Legislator Case Law & Legislation
1528/2011 AI generated

1528/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1528/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Δικονομικές συμφωνίες αποκλεισμού της χρήσης αποδεικτικών μέσων με περιορισμό σε ένα μόνο από αυτά. Προϋποθέσεις εγκυρότητας να μην αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη. Ένσταση συμψηφισμού: ανεπαρκής αιτιολογία. Βάσιμος λόγος από 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δικ.

Legislator headnote

AI generated

1528/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατά νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995) και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 1137/2001, 416/1999).

Keywords

AI generated
expatriation and foreign residence allowances external transactions and positions misappropriation of withholding tax changed financial circumstances property transfer tax ratification of settlement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1528 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Δικονομικές συμφωνίες αποκλεισμού της χρήσης αποδεικτικών μέσων με περιορισμό σε ένα μόνο από αυτά. Προϋποθέσεις εγκυρότητας να μην αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη. Ένσταση συμψηφισμού: ανεπαρκής αιτιολογία. Βάσιμος λόγος από 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δικ.

Αριθμός 1528/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ - ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΑΙΡΟ-ΤΕΛ Α.Ε" μετονομασθείσα ήδη σε "ΑΙΡΟ - ΤΕΛ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε" καθισταμένης νδιαδόχου αυτής που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Κουτσουλέλο. Της αναιρεσιβλήτου: Π. συζ. Ε. Ζ., το γένος Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο-Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιανουαρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3538/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1699/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 28 Μαΐου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ δευτέρου, τρίτου και τετάρτου, κατά το οικείο μέρος τους, που αναφέρονται στην ένσταση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας για το ποσό 190.947,09 ευρώ, λόγων αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ..

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατά νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995) και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 1137/2001, 416/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, την 15888/10-10-2007 ενώπιον Ειρηνοδίκη βεβαίωση του Δ. Φ., καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται.

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, όπως ιδίως α) τα από 25-1-2001 και 8-7-2002 ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης και μεταβίβασης μετοχών και οι τραπεζικές επιταγές με αρ. .../28-12-2001, .../20-1-2002 και .../20-3-2002, για τα οποία γίνεται και ειδική αναφορά στο αιτιολογικό της απόφασης.

Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 25-1-2001 και 8-7-2002 ιδιωτικών συμφωνητικών πώλησης μετοχών, καταλήγοντας έτσι σε εσφαλμένα συμπεράσματα για το μέγεθος των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η αναιρεσείουσα έναντι της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας.

Επομένως, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποιο ήταν το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο ως περιεχόμενο των ιδιωτικών αυτών συμφωνητικών, ώστε από τη σύγκρισή τους με το παρατιθέμενο ως αληθινό περιεχόμενο αυτών να κριθεί αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος του Εφετείου ή εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους, οι ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 338 παρ. 1 και 559 αριθμ. 11 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ., η προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και όταν διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 107 του ίδιου Κώδικα, γίνεται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι, επομένως, αφού μπορούν να μην προσκομίσουν ή να μην επικαλεστούν ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων, μπορούν και να συμφωνήσουν τη μη χρησιμοποίηση, δηλαδή τη μη προσαγωγή και επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων στις μεταξύ τους δίκες.

Η ίδια περίπτωση συντρέχει και όταν συμφωνείται η χρήση ορισμένου μόνον αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα. Η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, αν το αποδεικτικό μέσο που καθορίζεται ως αποκλειστικό είναι απρόσφορο να παράσχει την οικεία απόδειξη, πράγμα που συμβαίνει και όταν υφίσταται εξαρχής αντικειμενική αδυναμία αποκτήσεως ή προσαγωγής του στο δικαστήριο.

Διότι τότε η συμφωνία αντίκειται στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη και ειδικότερα στους κανόνες αφενός των άρθρων 179 περίπτ. Α του Α.Κ. και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και αφετέρου των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ.

Ν.Δ. 53/19-9-1974), αφού δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του συμβαλλομένου (και δυνάμει διαδίκου) να αξιώσει την παροχή από το αρμόδιο δικαστήριο δίκαιης και αποτελεσματικής έννομης προστασίας, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα του ενδιαφερομένου όχι να προσφύγει απλώς στο δικαστήριο, ασκώντας αγωγή ή άλλο ένδικο βοήθημα, αλλά και να προσκομίσει σ' αυτό όσα αποδεικτικά μέσα είναι απαραίτητα για τη διάγνωση της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 27/1993).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. Α.Π. 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε, κατά ένα μέρος δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης για την καταβολή τιμήματος πώλησης μετοχών, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 25-1-2001, σύμφωνα με ομόχρονο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο θεωρήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων αγοραπωλητήρια σύμβαση μετοχών.

Κατά τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε, ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη θα μεταβιβάσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω πωλήσεως, 1.530 ανώνυμες μετοχές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.Ι. Π." και ήδη "Α.Ε. ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", σε σύνολο 1.610 μετοχών, ονομαστικής αξίας 12.500 δραχμών εκάστη, που έχει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της, στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ-ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΑΙΡΟΤΕΛ Α.Ε.", αντί του - ισόποσου σε 453.000.000 δραχμές - συνολικού τιμήματος των 1.329.420 ευρώ και 39 λεπτών.

Ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη στο παραπάνω έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται η Μ. θυγατέρα Ε. Ζ. με την ιδιότητα που είχε ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνουσα Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ)" και ήδη "Α.Ε. ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ, ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και διακριτικό τίτλο "AIROTEL ACHAIA S.A.", όπως μετονομάσθηκε μετά την από 14-12-2001 τροποποίηση του καταστατικού και της επωνυμίας, που δημοσιεύθηκαν στο υπ' αριθμ. 11165/17-12-2001 σχετικό Φ.Ε.Κ. .

Το συμφωνηθέν τίμημα της αγοραπωλησίας των αποκτηθεισών για την εναγομένη αγοράστρια εταιρεία μετοχών, που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στο ισόποσο των 1.329.420,39 ευρώ, ορίσθηκε καταβλητέο στην ενάγουσα: πωλήτρια ως εξής: Με την υπογραφή του συμβολαίου καταβολή 63.000.000 δραχμών, όλο δε το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος που θα προέκυπτε μετά τις καταβολές των αναλογούντων για φόρο ποσών έπρεπε να καταβληθεί σε 12 μηνιαίες δόσεις των 5.500.000 δραχμών εκάστη από 25-1-2001 έως 25-12-2001 (συνολικά 66.000.000 δραχμές).

Την.30-6-2001 το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Την 30-1-2001 το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Σε 12 μηνιαίες δόσεις των 6.000.000 δραχμών εκάστη από 25-1-2002 έως 25-12-2002 (συνολικά 72.000.000 δραχμές). Σε 6 μηνιαίες δόσεις των 8.000.000 δραχμών εκάστη από 30-5-2002 έως 30-12-2002 (συνολικά 48.000.000 δραχμές). Την 30-6-2002 το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Την 30-9-2002 το ποσό των 40.000.000 δραχμών.

Την 31-3-2003 το ποσό των 44.000.000 δραχμών (όρος 3.3 του συμφωνητικού). Η ενάγουσα-εφεσίβλητη πωλήτρια, πράγματι, μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, με την υπογραφή της προαναφερομένης συμβάσεως, όλες τις προαναφερθείσες 1.530 ανώνυμες μετοχές της ανωτέρω εταιρείας και τις παρέδωσε νομότυπα στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Ε.

Β., όπως, εξ άλλου, δεν αμφισβητείται σχετικά από την εναγομένη-εκκαλούσα εταιρεία. Περαιτέρω, με το ίδιο παραπάνω έγγραφο συμφωνητικό, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων έγκυρη δικονομική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία: "η εμπρόθεσμη, καταβολή όλων των παραπάνω δόσεων θα αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με γραπτή απόδειξη της πωλήτριας ή σε περίπτωση γραπτής υπόδειξης από αυτήν Τράπεζας στην Ελλάδα με το παραστατικό της τράπεζας, από το οποίο και μόνο θα αποδεικνύεται η εμπρόθεσμη κατάθεση του ποσού της εκάστοτε οφειλομένης δόσης στον λογαριασμό αυτό, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου και αυτού ακόμη του όρκου και της ομολογίας" (άρθρο 3.4 εδάφιο πρώτο του συμφωνητικού σελίδα 5).

Αυτή η έγγραφη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, αναφορικά με τον τρόπο που θα αποδεικνύεται (αποκλειστικά) η εμπρόθεσμη καταβολή όλων των παραπάνω συμφωνημένων δόσεων της συμβάσεώς τους, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου (μαρτύρων κ.λ.π.), συνιστά έγκυρη δικονομική σύμβαση, ως μη αντικειμένη στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, αφού, ούτε δεσμεύει υπέρμετρα και απρόσφορα την εναγομένη, ούτε μπορούσε να της προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη, οφειλομένη σε αντικειμενική της αδυναμία αποκτήσεως ή προσαγωγής του συμφωνηθέντος αποδεικτικού μέσου, δηλαδή της σχετικής έγγραφης αποδείξεως.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης-εκκαλούσας, αναφορικά με την ισχύ, την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173, 200 και 288 του Α.Κ., ως προς το ζήτημα αυτό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξ άλλου, σύμφωνα με τον όρο 3.4 εδάφιο τρίτο του ίδιου παραπάνω συμφωνητικού, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής μίας εκ των μηνιαίων δόσεων του πιστωθέντος τιμήματος και μετά την πάροδο 15 ημερών από τη λήξη της κάθε δόσεως, θα καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες οι επόμενες οφειλόμενες δόσεις.

Με την υπογραφή του παραπάνω συμφωνητικού η εναγομένη αγοράστρια εταιρεία παρέδωσε στην ενάγουσα πωλήτρια και η τελευταία παρέλαβε δύο επιταγές, τις υπ' αριθμ. .../30-6-2001 και .../30-11-2001 της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 40.000.000 δραχμών η καθεμία, που εκδόθηκαν με τη ρήτρα "ουχί εις διαταγήν", πληρωτέες στις 30-6-2001 και στις 30-11-2001, αντίστοιχα, ενώ, περαιτέρω, συμφωνήθηκε, ότι αυτές θα παραμείνουν εις χείρας της πωλήτριας, η οποία απαγορεύεται να τις οπισθογραφήσει, διότι αποτελούν εγγύηση καταβολής των ως άνω δόσεων της 30-6-2001 και 30-11-2001 του πιστωθέντος τιμήματος, αλλά επιτρέπεται να εμφανισθούν προς είσπραξη μόνο στην περίπτωση της μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των παραπάνω δόσεων του τιμήματος.

Περαιτέρω, κατά την υπογραφή του προαναφερθέντος εγγράφου συμφωνητικού, συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, ότι η εναγομένη αγοράστρια θα παραδώσει στην ενάγουσα-πωλήτρια, στις 30-11-2001, τρεις επιταγές, ποσού 40.000.000 δρχ. η πρώτη, 40.000.000 δρχ. η δεύτερη και 44.000.000 δραχμών η τρίτη, πληρωτέες στις 30-6-2002, 30-9-2002 και 31-3-2003, αντίστοιχα, οι οποίες θα εκδοθούν με τη ρήτρα "ουχί εις διαταγήν" και θα παραμείνουν εις χείρας της πωλήτριας.

Επιπλέον, συμφωνήθηκε, ότι η ενάγουσα πωλήτρια απαγορεύεται μεν να τις οπισθογραφήσει ή να τις κυκλοφορήσει, διότι αποτελούν εγγύηση καταβολής των ως άνω δόσεων της 30-6-2002, 30-9-2002 και 31-2-2003 του πιστωθέντος τιμήματος, αλλά επιτρέπεται, ωστόσο, να εμφανισθούν προς είσπραξη μόνο στην περίπτωση της μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των παραπάνω δόσεων του τιμήματος (όροι 3.5 - 3.6 του συμφωνητικού).

Η εναγομένη αγοράστρια εταιρεία, κατά την υπογραφή του προαναφερθέντος συμφωνητικού και για τη μερική εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, κατέβαλε το ισάξιο των 184.886,28 ευρώ ποσό των 63.000.000 δραχμών, καθώς, επίσης, και το ισάξιο των 16.140,88 ευρώ ποσό των 5.500.000, ενώ ανέλαβε να καταβάλει, όπως και κατέβαλε, το ποσό των 67.938,37 ευρώ (357.605,19 δρχ.) για τον φόρο μεταβιβάσεως των μετοχών.

Τα ποσά αυτά αφαιρέθηκαν από το συνολικό τίμημα και συνομολογείται από την ενάγουσα, με το δικόγραφο της αγωγής της, ότι καταβλήθηκαν από την εναγομένη (προσηκόντως και σύμφωνα με τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες). Στη συνέχεια, όπως και η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί, η εναγομένη κατέβαλε, προσηκόντως (όχι ως προς τον συμφωνηθέντα χρόνο αλλά ως προς τον συμφωνηθέντα τρόπο), διάφορα επί μέρους ποσά, τα οποία αφορούσαν συμφωνημένες μεταξύ των διαδίκων δόσεις αποπληρωμής του προαναφερθέντος τιμήματος, κατά το από μήνα Φεβρουάριο έτους 2001 έως και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2002 διάστημα, που δεν αμφισβητεί η εναγομένη, συνολικού ύψους 441.511,028 ευρώ στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό της ενάγουσας στην Τράπεζα Εργασίας. Όλα τα παραπάνω καταβληθέντα ποσά η ενάγουσα συνυπολόγισε και αφήρεσε από το αιτούμενο με την αγωγή της ποσό [(1.329.420,39 - 184.886,28 - 67.938,37 -441.511,02) = 635.084,72]. Η ενάγουσα - εφεσίβλητη, όμως, παρέλειψε να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής της και τη μηνιαία δόση του Ιανουαρίου 2001, για την οποία έλαβε την υπ' αριθμ. ...

επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 5.500.000 δραχμών, μολονότι, σχετικά με την καταβολή αυτή, έχει χορηγήσει ενυπόγραφη έγγραφη απόδειξη με ημερομηνία 25-1-2001, δηλαδή μία απόδειξη του παραπάνω ποσού, που καλύπτεται με την υπογραφή της, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη-εκκαλούσα. Ωστόσο, η ενάγουσα-εφεσίβλητη, με την από 16-10-2007 προσθήκη-αντίκρουση, που κατέθεσε πρωτόδικα, προκειμένου να συμπληρώσει τους ισχυρισμούς της, σε σχέση με τις από 11-10-2007 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε πρωτόδικα, συνομολόγησε, ευθέως και άμεσα, ότι έχει εξοφληθεί, και ως προς το ποσό αυτό, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, "λόγω παραδρομής και συγχύσεως" δεν συμπεριέλαβε ως καταβληθέν προς αυτή από την εναγομένη στο δικόγραφο της αγωγής της.

Κατόπιν τούτου, το προς εξόφληση υπόλοιπο ποσό, που απέμεινε ως οφειλόμενο από την εναγομένη στην ενάγουσα κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2002, για το παραπάνω συμφωνηθέν τίμημα, ανήρχετο σε 618.943 ευρώ και 83 λεπτά [(1.329.420,39 - 184.886,28 - 67.938,37 - 441.511,028 - 16.140,88) - 618.943,832]. Με το από 8-7-2002 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, τροποποιήθηκε ο όρος 3.3 του προαναφερθέντος αρχικού εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού με ημερομηνία 25-1-2001, ως προς τον τρόπο καταβολής του υπολειπομένου τιμήματος, το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί ως εξής: 1.

Από τον μήνα Δεκέμβριο του 2002, σε έξι μηνιαίες δόσεις ποσού 17.700 ευρώ εκάστη, 2) Από 23 Ιουλίου 2003 και εφεξής σε μηνιαίες δόσεις ποσού 17.700 ευρώ εκάστη, μέχρι την οριστική εξόφληση. Όπως αποδείχθηκε πλήρως κατά τον μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα τρόπο, αλλά και σύμφωνα και με τα όσα η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί στις από 11-10 -2007 έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε πρωτόδικα (βλ.

σελίδες 3 και 4 αυτών των προτάσεών της), η εναγομένη εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από 30-7 -2002 έως και 29-11-2004, προέβη σε καταβολές επιμέρους ποσών, σε εκτέλεση της αμέσως παραπάνω συμφωνίας των διαδίκων, συνολικού ύψους 375.305,19 ευρώ, δια μέσου των υπ' αριθμ.: 1) ... λογαριασμού της ενάγουσας στην Τράπεζα Εργασίας και 2) υπ' αριθμ. ...

λογαριασμού της ενάγουσας στην Τράπεζα Eurobank, όπως, άλλωστε, αποδεικνύεται και από τη σχετική κίνηση αυτών των λογαριασμών της ενάγουσας, ακριβή αντίγραφα των οποίων η ίδια η ενάγουσα - εφεσίβλητη προσκομίζει και επικαλείται.

Συνεπώς, μετά από τις καταβολές αυτές, απέμεινε προς εξόφληση το ποσό των 243.638,642 (618.943,832 μείον 375.305,19) ευρώ. Έκτοτε, η εναγομένη διέκοψε τις περαιτέρω πληρωμές των συμφωνημένων δόσεων και από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 δεν έχει καταβάλει άλλα ποσά, προς αποπληρωμή του ως άνω οφειλομένου τιμήματος των 375.305,19 ευρώ, έχοντας καταστεί υπερήμερη, ως προς όλο το ποσό αυτό, από τις 10-2-2005, οπότε παρήλθε η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων δεκαπενθήμερη προθεσμία για τη μηνιαία δόση μηνός Ιανουαρίου του έτους 2005, η οποία ήταν καταβλητέα στις 25-1-2005.

Η εναγομένη-εκκαλούσα υποστηρίζει, όμως, ότι έχει προβεί σε περαιτέρω μερική εξόφληση του τιμήματος, ποσού 90.832,40 ευρώ δια μέσου των υπ' αριθμ. ..., ... και ... επιταγών της Τράπεζας Εργασίας, εκδόσεως της εναγομένης, ποσού 32.137,84 ευρώ η πρώτη, 29.347,28 ευρώ η δεύτερη και 29.347,28 ευρώ η τρίτη, τις οποίες η ενάγουσα έλαβε μεν ως εγγύηση, κατά τα προαναφερθέντα, όμως, τελικά, τις εισέπραξε.

Οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγομένης - εκκαλούσας πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθώς αυτή ουδέν έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζει, από το οποίο να αποδεικνύεται, άμεσα ή έμμεσα, ότι, πράγματι, η ενάγουσα-εφεσίβλητη εισέπραξε τα ποσά των επιταγών αυτών και ότι η εναγομένη της κατέβαλε τα ποσά αυτά.

Επομένως, η προβαλλόμενη από την εναγομένη-εκκαλούσα ένσταση εξοφλήσεως (μερικής καταβολής του οφειλομένου τιμήματος) πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς το προαναφερθέν ποσό και να αφαιρεθεί και τούτο από τις - ως άνω λοιπές, συνομολογηθείσες και από την ενάγουσα, - καταβολές της εναγομένης, σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν.

Ως προς την ένσταση της εναγομένης - εκκαλούσας εταιρείας, περί συμψηφισμού των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας - εφεσίβλητης με ανταπαιτήσεις της, ύψους 190.947,59 ευρώ, που φέρεται να έχει σε βάρος της (ενάγουσας-εφεσίβλητης) και απορρέουν από καταβολές στις οποίες προέβη για την εκπλήρωση υποχρεώσεων της εκ τρίτου συμβαλλόμενης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.

Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ)" και που φέρονται ότι προέκυψαν μετά την κατάρτιση του από 25-1-2001 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τους όρους 4.2 και 5.3 του ως άνω συμφωνητικού αναγράφονται επακριβώς τα εξής: "Η αγοράστρια ... δηλώνει ότι οι οικονομικοί της σύμβουλοι έχουν ελέγξει τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας και τις υπάρχουσες σ' αυτά μέχρι σήμερα εγγραφές.

Η εκ τρίτου συμβαλλόμενη δηλώνει ρητά στην αγοράστρια ότι όλες οι εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας αφορούν τις μέχρι σήμερα συναλλαγές της και απεικονίζουν την πραγματική οικονομική κατάστασή της και ότι δεν υφίστανται άλλες υποχρεώσεις και απαιτήσεις, εκτός των όσων έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία.

Τις δηλώσεις αυτές της εκ τρίτου συμβαλλόμενης εγγυάται ως αληθείς και η πωλήτρια (όρος 4.2) .... Αν μετά την υπογραφή του παρόντος και τη μεταβίβαση και παράδοση των πωλούμενων μετοχών από την πωλήτρια στην αγοράστρια, εμφανιστεί ως υποχρέωση της εταιρείας, προερχόμενη από τις δηλώσεις και διαβεβαιώσεις της εκ τρίτου συμβαλλόμενης και της πωλήτριας του παραπάνω όρου 4, 4.1, 4.2, 4.3, 4.4 και 5.2, όπως και για την υφιστάμενη για όλα τα έτη μέχρι σήμερα υπέρ του Δήμου Πατρέων, φορολογίας ΤΑΠ, συμπεριλαμβανομένων και των τυχόν προστίμων και προσαυξήσεων, ανεξαρτήτως ύψους και χρόνου επιβολής, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και την καταβολή και εξόφληση των οφειλόμενων χρηματικών ποσών αναλαμβάνει η πωλήτρια.

Η αγοράστρια υποχρεούται να γνωστοποιεί έγκαιρα με την επίδοση των παραστατικών τα παραπάνω στην πωλήτρια και στην περίπτωση που η πωλήτρια αρνηθεί την εκπλήρωση των παραπάνω υποχρεώσεών της, η αγοράστρια θα προβαίνει στην εξόφληση αυτών και τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά θα τα συμψηφίζει με ανάλογα χρηματικά ποσά των δόσεων του πιστούμενου τιμήματος" (όρος 5.2 του ίδιου παραπάνω συμφωνητικού).

Με την υπ' αριθμ. 952/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών Διαφορών) και την υπ' αριθμ. 8861/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 5°) επιδικάσθηκε, τελεσίδικα, υπέρ της Β.-Κ. Γ. και σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΊΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", ως διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.

Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ)", αφού έγινε πρωτόδικα εν μέρει δεκτή η εργατική αγωγή της πρώτης (Β.-Κ. Γ.) κατά της δεύτερης ως άνω εταιρείας και απορρίφθηκε ουσιαστικά η έφεση της παραπάνω εταιρείας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, το ποσό των 19.647,66 ευρώ, νομιμοτόκως και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτές, για δεδουλευμένες αποδοχές έτους 2000, αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2000, επίδομα αδείας του έτους 2000 και για αποζημίωση απόλυσης το έτος 2000.

Έτσι, σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών, καταβλήθηκε στην προαναφερθείσα Β.-Κ. Γ. το συνολικό ποσό των 29.450 ευρώ από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που είναι, σαφώς, διαφορετικό νομικό πρόσωπο σε σχέση με την εναγομένη εταιρεία, με την οποία δεν ταυτίζεται, όπως αποδεικνύεται και από τη σύγκριση των επωνυμιών, που έχουν οι εταιρείες αυτές.

Με την από 2-8-2002 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και δυνάμει της υπ' αριθμ. 57/2002 αποφάσεως του αρμόδιου Νομάρχη Αχαΐας, έγινε συμπλήρωση και διόρθωση της υπ' αριθμ. 1/1988 Π.Ε του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου επέκτασης Καστελλόκαμπου με τα ορθά στοιχεία που προέκυψαν μετά τον έλεγχο των υποβληθέντων στοιχείων από τους ενδιαφερομένους και η εγγραφή στον διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα της ΠΕ της ιδιοκτησίας της ως άνω εταιρείας με στοιχεία Ο.Τ. 152 αρ.

οικοπέδου 01 εμβαδού 4.568,55 τετρ. μέτρων. Σύμφωνα με την παραπάνω διορθωτική απόφαση προέκυψε χρέος, λόγω εισφοράς σε χρήμα, επ' ονόματι και για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, ίσο με 835,71 τ.μ., για το οποίο καταβλήθηκε το ποσό των 107.377,65 ευρώ από την ίδια ως άνω εταιρεία. Επιπροσθέτως, στην άνω εταιρεία είχε βεβαιωθεί οφειλή ποσού 36.654,78 ευρώ προς τον Δήμο Πατρέων, η οποία μειώθηκε στο ποσό των 18.327,39 ευρώ, το οποίο πληρώθηκε από την ίδια εταιρεία.

Όλα, δηλαδή, τα παραπάνω ποσά αποδείχθηκε, ότι καταβλήθηκαν από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΙΡΟΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που είναι διάδοχος της προαναφερθείσας εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.

Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ)". Όλες δε αυτές οι καταβολές έγιναν, διότι, προφανώς, αν και αδιάφορο εν προκειμένω, υπήρχε επαρκές ενεργητικό στο ταμείο της εταιρείας κατά την υπογραφή του αρχικού συμφωνητικού, που υπερκάλυπτε τις μεταγενέστερα αναφυείσες υποχρεώσεις της εταιρείας. Μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί υπό αίρεση αναδοχή χρέους, ότι η ως άνω εταιρεία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.Ι.

Π. (ΑΕΞΤΕ)" θα απαλλασσόταν των χρεών της, που, ενδεχομένως, θα ανέκυπταν μετά την υπογραφή του από 25-1-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι στη θέση αυτής θα υπεισήρχετο η ενάγουσα, ως αποκλειστικά υπεύθυνη για την πληρωμή των χρεών αυτών και συνεπώς πρόκειται για σωρευτική αναδοχή χρέους (άρθρο 477 ΑΚ) και όχι για στερητική αναδοχή χρέους (άρθρο 471 ΑΚ).

Ως προς το ζήτημα αυτό, πάντως, πρέπει να σημειωθούν ακόμη και τα εξής: Στο από 25-1-2001 αρχικό έγγραφο ως άνω συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, μολονότι γίνεται ρητή αναφορά για ύπαρξη ενεργητικού αποθέματος της παραπάνω εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.Ι.

Π. ΑΕ", ωστόσο, δεν αναγράφεται το ακριβές ποσό στο οποίο ανήρχετο κατά την υπογραφή στο ταμείο της. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 5.2 του παραπάνω συμφωνητικού, αναγράφονται τα εξής: "Όλες οι άλλες όμως υποχρεώσεις της εταιρείας οι οποίες εμφανίζονται σήμερα στα βιβλία και στοιχεία της όπως και ο φόρος εισοδήματος του έτους 2000 θα εξοφληθούν από το Ταμείο της.

Στην περίπτωση που το ποσό των χρημάτων το οποίο βρίσκεται σήμερα στο ταμείο της εταιρείας, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των......δραχμών, κατά δήλωση της εκ τρίτου συμβαλλόμενης (σε μετρητά, καταθέσεις και απαιτήσεις, εφόσον εισπραχθούν) θα χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση των υποχρεώσεων της εταιρείας, οι οποίες έχουν δημιουργηθεί μέχρι την 25 Ιανουαρίου 2001.

Αν το ποσό αυτό δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων των παραπάνω υποχρεώσεων αυτών, η πωλήτρια δηλώνει ότι θα καταβάλλει το ισόποσο στο ταμείο της εταιρείας στο όνομα της αγοράστριας, άλλως η αγοράστρια θα το συμψηφίζει με ίσο ποσό του πιστουμένου τιμήματος". Είναι γεγονός, ότι τα διάδικα μέρη δεν αναφέρουν το ακριβές ύψους του ενεργητικού αποθεματικού, που υπήρχε, κατά την υπογραφή, στα ταμεία της παραπάνω εταιρείας και το οποίο παρέλαβε η εναγομένη εταιρεία.

Η μεν ενάγουσα αρκείται σε μια γενική αναφορά περί του ότι "την 25-1-2001 η εταιρεία διατηρούσε ενεργητικό στο ταμείο της τής τάξεως κάποιων δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών" [το ακριβές ύψος του οποίου η εναγομένη απέφυγε να καταγραφεί στο ιδιωτικό συμφωνητικό - (βλ.σχ. β' σελίδα της από 4-3-2009 προσθήκης-αντίκρουσης της εφεσίβλητης)].

Η εναγομένη-εκκαλούσα εταιρεία ουδέν απολύτως αναφέρει. Είναι, όμως, βέβαιο, ότι υπήρχε ενεργητικό στο ταμείο της παραπάνω εταιρείας, από το οποίο, κατά λογική ακολουθία, καλύφθηκαν οι προαναφερθείσες υποχρεώσεις. Εξ άλλου, είχε προβλεφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 5.3 εδάφια 2° και 3° του παραπάνω συμφωνητικού, ότι "η αγοράστρια υποχρεούται να γνωστοποιεί έγκαιρα με την επίδοση των παραστατικών τα παραπάνω στην πωλήτρια και στην περίπτωση που η πωλήτρια αρνηθεί την εκπλήρωση των παραπάνω υποχρεώσεών της, η αγοράστρια θα προβαίνει στην εξόφληση αυτών και τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά θα τα συμψηφίζει με ανάλογα χρηματικά ποσά των δόσεων του πιστουμένου τιμήματος.

Αν με την εξόφληση των τυχόν υποχρεώσεων της εταιρείας που θα υπάρχουν μέχρι την 25 Ιανουαρίου 2001 και όταν αυτές εξοφληθούν από την εταιρεία, παραμείνει ενεργητικό υπόλοιπο στο ταμείο της εταιρείας, αυτό θα ανήκει στην πωλήτρια.". Τέτοια όμως γνωστοποίηση δεν αποδείχθηκε ότι έγινε, ούτε, άλλωστε, η εναγομένη-εκκαλούσα επικαλείται κάτι τέτοιο.

Με βάση συνεπώς όλα όσα προαναφέρθηκαν η μεν ένσταση συμψηφισμού πρέπει να απορριφθεί εξ ολοκλήρου ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε ένσταση μερικής εξοφλήσεως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατά τα προαναφερθέντα ποσά.

Συνεπώς, το πρωτόδικο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση που εξέδωσε, απέρριψε εξ ολοκλήρου την ένσταση μερικής εξοφλήσεως της εναγομένης εταιρείας ως ουσιαστικά αβάσιμη, αναφορικά και με το παραπάνω ποσό, έσφαλε και γι' αυτό πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσίβλητης (για το ποσό των 243.683 ευρώ), αφού προηγουμένως δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένσταση της αναιρεσείουσας για μερική εξόφληση της οφειλής της και απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού με ανεδεχθείσες από την αναιρεσίβλητη οικονομικές υποχρεώσεις της Ανώνυμης Εταιρίας Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων Ν.

Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ): 1) Δεν παραβίασε κατ' αποτέλεσμα τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 288 του ΑΚ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ (κυρ. Ν.Δ. 53/1974) όσον αφορά το ουσιαστικού δικαίου ατομικό δικαίωμα για την παροχή δίκαιης δίκης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, διότι η προβλεπόμενη με συμφωνία των διαδίκων έγγραφη απόδειξη της δανείστριας (πωλήτριας) ή με έγγραφη υπόδειξη αυτής παραστατικών τράπεζας τα οποία αποτελούν, κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορα μέσα απόδειξης καταβολών προς εξόφληση χρηματικών απαιτήσεων, δεν συνιστά υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας της οφειλέτιδας (αγοράστριας) για την επιδίωξη δίκαιης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ώστε να θεωρηθεί το συμφωνηθέν αποδεικτικό μέσο απρόσφορο για την εξασφάλιση αυτής της προστασίας. 2) Παραβίασε όμως η προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 471 και 440 του ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στον υπαγωγικό συλλογισμό της για την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας προς συμψηφισμό των απαιτήσεων της τελευταίας για μέρος του τιμήματος αγοράς των μετοχών, ποσού 190.947,09 ευρώ με ισόποση ανταπαίτηση εκείνης (αναιρεσείουσας) λόγω εξόφλησης χρεών της εκ τρίτου συμβαλλόμενης εταιρίας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Ν.

Ι. Π. (ΑΕΞΤΕ), τα οποία χρέη αναδέχθηκε η αναιρεσίβλητη, εφόσον γεννήθηκαν μετά τις 25-1-2001. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι περιεχόμενο της τριμερούς συμφωνίας, κατά τους 4.2 και 5.3 όρους του από 25-1-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, ήταν η αναδοχή, από την πωλήτρια των μετοχών αναιρεσείουσα-ενάγουσα, όλων των μετά την πώληση (25-1-2001) παραμενόντων ανεξόφλητων από την εκ τρίτου συμβαλλόμενη χρεών σε τρίτους, περιλαμβανομένων και των μέχρι τότε προς το Δήμο Πατρέων γεννηθέντων: 1) Με ανεπαρκή αιτιολογία προσδίδει στη σύμβαση αυτή χαρακτήρα σωρευτικής (και όχι στερητικής) αναδοχής χρέους, ενώ από το περιεχόμενο των όρων αυτών της σύμβασης διαφαίνεται σαφώς η βούληση των συμβαλλομένων, αφενός μεν να προβεί σε εκκαθάριση των μέχρι την πώληση χρεών η εκδότρια τούτων εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία, ώστε να μην υποτιμηθεί με αυτά η αξία των αγοραζομένων μετοχών από την αναιρεσείουσα, λόγω μη υπολογισμού τέτοιων επιβαρύνσεων κατά τη διαπραγμάτευση και τη διαμόρφωση του τιμήματος της πώλησης των μετοχών, αφετέρου δε να αναλαμβάνει (με την αναδοχή χρέους) το κόστος της εξόφλησης αυτών των χρεών η επωφελούμενη από την υπερτίμηση των μετοχών αναιρεσίβλητη πωλήτρια τούτων, ενόψει και του ότι αντιπροσώπευαν κατά πολύ υπέρτερο ποσοστό από το ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίου (1.530 σε σύνολο 1.610 μετοχών), ενώ δεν προκύπτει από κανένα σημείο των ως άνω όρων της έγγραφης συμφωνίας να ευθύνεται η εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία (ή διάδοχός της) και μετά την πώληση των μετοχών, από κοινού με την αναιρεσίβλητη πωλήτρια για τα εγγυημένα μέχρι την πώληση των μετοχών χρέη της εταιρίας, απομειώνοντας την πραγματική αξία των μετοχών αυτών σε βάρος των συμφερόντων της αναιρεσείουσας αγοράστριας και μόνον. 2) Με αντιφατική αιτιολογία δέχεται άλλοτε μεν ότι το περιεχόμενο της σύμβασης αναδοχής χρέους ήταν να προβαίνει η αγοράστρια σε εξόφληση των αναδεχόμενων χρεών που θα αρνείται να καταβάλλει, ειδοποιούμενη η πωλήτρια και άλλοτε ότι θα πιστώνει η πωλήτρια το ανάλογο ποσό στο ταμείο της εταιρίας στο όνομα της αγοράστριας, και διαφορετικά η τελευταία θα το συμψηφίζει με ίσο ποσό του πιστούμενου τιμήματος.

Επομένως οι προβαλλόμενοι δεύτερος και τρίτος, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, ενώ είναι βάσιμοι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.).

Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι με αφετηρία τα αυτά, κατά βάση, ως άνω περιστατικά, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 1.699/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο της ένστασης συμψηφισμού της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας - εναγομένης, για ανταπαίτησή της κατά της αναιρεσίβλητης - εφεσίβλητης - ενάγουσας ποσού 190.947,9 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.)

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 1.699/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ