Legislator Case Law & Legislation
1528/2008 AI generated

1528/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1528/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1528/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο, για την επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το άρθρο 932 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ως αιτιολογία μόνο τη φράση "ενόψει του αντικτύπου που είχε το αδίκημα που διαπράχθηκε σε βάρος της".

Keywords

AI generated
motor vehicle expenses enforcement costs expropriation costs mission, travel and accommodation expenses ancillary expenses unpaid customs duties
AI generated
2484/2009
Supreme Court annuls appeal court ruling on embezzlement due to lack of specific and detailed reasoning in the decision.
1188/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2011 αγωγή του Π.
516/2019
Supreme Court dismisses appeal on tax withholding and social security deduction procedural errors.
685/2008
Supreme Court dismisses appeal and additional grounds for late filing due to lack of force majeure.
1417/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 447/1997 προδικαστική, 483/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 199/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1528 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1528/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου.

Της αναιρεσίβλητης: Ναυτιλιακής εταιρίας του α.ν.89/1967, όπως ισχύει με τις τροποποιήσεις του, με την επωνυμία "Seascope Shipping Αgency l.t.d", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Λευκονοικιάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3781/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 638/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 3-5-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή ως αόριστη γιατί το δικόγραφο παρέπεμπε σε έγγραφα εκτός αυτού, και δεν εξέθετε ποιό είναι το κατά μήνα έλλειμμα της διαχείρισης του αναιρεσείοντα, ούτε αν οι πιστώσεις του λογαριασμού της αναιρεσίβλητης με το ποσό των 40.996 δολ.

ΗΠΑ, αφορούν αναλήψεις χωρίς δικαίωμα, ούτε γιατί το ποσό των 10.890 δολ. ΗΠΑ αποτελεί υπεξαίρεση, ούτε επίσης γιατί η μεταφορά του ποσού των 76.000 δολ. ΗΠΑ από το λογαριασμό της αναιρεσίβλητης συνιστά παράνομη πράξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτος γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 5.5.2005 έφεσης του αναιρεσείοντα κατά της με αριθ. 3781/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των από 10.11.2005 προτάσεων του ιδίου (αναιρεσείοντα) ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, δεν επαναφέρθηκε ο ισχυρισμός αυτός στο Εφετείο.

Το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι από τη διάπραξη από τον αναιρεσείοντα της επίδικης υπεξαίρεσης σε βάρος της αναιρεσίβλητης, υπέστη αυτή ηθική βλάβη που προδήλως αναφέρεται στην πίστη, το κύρος και τη φήμη της που από τη φύση του πράγματος νοείται προσβολή της, από τον αντίκτυπο που είχε σε αυτά (πίστη, κύρος και φήμη της) το παραπάνω αδίκημα (υπεξαίρεση) που τελέσθηκε σε βάρος της.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο, για την επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το άρθρο 932 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ως αιτιολογία μόνο τη φράση "ενόψει του αντικτύπου που είχε το αδίκημα που διαπράχθηκε σε βάρος της".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως που αναφέρεται σε εκ πλαγίου κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ παραβίαση του άρθρου 932 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα άνω πραγματικά περιστατικά καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή του πραγματικού του άρθρου 932 ΑΚ.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ανάμεσα στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 επ.

του ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ το ισόποσο των δρχ. 52.504.249, στις οποίες έκρινε το Εφετείο ότι ανέρχονται οι θετικές ζημίες της αναιρεσίβλητης από την τελεσθείσα σε βάρος της από τον αναιρεσείοντα αδικοπραξία, ανέρχεται σε 154.084,36 ευρώ, επιδικάσθηκαν στην αναιρεσίβλητη με την προσβαλλόμενη απόφαση 154.184,36 ευρώ, τα οποία και ζητούνταν με την ένδικη αγωγή. Όπως προκύπτει εμφανώς από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναγωγή σε αυτή του ισόποσου των 52.504.249 δρχ. σε 154.184,36 ευρώ αντί του ορθού 154.084,36 ευρώ, οφείλεται σε προφανές λογιστικό λάθος. Οι γραφικές όμως ή λογιστικές παραδρομές δεν ιδρύουν κατά τα προεκτεθέντα λόγο αναιρέσεως και γι' αυτό ο παραπάνω λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' άρθρο 221 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ με την άσκηση της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 215, η κατάθεσή της έχει ως συνέπεια α) εκκρεμοδικία ......... Κατά δε το άρθρο 222 ΚΠολΔ όταν επέλθει εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο, νέα δίκη, για την ίδια επίδικη διαφορά, ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονταν με την ίδια ιδιότητα.

Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, η έναρξη της εκκρεμοδικίας που αποτελεί την πρώτη κατά σειρά δικονομική συνέπεια άσκησης της αγωγής εντοπίζεται στο χρονικό σημείο κατάθεσης του αγωγικού δικογράφου, εφόσον όμως ολοκληρώθηκε η άσκησή της με επίδοση αντιγράφου στον αντίδικο.

Η εκκρεμοδικία λήγει με την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής, ανεξαρτήτως αν τη δέχεται ή την απορρίπτει για λόγο δικονομικό ή ουσιαστικό. Αναβιώνει δε η εκκρεμοδικία της αγωγής με την άσκηση έφεσης και ειδικότερα από τη στιγμή της σύνταξης της έκθεσης κατάθεσης του ενδίκου μέσου, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός δικασίμου και ανατρέχει στο χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης.

Δεν προτείνεται όμως επιτυχώς η ένσταση εκκρεμοδικίας στο διάστημα μεταξύ έκδοσης της οριστικής απόφασης και άσκησης του ενδίκου μέσου, ούτε αναβιώνει η εκκρεμοδικία με την άσκηση των εκτάκτων ενδίκων μέσων, αλλά μόνον αφού γίνουν αυτά δεκτά και εξαφανισθεί η προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση (Ολ. ΑΠ 38/1996).

Ενώ εξάλλου η εκκρεμοδικία αποτελεί μεν αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτής λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως προνομιακός δε ισχυρισμός προτείνεται παραδεκτά σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, μπορούσε όμως να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου μόνο πριν από το ν. 2172/1993 και μόνο όταν δίκαζε, μετά την αναίρεση, την ουσία της υπόθεσης.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ (πράγματι η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ) αιτίαση ότι το Εφετείο μετά την, κατά παραδοχή της από 23.3.2005 έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνιση της πρωτόδικης με αριθ. 3781/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διακράτηση της υπόθεσης, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αγωγής λόγω της υπάρχουσας εκκρεμοδικίας με την άσκηση της από 26-2-1998 προηγουμένης αγωγής της αναιρεσίβλητης και απόρριψή της ως αόριστης με την με αριθ. 3599/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν προβάλλει με το δικόγραφο της αναιρέσεως ότι επανέφερε τον ισχυρισμό του αυτόν περί εκκρεμοδικίας στο Εφετείο, ούτε προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσής του και των προτάσεών του στην κατ' έφεση δίκη ότι επανέφερε αυτόν.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί και ως αβάσιμος, γιατί κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το Εφετείο, είχε λήξει η εκκρεμοδικία της από'26.2.1998 πρώτης αγωγής της αναιρεσίβλητης με την έκδοση της με αριθ. 3599/2000 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή αυτή ως αόριστη.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δέχθηκε ανελέγκτως εκ των αποδείξεων τα ακόλουθα: Από την αναιρεσίβλητη, που εδρεύει στη ..... και είναι μόνιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, με το από 2.2.1989 πρακτικό συνεδρίασης του διοικητικού της συμβουλίου, που έχει προσυπογραφεί από τον εναγόμενο, διορίσθηκε ο τελευταίος ως ο νόμιμος εκπρόσωπός της, εντολοδόχος και διαχειριστής όλων των περιουσιακών της στοιχείων στην Ελλάδα έχοντας την πλήρη οικονομική διαχείριση του γραφείου της και δικαίωμα δέσμευσής της σε όλες τις πράξεις που αναγράφονται σε αυτό.

Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος ως εκπρόσωπος της ενάγουσας στην Ελλάδα εξουσιοδοτήθηκε να εισπράττει, αποσύρει και καταθέτει με μόνη την υπογραφή του οποιαδήποτε χρηματικά ποσά σε τραπεζικό ή άλλο λογαριασμό της εταιρείας, καθώς και να υπογράφει, οπισθογραφεί, προεξοφλεί και διαπραγματεύεται επιταγές, ομόλογα και κάθε φύσεως διαπραγματεύσιμα έγγραφα της εταιρείας.

Επίσης, στις 23.7.1990 δυνάμει πληρεξουσίου των διευθυντών της εταιρείας "Veni Shipping Co. LTD", που εδρεύει στο ..... και έχει τους ίδιους μετόχους με την ενάγουσα εταιρεία, διορίστηκε ο εναγόμενος ως πληρεξούσιος αυτής και του παρείχετο το δικαίωμα: 1) Να αποδέχεται όρους και συνθήκες και να εκτελεί και υπογραφεί, σφραγίζει και παραδίδει οποιαδήποτε και όλα τα έγγραφα σχετικά με την κυριότητα από την εταιρεία της θαλαμηγού υπό βρετανική σημαία ".....". 2) Να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη διαχείριση της προαναφερομένης θαλαμηγού. 3) Να διορίζει αντικαταστάτη ή αντικαταστάτες και να ανακαλεί τους ίδιους.

Με τους εν λόγω διορισμούς ο εναγόμενος κατέστη εντολοδόχος και διαχειριστής των περιουσιακών στοιχείων αμφοτέρων των παραπάνω εταιρειών. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων υπήρξε αρχικώς πολύ καλή, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των μετόχων της ενάγουσας και του ιδρυτή και βασικού μετόχου του εφοπλιστικού συγκροτήματος, όπου ανήκε, και κατ' επανάληψη προέδρου του ΔΣ της εταιρείας Α, ο οποίος του εμπιστεύθηκε τους προσωπικούς του λογαριασμούς, αφού άνοιξε στο υποκατάστημα Πειραιά της Τράπεζας "National Westminster Bank", κοινό λογαριασμό όψεως σε δραχμές με αριθμό ....., που διακινούνταν με επιταγές όψεως αποκλειστικά και μόνο από τον εναγόμενο κατόπιν οδηγιών και εντολών του Α.

Στο λογαριασμό αυτό κατέθετε ο εναγόμενος τα δραχμοποιούμενα από αυτόν δολλάρια μετά την αποστολή εμβασμάτων από το ..... στους υπ' αριθ. ..... USD και ..... USD συναλλαγματικούς λογαριασμούς της εταιρείας "Veni Shipping Co LTD" για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας και συντήρησης του θαλαμηγού πλοίου ".....". Η τελευταία που ανήκε, όπως προαναφέρθηκε, στην ιδίων εφοπλιστικών συμφερόντων με την ενάγουσα εταιρεία "Veni Shipping Co LTD", είχε έδρα το .....

και ήταν ελλιμενισμένη από το έτος 1980 στη μαρίνα ...... Τον Σεπτέμβριο του 1997 ο εναγόμενος ζήτησε από τον διευθυντή του λογιστηρίου της ενάγουσας στο ..... την παροχή δανείου, το οποίο αυτή του αρνήθηκε. Στις 18.9.1997 όμως, ο εναγόμενος με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα (fax), που απέστειλε στον διευθυντή του λογιστηρίου Β, ομολογούσε ότι είχε κατακρατήσει χωρίς την έγκριση και εν αγνοία της ενάγουσας το ποσό των 15.000.000 δρχ., το οποίο χαρακτήρισε "αυτοδάνειο", προκειμένου να εξοφλήσει άλλο δάνειο που του είχε χορηγήσει ο αδελφός του για να κτίσει.

Τελικά, μετά την άρνηση του εναγομένου να επιστρέψει το παραπάνω ποσό, του ζητήθηκε να παραδώσει όλα τα έγγραφα της διαχείρισης και ανατέθηκε στον Ορκωτό λογιστή Γ ο έλεγχος της διαχείρισης της ενάγουσας εταιρείας για το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 μέχρι 31.10.1997. Από τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε ότι έλλειπαν πολλά έγγραφα και βεβαιώθηκε έλλειμμα συνολικού ύψους 198.502,29 δολλαρίων ΗΠΑ ή 52.504.249 δρχ.

Ειδικότερα: Ι) Διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές (ελλείμματα) μεταξύ του συνολικού πιστωτικού υπολοίπου των μηνιαίων εκκαθαρίσεων που συντάχθηκαν από τον εναγόμενο προς ενημέρωση της ενάγουσας σχετικά με τη διαχείριση αυτού και αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 έως 31.10.1997 και του αντίστοιχου συνόλου των μηνιαίων υπολοίπων διαθεσίμων της ενάγουσας σε τραπεζικούς λογαριασμούς, που διατηρούσε στην τράπεζα "National Westminster Bank", τα οποία (ελλείμματα) συνεχώς αυξάνονταν και ανήλθαν την 31.12.1995 σε 41.409 δολλ.

ΗΠΑ, την 31-12-1996 σε 111.451 (152.860 - 41.409) δολλ. ΗΠΑ και την 31.10.1997 σε 43.256 (196.116 - 152.860) δολλ. ΗΠΑ. Η τελική δηλαδή διαφορά (έλλειμμα) ανήλθε την 31.10.1997 σε 196.116 δολλ. ΗΠΑ και μετά την αφαίρεση ποσού 49.500 δολλ. ΗΠΑ, το οποίο, σύμφωνα με την από 10.11.1997 επιστολή της ενάγουσας, έγινε από αυτή αποδεκτό, προφανώς ως διαχειριστική δαπάνη, η τελική διαφορά (έλλειμμα) ανήλθε σε 146.616 (196.116 - 49.500) δολλ.

ΗΠΑ ή σε 39.732.936 δρχ. Το ποσό αυτό των 146.616 δολλ. ΗΠΑ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ο εναγόμενος δεν το απέδωσε στην ενάγουσα, στην οποία ανήκε, αλλά, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας της, που του είχε ανατεθεί από αυτή, το παρακράτησε εκδηλώνοντας έτσι κατά την ως άνω ημερομηνία (31.10.97) την πρόθεσή του να το ενσωματώσει χωρίς δικαίωμα στην περιουσία του.

Στο εν λόγω δε ποσό περιλαμβάνεται και το προαναφερόμενο ποσό των 15.000.000 δρχ. που είχε παρακρατήσει εν αγνοία και χωρίς την έγκριση της ενάγουσας και το χαρακτήρισε "αυτοδάνειο", προκειμένου να δικαιολογήσει την παράνομη ιδιοποίησή του, καθώς και το ποσό των 76.000 δολλ. ΗΠΑ, το οποίο, αφού μετέφερε από τον με αριθ. .....

λογαριασμό της ενάγουσας σε εκείνο της εταιρείας "Veni Shipping Co LTD", στον οποίο αυτός είχε πρόσβαση ως διαχειριστής της θαλαμηγού ".....", η οποία ανήκε στην αμέσως παραπάνω εταιρεία, στη συνέχεια το ανέλαβε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το ποσό των 76.000 δολλ. ΗΠΑ το χρησιμοποίησε για την κάλυψη εξόδων της θαλαμηγού ".....", η οποία ανήκε στην εταιρεία "Veni Shipping Co LTD", δεν αποδεικνύεται, αφού δεν προκύπτει ιδιαίτερα από έγγραφα στοιχεία τα οποία ως διαχειριστής όφειλε να τηρεί για να δικαιολογήσει την εν λόγω δαπάνη, πέραν του ότι τα έξοδα της θαλαμηγού ".....", καλύπτονταν από εμβάσματα που του απέστελνε η πλοιοκτήτρια εταιρεία "Veni Shipping Co LTD".

Επιπλέον, δυνάμει κοινής απόφασης των συναρμοδίων Υπουργών Εμπορικής Ναυτιλίας και Εθνικής Οικονομίας δεν επιτρεπόταν οποιαδήποτε δαπάνη από την ενάγουσα για άλλο σκοπό, εκτός από τους αναφερόμενους στις υπουργικές αυτές αποφάσεις που ανανεώνονταν ανά πενταετία. Τέτοια δαπάνη δεν προβλεπόταν και δεν δικαιολογούνταν για την άνω εταιρεία "Veni Shipping Co LTD", της οποίας δεν είχε την άμεση διαχείριση η ενάγουσα.

Έτσι τέτοια μεταφορά χρημάτων από τους λογαριασμούς της ενάγουσας σε λογαριασμό της εταιρείας "Veni Shipping Co LTD" ήταν παράνομη και αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω εταιρεία είχε δικούς της συναλλαγματικούς λογαριασμούς. Το ποσό των 76.000 δολ. ΗΠΑ μετά τη μεταφορά του εξαφανίστηκε, αφού δεν αναφέρθηκε σε άλλο έγγραφο, ενώ δεν δικαιολογείται η διάθεση αυτού για κάλυψη δαπανών του θαλαμηγού πλοίου ".....", αφού δεν έχουν προσκομιστεί μέχρι σήμερα παραστατικά πληρωμής δαπανών προς κάλυψη του εν λόγω χρηματικού ποσού.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η μεταφορά των χρημάτων αυτών έγινε για την κάλυψη των δαπανών του θαλαμηγού πλοίου "....." μετά από εντολή των μετόχων της εταιρείας στην οποία ανήκε δεν αποδεικνύεται. Για τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού θα έπρεπε η μεταφορά αυτή να έχει καταχωρηθεί στο επίσημο βιβλίο Εσόδων - Εξόδων της ενάγουσας ως έσοδο και αντίστοιχο έξοδο και στη συνέχεια να συμπεριληφθεί ως έξοδο στις αντίστοιχες εκκαθαριστικές καταστάσεις της διαχείρισής του, τις οποίες συνέτασσε, υπέγραφε και απέστελλε στο ..... .

Αν τούτο είχε συμβεί, η μεταφορά αυτή θα ήταν γνωστή από τη χρονική στιγμή της πραγματοποίησής της στα όργανα της ενάγουσας και δεν θα είχε αυξηθεί αδικαιολόγητα το έλλειμμα της διαχείρισης του εναγομένου κατά το προαναφερθέν ποσό.

ΙΙ) Διαπιστώθηκαν καταθέσεις στον με αριθ. ..... λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας στην Τράπεζα "National Westminster Bank" την 7.6.1995 από 11.587,85 δολλ. ΗΠΑ, την 23.6.95 από 6.366,45 δολλ. ΗΠΑ, την 14.3.1997 από 8.448,18 δολλ. ΗΠΑ και την 24.3.1997 από 14.593,81 δολλ. ΗΠΑ και συνολικά 40.996 δολλ. ΗΠΑ. Οι καταθέσεις αυτές αφορούσαν επανεισπράξεις δεσμευμένων καταθέσεων και τόκων της ενάγουσας εταιρείας για την κάλυψη εκδοθεισών από την ως άνω τράπεζα, με εντολή της ενάγουσας, εγγυητικών επιστολών υπέρ τρίτων, οι οποίες όμως δεν είχαν συμπεριληφθεί από τον εναγόμενο στις αντίστοιχες μηνιαίες εκκαθαρίσεις, δηλαδή στις εκκαθαρίσεις των μηνών Ιουνίου 1995 και Μαρτίου 1997, τις οποίες αυτός συνέταξε και υπέβαλε στην ενάγουσα, όπως είχε υποχρέωση, προς ενημέρωσή της. Με τον τρόπο αυτό ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας, ιδιοποιήθηκε παράνομα την μεν 30.6.1995 το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 17.954,3 δολλ. ΗΠΑ (δηλαδή 11.587,85 + 6.366,45 δολλ. HΠΑ) ή 4.039.717 δρχ., την δε 31.3.1997 το επίσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 23.041,99 δολλ. ΗΠΑ (δηλαδή 8.448,18 + 14.593,81 δολλ. ΗΠΑ) ή 6.106.127 δρχ., εκδηλώνοντας κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες (30.6.1995 και 31.3.1997) την πρόθεση του να ενσωματώσει και τα ποσά αυτά, χωρίς δικαίωμα στην περιουσία του. Και

ΙΙΙ) διαπιστώθηκε είσπραξη από τον εναγόμενο την 30.4.1996, χωρίς δικαίωμα ποσού 10.890 δολλ. ΗΠΑ ή 2.625.469 δρχ., που αφορούσε επιστροφή καταβληθέντος φόρου για το πλοίο ".....", που ανήκε στην ενάγουσα και είχε κατατεθεί στο λογαριασμό που αυτή (ενάγουσα) διατηρούσε στην τράπεζα "National Westminster Bank". Το ποσό αυτό ο εναγόμενος δεν το συμπεριέλαβε στην εκκαθάριση του μηνός Απριλίου 1996, ώστε να ενημερωθεί η ενάγουσα για την επιστροφή του φόρου αυτού αλλά, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας, το ιδιοποιήθηκε παράνομα, εκδηλώνοντας κατά την ως άνω ημερομηνία (30.4.1996) την πρόθεσή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες και β) άλλως έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, συνισταμένες α) στη μη αναφορά στο σκεπτικό της ως προς το βεβαιωθέν έλλειμμα 52.504,249 δρχ., ποιο ήταν το κατά μήνα συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο των μηνιαίων καταστάσεων που συνέτασσε ο αναιρεσείων προς ενημέρωση της αναιρεσίβλητης και ποιο το αντίστοιχο σύνολο των μηνιαίων υπολοίπων διαθεσίμων της εταιρείας στους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε η Τράπεζα, ώστε να καταλήξει στην περί ελλείμματος κρίση της και τον καθορισμό του ύψους αυτού την 31.10.1997, β) στην ασαφή αιτιολογία περί του αν το ποσό των 76.000 δολλ.

ΗΠΑ υπεξαιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα και σε ποιο χρονικό σημείο εν όψει των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση περικοπών "ότι το ποσό αυτό στη συνέχεια το ανέλαβε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα ο αναιρεσείων", "ότι η ανάληψη από τον αναιρεσείοντα αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα Δ" και ότι, "το ποσό αυτό μετά τη μεταφορά του εξαφανίσθηκε, αφού δεν αναφέρθηκε σε άλλο έγγραφο", γ) στην αντίφαση των κρίσεων ως προς το πρόσωπο που ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση απόδοσης λογοδοσίας για τη διαχείρισή του, εν όψει των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση περικοπών για "μηνιαίες εκκαθαρίσεις που συντάχθηκαν από τον εναγόμενο προς ενημέρωση της ενάγουσας σχετικά με τη διαχείριση αυτού" και για "υποχρέωση του εναγομένου προς απόδοση λογοδοσίας μόνο προς τη "ZELAS SHIPPING CO LTD" και δ) στην αντίφαση της κρίση του Εφετείου για το συνολικό ποσό της υπεξαιρέσεως, εν όψει των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση περικοπών ότι "η τελική διαφορά ανήλθε την 31.10.1997 σε 196.116 δολλ.

ΗΠΑ" και ότι "εν συνόψει ο εναγόμενος υπεξήρεσε συνολικά 198.502 δολλ. ΗΠΑ που αντιστοιχούν σε 52.504.249 δρχ. και σε 154.184,36 ευρώ". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί κατά το πρώτο υπό στοιχ. α' μέρος του ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αιτιολογίες και κατά το δεύτερο υπό στοιχ. β' μέρος του πρωταρχικά ως απαράδεκτος, διότι οι σχετικές ως άνω αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, που, όπως προαναφέρθηκε, είναι σαφές και από το λόγο αυτό δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 861/1984). Σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς. Ειδικότερα η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "η τελική διαφορά (έλλειμα) ανήλθε την 31-10-1997 σε 196.116 δολλάρια ΗΠΑ" δεν έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή της ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) υπεξαίρεσε συνολικά το ποσό των 198.502 δολλαρίων ΗΠΑ (που αντιστοιχούν σε 52.504.249 δρχ.

και σε 154.184,36 ευρώ), αφού στη συνέχεια αναφέρεται, με σαφήνεια και πληρότητα ότι το συνολικώς υπεξαιρεθέν αυτό ποσό αναλύεται α) στο ποσό των 196.116 δολλαρίων ΗΠΑ (ελλείματα ετών 1995 -1997) που ανέρχεται μετ' αφαίρεση 49.000 δολλ. ΗΠΑ, στο ποσό των 146.616 δολλ. ΗΠΑ β) στις επαναεισπράξεις δεσμευμένων καταθέσεων ποσού 40.996 δολλ.

ΗΠΑ και γ) στην επιστροφή φόρου ποσού 10.890 δολλ. ΗΠΑ.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ή την η υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι είναι λογικά αδύνατο να υπεξαιρεθεί μεγαλύτερο ποσό από το έλλειμμα στην κρίση του "ότι ο αναιρεσείων υπεξήρεσε συνολικά 198.502 δολλ. ΗΠΑ που αντιστοιχούν σε 52.504.249 δρχ. ή σε 154.184,36 ευρώ". Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτη, γιατί το παραπάνω συμπέρασμα δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας και δεν αφορά ερμηνεία ή εφαρμογή κάποιου κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτόν, αλλά χρησιμοποιείται προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου και εκτίμηση αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-4-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθ. 638/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ