηναίους -Οθωμανούς και Έλληνες-πολίτες με το θέσπισμα του Σουλτάνου το έτος 1829, χωρίς να γίνεται αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση αν τα πιο πάνω δικαιώματα παραχωρήθηκαν πράγματι στους απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση ιδίας κυριότητας και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η αιτιολόγηση ή μη του οποίου να ιδρύει τον σχετικό λόγο αναίρεσης.
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι με αντιφατική και ελλιπή αιτιολογία δεν εξηγεί, αν η ευρύτερη έκταση, όπου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, απώλεσε νομίμως τη δασική της μορφής που είχε το έτος 1945 ούτε ποια νομική επιρροή ασκεί στην κρίση του ο οικιστικός ή μη χαρακτήρας της περιοχής, ενώ δέχεται εσφαλμένα ότι τα δημόσια κτήματα δεν μπορούν να ενταχθούν στο σχέδιο πόλεως.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η πιο πάνω αιτίαση ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/4/2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 805/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ