Legislator Case Law & Legislation
1528/2010 AI generated

1528/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1528/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των καλούντων: Χ1, κατοίκου ..., 2.Χ2, το γένος Δ, κατοίκου ... και 3. Χ3, το γένος Δ, κατοίκου ..., ατομικά και ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου αποβιώσαντος Δ. Ο μεν πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαούνη, οι δε 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Legislator headnote

AI generated

1528/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔ συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής αγωγής ακίνητου είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του ακινήτου και η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατ' έκταση, θέση, όρια, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητα του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1528 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1528/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των καλούντων: Χ1, κατοίκου ..., 2.Χ2, το γένος Δ, κατοίκου ... και 3. Χ3, το γένος Δ, κατοίκου ..., ατομικά και ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου αποβιώσαντος Δ. Ο μεν πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαούνη, οι δε 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Ψ1 χήρας Ζ, κατοίκου ...και 2. Ψ2, κατοίκου ..., από τους οποίους η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νεράντζη και ο δεύτερος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2005 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Ψωφίδος λόγω αρμοδιότητας, 5/2006 του Ειρηνοδικείου Ψωφίδος και 88/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-1-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 10-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης και ειδικότερα στις 19-12-2008 επήλθε στο... ο θάνατος του πρώτου αναιρεσείοντος Δ. Με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του θανόντος στη δικάσιμο που είχε οριστεί αρχικά (της 18-3-2009) και που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποιήθηκε ο θάνατός του στους αναιρεσίβλητους. Έτσι επήλθε βιαία διακοπή της δίκης (αρθρ.286 περιπτ.α', 287 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ). Κατά το θάνατό του κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους, τη σύζυγό του Ρ ήδη χήρα Δ, το γένος ... και τα τέκνα του, δεύτερο, τρίτη και τέταρτη αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους. Η ανωτέρω σύζυγος του θανόντος πρώτου αναιρεσείοντος Ρ, αποποιήθηκε την κληρονομιά αυτού (βλ. την με αριθ.1580/2009 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών). Ακολούθως, οι λοιποί αναιρεσείοντες (δεύτερος, τρίτη και τέταρτη), με την από 24-3-2009 κλήση τους, που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους, δήλωσαν ότι επιθυμούν την επανάληψη της δίκης, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (12-5-2010). Με τα δεδομένα αυτά, νόμιμα οι καλούντες επισπεύδουν την επανάληψη της δίκης, η οποία νόμιμα, επίσης, επαναλαμβάνεται εκούσια στο όνομά τους, νομιμοποιουμένους για τη συνέχισή της (αρθρ.290 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔ συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής αγωγής ακίνητου είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του ακινήτου και η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατ' έκταση, θέση, όρια, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητα του.

Αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας για να είναι ορισμένη πρέπει να αναφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα για ορισμένη αιτία, μεταγραφή του τίτλου και την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του και προκειμένου περί κληρονομικής διαδοχής, πρέπει να αναφέρεται ότι ο κληρονόμος αποδέχθηκε με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και μετέγραφε την περί αποδοχής δήλωση του.

Αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του με τις προτάσεις του (ΚΠολΔ 224), ο ενάγων πρέπει να προσδιορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του και εν ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του έως τη συμπλήρωση πρωτοτύπου τρόπου κτήσης της κυριότητας. Αν στηρίζεται η αγωγή στην κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία πρέπει να γίνει επίκληση των στοιχείων της, δηλαδή του νόμιμου τίτλου της νομής με καλή πίστη στο επίδικο ακίνητο και του δεκαετούς χρόνου.

Αν στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία πρέπει να γίνει επίκληση νομής στο επίδικο με εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ' αυτό, οι οποίες είναι δηλωτικές της βούλησης του ενάγοντος για εξουσίασή του και πρέπει να αναφέρονται, ο χρόνος αυτής, που απαιτείται από το νόμο, για την κτήση, με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο, της κυριότητας, ότι ο χρόνος αυτός έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο του ενάγοντος και αν χρειάζεται προσμέτρηση και της νομής των δικαιοπαρόχων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα, κινητό η ακίνητο, γίνεται κυρίος (έκτακτη χρησικτησία ). Κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Κατά την τελευταία διάταξη, νομή είναι η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος.

Η διάνοια δε κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του. Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σε αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσίασεώς του με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες δε πράξεις είναι ενδεικτικά η επίβλεψη του ακινήτου, η επισκευή του, ο σταυλισμός ζώων σ' αυτό και η ανακατασκευή υπάρχουσας οικίας κ.α. Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτό λόγος αναίρεσης, για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν για την εφαρμογή αυτού, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία η αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών με διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων: Τα επίδικα, όπως, ειδικότερα, περιγράφονται, ανήκαν αρχικά στους ..

και ..., από τους οποίους τα αγόρασε ατύπως, στα τέλη της δεκαετίας του 1940, ο Χ1, πατέρας του πρώτου εναγόμενου Δ και του συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου των εναγόντων Ζ. Ο Χ1, (ο οποίος απεβίωσε το έτος 1972), εν γνώσει μάλιστα και των υιών του Ζ και Δ, το έτος 1957 προέβη στη σύνταξη της υπ' αριθ, ... δημόσιας διαθήκης ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Ψωφίδος Γεωργίου Μπούρα, στην οποία συμπεριέλαβε και τα επίδικα ακίνητα, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι τα επίδικα είχαν αγορασθεί από τον πρώτο εξ αυτών.

Προκύπτει μάλιστα ότι η σύνταξη της διαθήκης αυτής έγινε ουσιαστικά καθ' υπόδειξη του πρώτου εναγομένου Δ, ώστε ο ίδιος να λάβει συγκεκριμένα ακίνητα, ενώ τα επίδικα θα παρέμεναν από κοινού στους αδελφούς του Ψ2 (απεβίωσε το έτος 1962) και Ζ. Μετά δε το θάνατο του Ψ2, η εγκατάσταση του ως κληρονόμου ματαιώθηκε, και προσαυξήθηκε αναλόγως η μερίδα του Ζ.

Ακόμη, δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι μετά τη σύνταξη της διαθήκης αυτής και τον επακολουθήσαντα γάμο του πρώτου εναγομένου το έτος 1958, είτε άλλαξε η ως άνω βούληση του διαθέτη Χ1 είτε επισυνέβη κάποια άτυπη δωρεά προς τον πρώτο εναγόμενο που να αφορά τα επίδικα ακίνητα (εξάλλου ούτε ο πρώτος εναγόμενος επικαλείται κάποιο τέτοιο περιστατικό).

Μέχρι το χρόνο του θανάτου του το έτος 1972, ο Χ1 νεμόταν τα επίδικα, είτε αυτοπροσώπως χρησιμοποιώντας το πρώτο ακίνητο ως αποθήκη, είτε μέσω του υιού του Δ, πρώτου εναγομένου, ο οποίος σταύλιζε τα ζώα του στα επίδικα. Μετά το θάνατο του Χ1, ο υιός του Ζ, κατέστη κληρονόμος επί των επιδίκων, χωρίς ωστόσο όσο ζούσε να προβεί σε δημοσίευση της ως άνω διαθήκης ή σε αποδοχή της σχετικής κληρονομιάς με συμβολαιογραφική πράξη και επειδή διέμενε μόνιμα στην..., τις πράξεις νομής επί των επιδίκων εξακολουθούσε να ασκεί ο αδελφός του Δ, ο οποίος το διάστημα 1954-1984 διέμενε στο ..., πάντοτε όμως με την οικονομική στήριξη του Ζ, ο οποίος εργαζόταν ως λογιστής στην ..., ασκώντας τις σχετικές πράξεις για λογαριασμό του τελευταίου.

Η δε επισκευή της στέγης το έτος 1970 που έγινε στην ως άνω οικία από τον Δ, έγινε για λογαριασμό και με την οικονομική βοήθεια του αδελφού του Ζ. Μάλιστα δε, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε στον αδελφό του Ζ ότι νέμεται για δικό του λογαριασμό τα επίδικα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εκκίνηση χρόνου έκτακτης χρησικτησίας για τον εαυτό του (πρώτου -εναγομένου), μολονότι κατά καιρούς οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από αμφότερους τους διαδίκους επιστολές του Ζ προς τον αδελφό του Δ.

Ο Ζ απεβίωσε το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1989, ενώ δηλαδή ήδη ο Δ είχε μετοικήσει από πενταετίας στην ..., τα δε επίδικα χρησιμοποιούντο ως αποθηκευτικοί χώροι με την παραχώρηση του Ζ. Μετά την αποχώρηση του Δ μάλιστα από το ...ι, ο Ζ είχε εκφράσει την βούληση να προβεί σε ανακατασκευή της οικίας ώστε ναι διαμένει εκεί τα καλοκαίρια και το 1988 είχε απευθυνθεί και σε μαραγκό ώστε να ξεκινήσει τις εργασίες, όπως καταθέτει ενόρκως η έχουσα ιδία αντίληψη των σχετικών ζητημάτων μάρτυρας απόδειξης.

Το έτος 1994 όμως, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στη σύνταξη της υπ' αριθ. ... πράξης σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σαρρή-Μηλιαράκη, νομίμως μεταγεγραμμένη και μεταβίβασε το δεύτερο ως άνω ακίνητο (κήπο) κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου στα τέκνα του Χ1, Χ2 και Χ3 (λοιπούς εναγομένους), δυνάμει της υπ' αριθ. ...

πράξης γονικής παροχής της ιδίας συμβολαιογράφου, ομοίως νομίμως μεταγεγραμμένης, μάλιστα οι εναγόμενοι εγκαταστάθηκαν στα ως άνω ακίνητα αντιστοίχως. Οι ενάγοντες προέβησαν το έτος 2000 στη δημοσίευση της ως άνω διαθήκης του Χ1 και εν συνεχεία προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομιάς του Ζ αλλά και του Χ1 για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου του με την υπ' αρι6. ...

πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Γεωργίας Ακουρή - Μήτσια, νομίμως μεταγεγραμμένη, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. ...πράξη διόρθωσης και συμπλήρωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Μιλτιάδη Στάμου, επίσης νομίμως μεταγεγραμμένης. Κατέστησαν λοιπόν συγκύριοι των επιδίκων κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/4 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος των εναγόντων, με παράγωγο τρόπο, ήτοι εκ κληρονομικής διαδοχής.

Όσον αφορά δε την τρίτη εναγομένη, η οποία επικαλείται πράξεις νομής επί του καταλειπομένου σε αυτήν με την ανωτέρω γονική παροχή ακινήτου (πρώτο ανωτέρω ακίνητο) από το έτος 1994 και εντεύθεν (ιδιαίτερα μάλιστα μετά το 1999, οπότε προέβη σε υδροδότηση, ρευματοδότηση της οικίας και έκδοση πολεοδομικών αδειών τα έτη 2001 και 2002 για οικοδομικές εργασίες οι οποίες και πραγματοποιήθηκαν), το χρονικό διάστημα της άσκησης των πράξεων αυτών νομής δηλαδή από τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου της προς αυτήν γονικής παροχής (Δεκέμβριος του 1994) μέχρι την άσκηση της ένδικης- αγωγής (Μάιος 2004) είναι μικρότερο των δέκα ετών και επομένως δεν μπορεί να στηρίξει την ένσταση ιδίας κυριότητας με βάση την τακτική χρησικτησία (άρθρο 1041 ΑΚ).

Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι κατά το έτος 1991 οι ενάγοντες προέβησαν σε αποδοχή κληρονομιάς του συζύγου και πατέρα τους Ζ χωρίς να περιλάβουν τα επίδικα ακίνητα (βλ. την υπ' αριθ. ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Σταυρόπουλου), αφενός μεν δεν μπορεί από μόνο του να αποδείξει πεποίθηση των εναγόντων ότι ο Ζ δεν ήταν κύριος των επιδίκων, αφού ως τότε ουδεμία σχετική αμφισβήτηση είχε εγερθεί από τον πρώτο εναγόμενο, ενώ η αποδοχή αυτή αφορούσε συγκεκριμένο ακίνητο στην περιοχή ...

και όχι τη συνολική κληρονομιά του, ενώ για να προβούν στην αποδοχή των επιδίκων, θα έπρεπε να προηγηθεί και η αποδοχή της κληρονομιάς του Χ1 για λογαριασμό του Ζ. Επομένως, συνάγεται ότι οι ενάγοντες έχουν καταστεί συγκύριοι κατά τα ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί των επιδίκων ακινήτων, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος νεμόταν για λογαριασμό του τα επίδικα, ή ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων είχε παραιτηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο του κληρονομικού του δικαιώματος, καθώς ουδέποτε αποποιήθηκε την κληρονομιά αυτή, η οποία του επήχθη αυτοδικαίως".

Με βάση τις παραδοχές, αυτές, αλλά και άλλες, που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, κατά της απορριπτικής σε βάρος τους απόφασης και ακολούθως, δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι των επιδίκων με παράγωγο τρόπο.

Κρίνοντας, έτσι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 974,1045,1094 και 1710 του ΑΚ δεδομένου ότι αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το μεν ο τρόπος (χρησικτησία), με τον οποίο οι ως άνω δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων Ζ και Χ1 έγιναν κύριοι των επίδικων, το δε όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαιτούνται για να καταστούν οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι των εναγόντων κύριοι με έκτακτη χρησικτησία και δη το πνευματικό στοιχείο της νομής, ήτοι η διάνοια κυρίου, η οποία σαφώς υποδηλώνεται με τις προαναφερθείσες υλικές πράξεις που αυτοί άσκησαν επάνω στα επίδικα.

Επομένως, οι τέταρτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο, 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Από το άρθρο 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των. Πολυμελών Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στην εν λόγω διάταξη και συγκεκριμένα: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' υλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αν και ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων Ζ, ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στα επίδικα, εν τούτοις δέχθηκε ότι αυτός ενέμετο τα επίδικα και κατέστη κύριος αυτών. Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αν και δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων ασκούσε πράξεις νομής επί των επιδίκων για λογαριασμό του απωτέρου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Χ1, εν τούτοις δεν αναφέρει αν τις πράξεις αυτές ασκούσε αυτός Χ1 με διάνοια κυρίου.

Οι επικαλούμενες με τους λόγους αυτούς πλημμέλειες δεν στοιχειοθετούν κανένα λόγο αναίρεσης, από τους ως άνω περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, αλλά πλήττουν την ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι.

IV. Κατά τα άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήρια της ουσίας, εκτός αν πρόκειται σ) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θε-μελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει απο το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως Λόγας αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεως του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος( ΑΠ 306/1999, Ελλ.Δικ. 1999,305 ) . Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560αριθ 1 ΚΠολΔ , προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε το άρθρο 1094ΑΚ, εν όψει του ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, ως προς τους πρώτο και δεύτερο εναγομένους - αναιρεσείοντες, αφού αυτοί, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, δεν ήταν οι νομείς και κάτοχοι των επίδικων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι τον ισχυρισμό αυτόν, ο οποίος δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ πρότειναν ως όφειλαν, στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρουν το χρόνο και τον τρόπο προτάσεως του. ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Και αυτό ανεξάρτητα από το ότι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς τον πρώτο αναιρεσιβλήτο είναι και αβάσιμος, διότι αυτός, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ήταν κάτοχος και νομέος του με στοιχείο β' ακινήτου της αγωγής, εμβαδού 79,15 τ. μ .

V.Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθ. Ι εδ. β' του ΚΠολΔ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως , μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προεκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ασκούσαν πράξεις νομής στα επίδικα, αναφέροντας ως τέτοιες και τον σταυλισμό των ζώων σε αυτά, ενώ αγνόησε τα διδάγματα της κοινής πείρας, που εάν τα ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση.

Κατ 'αυτά (διδάγματα), δεν μπορεί να νοηθεί σταυλισμός ζώων σε κήπους και μικρούς ελεύθερους καλλιεργούμενους χώρους. Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ( και δη του άρθρου 974 ΑΚ ) ή την υπαγωγή σε αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων , για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.

VI.Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του αρθρ.560 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κρίση των δικαστηρίων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιό επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου.

Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά την παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων της ΕΣΔΑ 28 του Συντάγματος και 106 και 223 του ΚΠολΔ, διότι προκειμένου οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι να θεμελιώσουν δικαίωμα κυριότητας επί των επίδικων, ενώ ισχυρίστηκαν με την ένδικη αγωγή τους, ότι αυτοί και οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν αποκλειστικά οι ίδιοι αυτοπροσώπως σ' αυτά (επίδικα) πράξεις νομής με διάνοια κυρίου άνω της εικοσαετίας, εν τούτοις στη συνέχεια και μετά την παραπομπή της αγωγής από το Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως, στο οποίο αρχικά είχε αυτή εισαχθεί, στο Ειρηνοδικείο Ψωφίδος, αυτοί (αναιρεσίβλητοι) για πρώτη φορά ισχυρίστηκαν ότι τις όποιες πράξεις νομής που ασκούσε στα επίδικα ο πρώτος αναιρεσείων, τις ασκούσε για λογαριασμό αυτών, μεταβάλλοντας έτσι, ανεπίτρεπτως, την ιστορική βάση της αγωγής .

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια παραβίασης των άρθρων της ΕΣΔΑ και 28 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι με αυτές οι ενάγοντες συμπλήρωσαν, παραδεκτώς, την αγωγή, ως προς τον τρόπο ασκήσεως επί των επίδικων των πράξεων νομής, χωρίς με αυτόν τον τρόπο να επέλθει μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται η πλημέλεια της παραβιάσεως των άρθρων 106 και 223 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όσον αφορά την παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως οι ανωτέρω (106 και 223 ΚΠολΔ), οι οποίες καθορίζουν τον τρόπο και τη μορφή της ένδικης προστασίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Ιανουαρίου 2008 αίτηση των Χ1 κλπ, για αναίρεση της 88/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ