Legislator Case Law & Legislation
1528/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to specify factual assumptions.

Case Number 1528/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning and ignored her evidence, but the court found these grounds legally inadmissible. The court ruled that the appeal arguments were too vague, lacking specific factual assumptions and detailed explanations of the alleged legal errors required for admissibility.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the factual assumptions of the challenged decision and the precise nature of the alleged legal error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds factual assumptions legal reasoning property ownership court of appeals legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 1094 of the Civil Code
Article 216(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 1033 and 1192 of the Civil Code
Articles 1041, 1042, and 1043 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 318/2002
OLAP 20/2005
OLAP 32/96
OLAP 27/98

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1528 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1528/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Κρέστο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Καουτσκή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4902/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 6068/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/1999 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 22-9-2004 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπο Αντωνιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 α ΚΠοΛΔ συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του ακινήτου και η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατ' έκταση, θέση, όρια, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Αν η αγωγή στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας με σύμβαση για να είναι ορισμένη πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 1033 και 1192 ΑΚ, να αναφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα για ορισμένη αιτία, μεταγραφή του τίτλου και την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του. Αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει ειδικώς την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος με τις προτάσεις του, ο ενάγων πρέπει να προσδιορίσει, με τις προτάσεις της ίδιας συζήτησης, τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του και εν ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του έως τη συμπλήρωση πρωτοτύπου τρόπου κτήσης της κυριότητας (ΑΠ 318/2002).

Αν στηρίζεται η αγωγή στην κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία πρέπει να γίνει επίκληση των κατά τα άρθρα 1041, 1042 και 1043 ΑΚ στοιχείων της, δηλαδή του νόμιμου τίτλου που πρέπει να έχει μεταγραφεί και της νομής με καλή πίστη στο επίδικο ακίνητο για μια δεκαετία. Αν στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, να γίνει επίκληση νομής στο επίδικο για μια εικοσαετία και ότι ο χρόνος αυτός έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο του ενάγοντος, με τη δυνατότητα όμως, και στις δύο μορφές χρησικτησίας, εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Εξάλλου κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Κατά την τελευταία διάταξη, νομή είναι η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Η διάνοια δε κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του.

Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει την κτήση της κυριότητας αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σε αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσίασεώς του με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η επίσκεψη, ο καθαρισμός και η εν γένει φροντίδα και επίβλεψη του ακινήτου καθώς και η πληρωμή των πάσης φύσεως φόρων που το αφορούν.

Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, για τη θεμελίωση της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής οι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται, ότι με τον παράγωγο τρόπο (αγορά) που προσδιορίζουν αναλυτικά και ειδικότερα δυνάμει των αναφερόμενων συμβολαίων που νόμιμα μεταγράφηκαν έγιναν κύριοι του ακινήτου (οικοπέδου) που περιγράφουν κατά θέση, έκταση και όρια και ότι τόσο αυτοί όσο και οι δικαιοπάροχοι τους, άμεσοι και απώτεροι, προ του 1885 μέχρι την άνοιξη του 1993 που η εναγομένη απέβαλε αυτούς από τη νομή του, ασκούσαν επ' αυτού διανοία κυρίου και με νόμιμο τίτλο όλα τα δικαιώματα κυριότητας, νομής και κατοχής, καθορίζοντες τούτο και ασκούντες όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση αυτού, επισκεπτόμενοι τούτο τακτικά, πληρώνοντας φόρο ακαλύπτων χώρων και γενικά προέβαιναν σε κάθε πράξη που διενεργείται από τον κύριο, νομέα και κάτοχο αυτού, σε βαθμό ώστε να είναι αδιαφιλονίκητοι νομέα, κύριοι και κάτοχοι και έτσι έχουν αποκτήσει την κυριότητα αυτού και δια τακτικής άλλως εκτάκτου χρησικτησίας, προσμετρώντας έκαστος διάδοχος στη δική του νομή και τη νομή του δικαιοπαρόχου του.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε, με την προσβαλλομένη απόφαση του, "πλήρως ορισμένη" την αγωγή, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου εφέσεως των εναγόντων, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1045, 1051, 1094, 1192 αριθ. 1 και 2 και 1194 του ΑΚ, για τη γένεση του ένδικου δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων, ούτε έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν στην αγωγή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 (κατ' ορθή υπαγωγή) ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να το λάβει υπόψη (Ολομ. ΑΠ 2/2001 και 12/2000). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως (Ολομ. ΑΠ. 3/1997) και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο, πρώτο μέρος, της αναιρέσεως όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ. και συγκεκριμένα ότι "η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις αγνόησε παντελώς την πληθώρα των προσκομισθέντων στοιχείων δια των οποίων αποδεικνύεται η νομή, κατοχή και εξουσίασις του οικοπέδου καλή τη πίστει επί τριάκοντα και πλέον έτη ενώ θα έδει να λάβη υπ' όψιν όλα αυτά τα στοιχεία και να απορρίψει την αγωγήν". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε επιχειρήματα που αντλούνται από τις αποδείξεις, τα οποία δεν θεωρούνται "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Δεν γεννάται, όμως, ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται αναιρεσείων.

Στην προκείμενη, περίπτωση, με δεύτερο λόγο, δεύτερο μέρος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, όπως εκτιμάται η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότί για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα: 1) Το από Ιουνίου 1958 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ..., 2) το ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Λαϊνάκη, με πιστοποιητικό μεταγραφής αυτού, 3) της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως και γάμου, 4) φωτογραφίες του επίδικου και 5) τις ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Από την επισκόπηση όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε και τα ως άνω έγγραφα (με αριθ. 1 έως 4).

Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις (αριθ. 5), ρητά αυτές μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (δεύτερη σελίδα του τρίτου φύλλου αυτής). Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο (δεύτερο) αναιρέσεως, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ, όπως επίσης εκτιμάται, αποδίδεται στο Εφετείο και η αιτίαση ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι "μετήρχοντο πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου οικοπέδου, ενώ εις από το έτος 1959 μέχρι και το 1994 δεν ενεφανίσθη ποτέ κανείς εκεί όχι να μετέλθει πράξεις νομής ή ατυχής ή εξουσίασιν επί του επιδίκου, αλλά ούτε καν επίσκεψις δεν πραγματοποιήθη επ' αυτού και παρ' όλα αυτά όμως η αναιρεσιβαλλόμενη εδέχθη ότι ήσκουν επ' αυτού νομή".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του, αφού εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις (μάρτυρες και έγγραφα) και, συνεπώς, όχι χωρίς απόδειξη. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ανωτέρω χωρίς να τάξει απόδειξη, είναι απαράδεκτος, διότι και υπό το προϊσχύον του Ν. 2915/2001 (ότε απαλείφθηκε η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ, που όριζε ότι αναίρεση και αν το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για τα πράγματα που δέχθηκε) νομικό καθεστώς, δεν ήταν υποχρεωτικό να ταχθεί απόδειξη σε υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου, όπως η κρινόμενη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ'του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελώς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Με τον ίδιο ως άνω λόγο (δεύτερο) αναίρεσης, τέταρτο μέρος, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά της να διατάξει απόδειξη για τους ως άνω ισχυρισμούς της.

Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "αίτηση", κατά την προαναφερθείσα έννοια. Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, αναφορικά με τις κρίσεις του Δικαστηρίου, πως η αναιρεσείουσα κατέστη κύρια του επιδίκου κλπ είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση, της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του πορίσματος, που εξάγεται από τις αποδείξεις, πλήττουν την μη άσκησή αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από αυτό (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.

Επομένως, ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων: 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, 32/96, 27/98). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς όμως να προσδιορίζονται οι ελλείψεις και οι αντιφάσεις και χωρίς να αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε το Εφετείο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του, για τη βασιμότητα της αγωγής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 1999 αίτηση της Χ για αναίρεση της 6068/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ