Legislator Case Law & Legislation
1528/2012 AI generated

1528/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1528/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-1897 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9318/1899 του ίδιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια οι υπ' αριθμ. 715/1985, 8989/1990, 3335/1994 και 6698/2001 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5184/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2007 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1528/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο έκτασης 1015 τεκτονικών πήχεων ή 570 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "Γλυκό ή Καλάγκα" Νέου Φαλήρου της περιφέρειας του Δήμου Μοσχάτου Αττικής.

Keywords

AI generated
previous legal status expired residence permit domicile agent enforceable title retention of title proof of ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1528 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1528/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. χας Χ. Ψ., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-1897 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9318/1899 του ίδιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια οι υπ' αριθμ. 715/1985, 8989/1990, 3335/1994 και 6698/2001 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5184/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το Ελληνικό Δημόσιο, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6071/13-10-2011 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσίβλητο, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 21-6-2007 αίτησης για αναίρεση της 5184/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από την αίτηση αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23.05.2012) του Δικαστηρίου τούτου, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε για συζήτηση η υπόθεση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήσαν παρόντες οι διάδικοι, κατ' άρθρο 576 του ίδιου Κώδικα.

2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο έκτασης 1015 τεκτονικών πήχεων ή 570 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "Γλυκό ή Καλάγκα" Νέου Φαλήρου της περιφέρειας του Δήμου Μοσχάτου Αττικής.

Πρόκειται για το υπ' αριθ. 91 δημόσιο κτήμα, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών λεωφόρου ... και ... 1. Στο οικόπεδο αυτό ο εναγόμενος Σ. Π. ανήγειρε το έτος 1897 διώροφη οικία, στην οποία διέμενε με την οικογένειά του και η οποία σήμερα είναι ερειπωμένη. Το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στις καλούμενες παραθαλάσσιες εθνικές γαίες, όπως εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το από 18-4-1877 Β.

Δ/γμα, οι οποίες είναι αμμώδεις εκτάσεις (αιγιαλός) που είχαν νότιο σύνορο τη θάλασσα, σήμερα δε η θέση τους διαφέρει λόγω των γενομένων έργων επιχωμάτωσης της θάλασσας. Υπό το Οθωμανικό δίκαιο ο αιγιαλός αποτελούσε κοινόχρηστο πράγμα και ως τέτοιο ήταν δημόσιο κτήμα και μόνο ύστερα από άδεια του Σουλτάνου ήταν δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής κτήσης.

Κοινόχρηστο πράγμα αποτελούσε ο αιγιαλός και υπό το προϊσχύσαν β.ρ.δ. Ως δημόσιο κτήμα το επίδικο ανήκε πριν από την ανεξαρτησία της Ελλάδος στο Οθωμανικό Δημόσιο και μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδος με το πρωτόκολλο της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/ 1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου.

Έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής το επίδικο συνέχισε να αποτελεί αιγιαλό και εντεύθεν δημόσιο κτήμα, αποτυπωνόταν δε στα σχετικά σχεδιαγράμματα που συνέτασσαν οι υπηρεσίες Δημοσιών Κτημάτων. Το έτος 1880 ο εναγόμενος Σ. Π. αγόρασε από τον Π. Μ. ένα γήπεδο 1015 τεκτονικών πήχεων, το οποίο κατά τον τίτλο κτήσεως συνόρευε νότια με θάλασσα και είχε πρόσωπο επί της παραλίας 28 μ.

Ως τίτλος κυριότητας του πωλητή αναφέρεται το .../1879 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Λαμπρούλη, δυνάμει του οποίου ο Π. Μ. αγόρασε από τον Δ. Κ. ένα αγρό τριών (3) παλαιών στρεμμάτων, που συνόρευε νότια με παραθαλάσσιες εθνικές γαίες. Από την αντιπαραβολή των δύο συμβολαίων προκύπτει ότι το ακίνητο που αγόρασε ο εναγόμενος δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο του δικαιοπαρόχου του, αφού έχει νότιο όριο τη θάλασσα ενώ η μείζονα έκταση του δικαιοπαρόχου του είχε νότιο όριο παραθαλάσσιες εθνικές γαίες (αιγιαλό), δεν ταυτίζεται δε με το επίδικο ακίνητο, αφού αυτό περιλαμβάνεται στις παραθαλάσσιες εθνικές γαίες και εντεύθεν κείται νότια της έκτασης των τριών στρεμμάτων που ανήκαν στον Δ.

Κ.. Οι έννοιες "παραθαλάσσιες εθνικές γαίες" και "θάλασσα", που χρησιμοποιούνται με διαφορά ενός έτους για την περιγραφή του νοτίου ορίου των παραπάνω ακινήτων, ουδόλως ταυτίζονται. Επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος και δεν απεδείχθη η διενέργεια πράξεων νομής επί του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του εναγομένου.

Ο τελευταίος κατέλαβε και νεμήθηκε το επίδικο με διάνοια κυρίου από το έτος 1880 που το αγόρασε μέχρι την άσκηση της αγωγής (1897). Περί το έτος 1897 ανήγειρε επί του επιδίκου, όπως προαναφέρθηκε, διώροφη κατοικία, στην οποία διέμενε αυτός και η οικογένεια του. Σε καμία, όμως. περίπτωση δεν είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπό του μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής χρόνος χρησικτησίας 30 ετών, ώστε να καταλύσει την κυριότητα του ενάγοντος.

Παραίτηση του δημοσίου με συμβολαιογραφική πράξη από το επί του επιδίκου δικαίωμά του και αναγνώριση ότι αυτό ανήκει κατά κυριότητα στον εναγόμενο, όπως ο τελευταίος ισχυρίστηκε, ουδόλως αποδεικνύεται. Αντίθετα το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά του εναγομένου την κρινόμενη αγωγή και στη συνέχεια εξέδιδε κατ' αυτού και των κληρονόμων του επί σειρά ετών (1927-1983) πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος.

Μάλιστα εξέδωσε και κατά της ήδη εκκαλούσας Μ. Ψ.-Π. τα 92/83 και 93/83 πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης, κατά των οποίων ασκήθηκε από την εκκαλούσα ανακοπή, η οποία απερρίφθη κατ' ουσία με την 3001/83 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο εναγόμενος Σ. Π. πέθανε μετά την έκδοση της προδικαστικής απόφασης και κληρονομήθηκε από τα παιδιά του Λ., Κ.

και Γ. Π.. Στη συνέχεια πέθαναν οι: α) Λ. Π. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα άλλα δύο αδέλφια του, β) Κ. Π. και κληρονομήθηκε από τα τέσσερα παιδιά του και τη σύζυγό του και γ) Γ. Π., ο οποίος κατέλειπε κληρονόμους τη σύζυγό του Α., η οποία απεβίωσε αδιάθετος και τα τρία παιδιά του Σ., Κ. και Μ. (εκκαλούσα) εκ των οποίων οι δύο πρώτοι απεβίωσαν άτεκνοι και αδιάθετοι.

Έτσι η εκκαλούσα είναι μοναδική κληρονόμος της μερίδας του πατέρα της Γ. Π. και εντεύθεν συγκληρονόμος του εναγομένου Γ. Π.. Ότι το επίδικο αποτελούσε αιγιαλό και ανήκε κατά κυριότητα στο Δημόσιο ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα παραπάνω παιδιά του εναγομένου, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας της εκκαλούσας με σειρά πράξεών τους που έλαβαν χώραν μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής αναγνώρισαν ρητά την κυριότητα του Δημοσίου επί του επιδίκου, ως εμπίπτοντος στις παραθαλάσσιες αμμώδεις εθνικές γαίες και μίσθωσαν αυτό από το Δημόσιο επί μία τριετία, ζήτησαν δε στη συνέχεια επανειλημμένως να το εξαγοράσουν κατά τις κείμενες διατάξεις.

Για τον λόγο δε αυτόν το δημόσιο επί σειράν ετών δεν επέσπευσε τη δίκη. Με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εκκαλούσα επικαλείται και προσκομίζει το φερόμενο ως προσαρτημένο στο .../1882 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κομνηνού, με ημερομηνία 25 Ξυλδακέ 1198, τίτλο κυριότητας (χοτζέτιο), σε μετάφραση από 29-6-1882 του πρώτου διερμηνέα της Ελληνικής Πρεσβείας στην Κ.

Κ. Α., στο οποίο αναφέρεται ότι ο Χαμζά Εφένδης πώλησε στον χριστιανό Ε. Σ. ένα αγρόν 75 στρεμμάτων στη θέση "Αράπικα Μποστάνια" των Αθηνών. Ισχυρίζεται δε ότι οι θέσεις "Γλυκό Καλάγκα ή Γλυκά Καλάμια" και "Αράπικα Μποστάνια" ταυτίζονται και ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του παραπάνω αγροτικού ακινήτου, εντεύθεν δε ανήκε από το έτος 1820, στο οποίο αντιστοιχεί το Οθωμανικό έτος 1198, σε ιδιώτη Έλληνα και όχι σε Οθωμανό ή στο Οθωμανικό δημόσιο.

Για την απόδειξη δε του ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει την από 20-10-2004 τεχνική έκθεση του Α. Σ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ως άνω παραδοχή του δικαστηρίου ότι το επίδικο αποτελούσε αιγιαλό και εντεύθεν δημόσιο κτήμα και όχι αγροτικό κτήμα, αφού δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως (και δεν προβάλλεται) ισχυρισμός ότι αποτελούσε ιδιωτική κτήση με άδεια του Σουλτάνου, το παραπάνω έγγραφο, στο οποίο στηρίζεται η ως άνω τεχνική έκθεση, προσκομίζεται (πρωτότυπο και μετάφραση) σε απλή φωτοτυπία και όχι σε ακριβές αντίγραφο και δεν είναι χαρτοσημασμένο.

Επομένως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο κατά την παρούσα τακτική διαδικασία". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου είναι κατ' ουσίαν βάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο τις ακόλουθες, επί λέξει, αιτιάσεις: "Το Εφετείο δέχθηκε ότι οι έννοιες "παραθαλάσσιες εθνικές γαίες" και "θάλασσα" δεν ταυτίζονται. Είναι όμως πασίδηλο, δίδαγμα της κοινής πείρας και γεγονός γνωστό στο δικαστήριο, ότι στην Ελληνική γλώσσα κατά διάφορες χρονικές περιόδους όταν χρησιμοποιούμε την λέξη θάλασσα, δεν εννοούμε αποκλειστικά το έδαφος που βρέχεται από νερό, αλλά όλη την έκταση στην οποία φθάνει το μέγιστο χειμέριο κύμα.

Το Εφετείο δεν ερμήνευσε τις αντίστοιχες φράσεις των συμβολαίων αγοραπωλησίας όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με το άρθρο 200 του Αστικού Κώδικα. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση όφειλε να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο, όπως αυτό απεικονίζεται στο από Απριλίου 1971 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών, ουδέποτε είχε περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους στο οποίο δήθεν ανήκε, για τους ακολούθους αληθείς και πραγματικούς λόγους:

Διότι το εν λόγω ακίνητο σε μείζονα έκταση εμβαδού Ε-75 περίπου παλαιών στρεμμάτων, είχε περιέλθει στην κυριότητα νομή και κατοχή του Έλληνα Χριστιανού Ε. Σ. από του έτους 1820, το οποίο είχε αγοράσει με σχετικό Τουρκικό τίτλο (Χοτζέτι) το έτος 1820. Διότι σύμφωνα και με την υπ' αριθ. 80/1897 απόφαση του Αρείου Πάγου (το ίδιο έτος που υπεβλήθη και η αγωγή του Δημοσίου κατά του Σ.

Π.), "... το δημόσιον δεν εγένετο γενικός των Οθωμανών διάδοχος, αλλά απέκτησε την κυριότητα εκείνων μόνον των Οθωμανικών κτήσεων, αίτινες μέχρι της εποχής ταύτης, ή κατελήφθησαν υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως ή εγκατελείφθησαν υπό των πρώην κυριών αυτών Οθωμανών και δεν κατείχοντο παρ' αυτών ...". Στην παρούσα υπόθεση το μείζον κτήμα των 75 περίπου στρεμμάτων, εντός του οποίου εμπίπτει το επίδικον, από του έτους 1820 κατείχετο από τον Έλληνα Χριστιανό Ε.

Σ. και όχι από Οθωμανούς. Το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στις παραθαλάσσιες γαίες, οι οποίες απετελούντο από αμμώδεις εκτάσεις, (όπως αναγράφεται στην υπ' αριθμ. 6698/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) για τους ακολούθους αληθείς και πραγματικούς λόγους: Διότι σύμφωνα με το τοπογραφικό χάρτη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου έτους 1881 και σύμφωνα με τον τοπογραφικό χάρτη της Γ.Υ.Σ.

έτους 1927 και τέλος σύμφωνα με το διάγραμμα πόλεως της Γ.Υ.Σ., οι αμμώδεις εκτάσεις της παραλίας, έφθαναν μέχρι τη σημερινή Λεωφόρο ... και όχι βορειότερα αυτής, το δε επίδικο οικόπεδο κείται βορείως της εν λόγω Λεωφόρου και εκτός των αμμωδών εδαφών, όπως προκύπτει από την εφαρμογή των ανωτέρω χαρτών. Διότι τότε σύμφωνα με το από Απριλίου 1971 τοπογραφικό διάγραμμα εκπονήθηκε από την Τοπογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο απεικονίζει το σημερινό επίδικο οικόπεδο, το Δυτικώς αυτού αναφερόμενο γήπεδο του Γ.

Γ. και μετέπειτα παλαιά πολυκατοικία Ο., έπρεπε να θεωρηθεί και αυτό Δημόσιο κτήμα γεγονός που δεν έγινε. Διότι από την περιγραφή του τοπογραφικού Χάρτη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου έτους 1881 ήτοι (1) ένα έτος από την σύναξη του υπ' αριθ. .../1880 επίμαχου συμβολαίου αγοραπωλησίας, διαπιστώθηκε ότι οι αμμώδεις εκτάσεις με καλάμια και βούρλα είχαν μέσο πλάτους ίσο με 180 μέτρα από την ακτογραμμή της θάλασσας, η δε παραλιακή Λεωφόρος ..., βορείως της οποίας κείται το σημερινό επίδικο, διέρχεται από το βόρειο τμήμα της εν λόγω παραλιακής ζώνης, γεγονός που αποκλείει την απίθανη περίπτωση το επίδικο να κείται εντός της αμμώδους εκτάσεως, διότι τότε αυτό θα έπρεπε να κείται Νοτίως της Λ. ...

και όχι Βορείως που κείται σήμερα. Τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβάνονται και αναλύονται στην υπ' αριθ. 4875/2005 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Σ., τοπογράφου - δικαστικού πραγματογνώμονα, την οποία ένορκη βεβαίωση το Εφετείο αναφέρει ότι έλαβε υπ' όψη αλλά δεν την αξιολόγησε. Το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι δήθεν οι όροι θάλασσα και παραθαλάσσιες γαίες δεν ταυτίζονται και η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί".

Όλες, όμως, οι ανωτέρω αιτιάσεις, εκτιμώμενες στο σύνολό τους, αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

3. -Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.β', ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη την τεχνική έκθεση του μάρτυρα Α.

Σ., από την οποία αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται βόρεια της σημερινής Λεωφόρου .... Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα έγγραφα δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την εκτεθείσα έννοια της ανωτέρω διάταξης. 4- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του την από 20-10-2004 τεχνική έκθεση του Α. Σ., τοπογράφου μηχανικού (για την απόδειξη του πιο κάτω αναφερόμενου ισχυρισμού της), που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, επί λέξει, τα ακόλουθα που έχουν σχέση και με την πιο πάνω τεχνική έκθεση. "Η εκκαλούσα επικαλείται και προσκομίζει το φερόμενο ως προσαρτημένο στο .../1882 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κομνηνού, με ημερομηνία 25 Ξυλδακέ 1198, τίτλο κυριότητας (χοτζέτιο), σε μετάφραση από 29-6-1882 του πρώτου διερμηνέα της Ελληνικής Πρεσβείας στην Κ.

Κ. Α., στο οποίο αναφέρεται ότι ο Χαμζά Εφένδης πώλησε στον χριστιανό Ε. Σ. ένα αγρόν 75 στρεμμάτων στη θέση "Αράπικα Μποστάνια" των Αθηνών. Ισχυρίζεται δε ότι οι θέσεις "Γλυκό Καλάγκα ή Γλυκά Καλάμια" και "Αράπικα Μποστάνια" ταυτίζονται και ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του παραπάνω αγροτικού ακινήτου, εντεύθεν δε ανήκε από το έτος 1820, στο οποίο αντιστοιχεί το Οθωμανικό έτος 1198, σε ιδιώτη Έλληνα και όχι σε Οθωμανό ή στο Οθωμανικό δημόσιο.

Για την απόδειξη δε του ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει την από 20-10-2004 τεχνική έκθεση του Α. Σ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ως άνω παραδοχή του δικαστηρίου ότι το επίδικο αποτελούσε αιγιαλό και εντεύθεν δημόσιο κτήμα και όχι αγροτικό κτήμα, αφού δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως (και δεν προβάλλεται) ισχυρισμός ότι αποτελούσε ιδιωτική κτήση με άδεια του Σουλτάνου, το παραπάνω έγγραφο, στο οποίο στηρίζεται η ως άνω τεχνική έκθεση, προσκομίζεται (πρωτότυπο και μετάφραση) σε απλή φωτοτυπία και όχι σε ακριβές αντίγραφο και δεν είναι χαρτοσημασμένο".

Ενόψει, των ως άνω (ανέλεγκτων) παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη της πιο πάνω τεχνικής έκθεσης, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η πιο πάνω τεχνική έκθεση αναφέρεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου και, σε κάθε περίπτωση, έχει σχέση με έγγραφο (χοτζέτι) που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας για τους ανωτέρω λόγους.

5.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../6-2-1880 συμβολαίου, με το οποίο ο αρχικός δικαιοπάροχός της Σ. Π. απέκτησε το επίδικο ακίνητο, "ως προς το νότιο όριο, στο οποίο έγγραφο η απόφαση του Εφετείου δέχεται ότι το νότιο όριο ήταν σε επαφή με την θάλασσα και αφήνει την υποψία ότι πρόκειται δήθεν για άλλο ακίνητο, πράγμα αναληθές διότι το επίδικο στο οποίο υφίσταται ερειπωμένη οικία, ενώ ταυτόχρονα ουδέποτε υπήρξε άλλο ακίνητο νοτιότερα από το επίδικο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν το αληθινό περιεχόμενο του ανωτέρου εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε. Πέραν τούτου ο ως άνω λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αναπόδεικτος, διότι δεν προσκομίζεται προς απόδειξή του το προαναφερόμενο έγγραφο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), στο οποίο όμως η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 ν.3 693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-6-2007 αίτηση της Μ. χήρας Χ. Ψ. για αναίρεση της 5184/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ