Legislator Case Law & Legislation
1527/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible change of cause of action regarding civil court jurisdiction.

Case Number 1527/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by PASEGES against the Third Instance Court of Athens. The appellant argued that the lower court erred in jurisdiction by failing to recognize a debt under abstract debt recognition laws, but the court found this claim inadmissible. The court ruled that the original complaint did not cite abstract debt recognition, and introducing it later constituted an impermissible change of the cause of action under Article 526 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 526, 559 of the Code of Civil Procedure; A change of the cause of action introduced during appeal proceedings is inadmissible if the original complaint did not contain the new legal basis.

Keywords

AI generated
inadmissible change of cause of action civil court jurisdiction abstract debt recognition appeal inadmissibility Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 93 of the Constitution
Article 94 of the Constitution
Article 526 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1527 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1527/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΝΩΣΕΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΣΕΓΕΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολέττα Τσαγκαράκη.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Κουτσαύτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2747/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3655/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 93 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους", ενώ με το άρθρο 94 ορίζεται ότι "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.

Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4.

Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει".

Το Σύνταγμα, με τις διατάξεις αυτές, οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων, αντίστοιχων προς τη φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά, δε, αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΑΕΔ 18/2005).

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών διοικητικές διαφορές ουσίας είναι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον o νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο (ΑΕΔ 10/2019, ΑΕΔ 21/2012, ΑΕΔ 2/2002).

Σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 του Συντάγματος, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, που προβλέπει στο άρθρο 1 αυτού ότι υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες δεν είχαν υπαχθεί μέχρι τότε σε αυτά, μεταξύ των οποίων, κατά την παρ. 2 εδάφιο στ' του ιδίου άρθρου, και οι διαφορές που αφορούν "τις σχέσεις μεταξύ Ο.Γ.Α.

και ασφαλισμένων και ιδίως, αυτές που αναφέρονται στην ασφάλιση προσώπων ή της γεωργικής παραγωγής". Η ως άνω περίπτωση στ' της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου είναι συνταγματικώς ανεκτή, ενόψει του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, μόνον στις περιπτώσεις που η υποκείμενη σχέση είναι σχέση δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 10/2019).

Με βάση τα παραπάνω στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται ως διοικητικές διαφορές ουσίας και οι αξιώσεις έναντι του δημοσίου για την καταβολή κρατικής ενίσχυσης (επιδότησης) για την παραγωγική δραστηριότητα προς όφελος της εθνικής οικονομίας, διότι πρόκειται για παροχές που πηγάζουν από το δημόσιο δίκαιο και αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος (σχετ.

ΑΕΔ 2/2002, για επιδοτήσεις για την ενίσχυση του εξαγωγικού εμπορίου). Ομοίως, μπορεί να υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και αγωγές κατά νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, εφόσον αυτά ασκούν δημόσια εξουσία.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 1790/1988 (που εν συνεχεία εν μέρει μόνο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το Ν. 3877/2010) ιδρύθηκε οργανισμός κοινής ωφέλειας με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), o οποίος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, έχει έδρα την Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας (τα ίδια ισχύουν και κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 περ.

α του νεότερου v. 3877/2010). Έχει κριθεί δε, με βάση το σχετικό πλέγμα διατάξεων του ν. 1790/1988, ότι η υποχρεωτική ασφάλιση της γεωργικής παραγωγής και του φυτικού κεφαλαίου από τον ΕΛ.Γ.Α. - στον οποίο μεταβιβάσθηκε από τον Ο.Γ.Α. με τον προαναφερθέντα νόμο - εξυπηρετεί δημόσιο συμφέρον, που συνίσταται στην ενίσχυση και ανάπτυξη της γεωργικής οικονομίας και όχι στην ασφαλιστική προστασία των ζημιούμενων καλλιεργητών και, συνεπώς, οι διαφορές που γεννώνται από την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής, παρά το χρηματικό αντικείμενό τους, έχουν χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, ως εκ τούτου δε, αγωγή κατά του ΕΛ.Γ.Α.

για την καταβολή αποζημίωσης λόγω της ζημίας που υπέστη η γεωργική εκμετάλλευση, η οποία ήταν ασφαλισμένη κατά τις διατάξεις του ν. 1790/1988, εξαιτίας επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας που υπάγεται, με το άρθρο 1 παρ. 2 περίπτωση στ' του Ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 10/2019).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 4015/2011, "η ΠΑΣΕΓΕΣ ενισχύεται οικονομικά από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.) με την καταβολή σε αυτή κάθε χρόνο ποσοστού δύο τοις εκατό (2%) από τα έσοδα του, που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 3877/2010. Το συνολικό ποσό της οικονομικής ενίσχυσης του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) ευρώ", ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "από τα ίδια έσοδα της προηγούμενης παραγράφου επιχορηγείται μία ενιαία και ενωτική Συνομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων, σύμφωνα με τις οικονομικές δυνατότητες του Οργανισμού.

Το συνολικό ποσό της οικονομικής ενίσχυσης του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει για το σύνολο των αποδεκτών το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ. Η οικονομική ενίσχυση καταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε έτους, με βάση τα έσοδα που πραγματοποιήθηκαν κατά τον προηγούμενο χρόνο από τον ΕΛ.Γ.Λ.

σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη". Οι διατάξεις αυτές αντικατέστησαν τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 2810/2000, πλην όμως ουδέποτε εφαρμόστηκαν, εν τέλει δε καταργήθηκαν, και μάλιστα η ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 καταργήθηκε αναδρομικά από την έναρξη της ισχύος της. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 περ.

γ' του ν. 4384/2016 καταργήθηκαν "γ) Τα άρθρα 1 έως 4 και 6 έως 16, 18. και 19, και 19α του ν. 4015/2011 (Α' 210), όπως ισχύουν". Μεταγενέστερα, όμως, η τελευταία ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε δυνάμει του άρθρου 20 παρ, 6 του ν. 4492/2017, και πλέον αναφέρει ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου 4384/2016 καταργούνται "γ) Τα άρθρα 1 έως 4 και 6 έως 16, 18, 19 και 19α του v. 4015/2011 (Α' 210), όπως ισχύουν, εκτός από την παράγραφο 2 του άρθρου 14 η οποία καταργείται από την έναρξη ισχύος της.".

Ο νομοθέτης, δηλαδή, αρχικά το έτος 2016 κατήργησε την άνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του v. 4015/2011, και ακολούθως προχώρησε το έτος 2017 στην κατάργησή της αναδρομικά από την έναρξη της ισχύος της. Για την ταυτότητα πάντως του νομικού λόγου και βάσει των ανωτέρω, ως διοικητική διαφορά ουσίας θα πρέπει να χαρακτηρισθεί και η διαφορά από την προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 Ν. 4015/2001 οικονομική ενίσχυση της ΠΑΣΕΓΕΣ.

Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι, οσάκις η οφειλόμενη από διοικητική διαφορά απαίτηση δεν αμφισβητείται, αλλά έχει αντιθέτως αναγνωριστεί, είτε με σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (άρθρο 873 ΑΚ) είτε με σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθρο 361 ΑΚ), τότε δεν υφίσταται διοικητική διαφορά, αλλά πρόκειται για καθαρά ιδιωτικού δικαίου διαφορά, η οποία ιδρύθηκε από νέα έννομη σχέση, κατά τα άρθρα 873 και 361 ΑΚ, αντίστοιχα, η οποία στηρίζει ίδια, ευθεία και αυτοτελή βάση αγωγής, για την οποία έχουν δικαιοδοσία τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1362/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.

Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).

Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.

Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 634/2014).

Στην περίπτωση της υπόσχεσης ή της αναγνώρισης της από ορισμένη αιτία οφειλής, έτσι ώστε να δημιουργείται νέα ενοχή, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι` αυτήν (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1279/2012).

Η δήλωση του οφειλέτη για την αναγνώριση του χρέους ή η υπόσχεση αυτού, είναι απευθυντέα προς το δανειστή και αποτελεί πρόταση για τη σύναψη σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 185 ΑΚ, την οποία πρέπει να αποδεχθεί ο δανειστής, κατά τους όρους των άρθρων 189 επ. ΑΚ, προκειμένου να υπάρξει συντέλεση της σύμβασης.

Έτσι, ο ενάγων που στηρίζει τις αξιώσεις του σε σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αλλά ανεξάρτητη από την αιτία αυτού, εφόσον στη δήλωση υπόσχεσης ή την αναγνώριση μνημονεύεται η αιτία, πρέπει να επικαλεστεί, εκτός από τη δήλωση του οφειλέτη για την υπόσχεση ή την αναγνώριση από αυτόν του χρέους που συνιστά την πρόταση για τη σύναψη σύμβασης και την αποδοχή της πρότασης αυτής, αφού η μη γενόμενη ακόμη αποδεκτή πρόταση δεν ιδρύει νέα ενοχή, καθώς και ότι παρά τη μνεία της αιτίας, οι συμβαλλόμενοι θέλησαν ενοχή αφηρημένη, ανεξάρτητη από την αιτία (ΑΠ 878/2018).

Τέλος, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 543/2020, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 59/2017).

Όταν όμως το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΟλΑΠ 4/1992, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 222/2018, ΑΠ 741/2017).

Στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις, όπως του άρθρου 1 ΚΠολΔ, δεν είναι του ουσιαστικού, αλλά του δικονομικού δικαίου. Τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 1043/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσείον, Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΣΕΓΕΣ", άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛΓΑ), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 4.12.2017 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι αποτελεί την εθνική συντονιστική οργάνωση των συνεταιριστικών αγροτικών οργανώσεων και μέλη της είναι οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί (ΑΣ), οι Δασικοί Συνεταιρισμοί, οι Αναγκαστικοί Αγροτικοί Συνεταιρισμοί και οι Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (ΑΕΣ).

Ότι με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 N. 4015/2011 προβλέφθηκε ότι η ΠΑΣΕΓΕΣ ενισχύεται οικονομικά από το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την καταβολή σε αυτήν κάθε χρόνο ποσοστού 2% από τα έσοδά του, που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 3877/2010 και ότι αυτή η οικονομική ενίσχυση δεν μπορεί να υπερβαίνει ετησίως το ποσό των 1.800.000 ευρώ.

Ότι η εν λόγω οικονομική ενίσχυση έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στην κάλυψη των εξόδων της ΠΑΣΕΓΕΣ και των μελών της για τις ενέργειες, στις οποίες αυτοί προέβαιναν κατά τη διάρκεια του έτους για την πληρωμή στον ΕΛΓΑ των ασφαλιστικών εισφορών του άρθρου 7 του Ν. 3877/2010 από τους αγρότες και τις γεωργικές επιχειρήσεις της χώρας.

Ότι μετά το τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσεως ο ΕΛΓΑ προέβαινε σε προσδιορισμό των εσόδων του άρθρου 7 Ν. 3877/2010 και, ακολούθως, με έγγραφό του γνωστοποιούσε στην ΠΑΣΕΓΕΣ το ποσό της οικονομικής ενισχύσεως που αυτή εδικαιούτο και υποχρεούτο να καταβάλει το ποσό αυτό εντός του πρώτου εξαμήνου του επόμενου κάθε διαχειριστικής χρήσεως έτους.

Ότι με το υπ' αριθ. πρωτ. ....2015 έγγραφό της η ΠΑΣΕΓΕΣ κάλεσε τον ΕΛΓΑ να της γνωστοποιήσει τα έσοδά του εκ του άρθρου 7 του Ν. 3877/2010 κατά τη διαχειριστική χρήση του έτους 2014 και το ποσό της οικονομικής ενισχύσεως, που αντιστοιχούσε στα έσοδα αυτά. Ότι o ΕΛΓΑ, με το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2015 έγγραφό του, το οποίο υπογράφεται από τον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Ν.

Σ., αναγνώρισε ότι τα έσοδα του εκ του άρθρου 7 του Ν. 3877/2010 κατά το έτος 2014 ανήλθαν στο ποσό των 133.699.405,56 ευρώ και ότι η οικονομική ενίσχυση της ΠΑΣΕΓΕΣ κατά το έτος αυτό ανερχόταν στο ανώτατο όριο του νόμου, δηλαδή στο ποσό των 1.800.000 ευρώ. Ότι παρά το γεγονός ότι o ΕΛΓΑ αναγνώρισε την οφειλή του προς την ΠΑΣΕΓΕΣ από την ανωτέρω αιτία και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, δεν της έχει καταβάλει μέχρι σήμερα το άνω ποσό και, συνεπώς, πρέπει να υποχρεωθεί δικαστικώς στην καταβολή του.

Ότι ήδη o ΕΛΓΑ με το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2015 έγγραφό του, το οποίο εστάλη στην ΠΑΣΕΓΕΣ ως απάντηση του υπ' αριθ. πρωτ. ...-2015 εγγράφου αυτής, αναγνώρισε εγγράφως την εν λόγω οφειλή του, και, έτσι, μεταξύ ΠΑΣΕΓΕΣ και ΕΛΓΑ συνήφθη αιτιώδης σύμβαση περί αναγνωρίσεως της εν λόγω οφειλής. Ότι, συνεπώς, παραδεκτά εισάγεται η αγωγή ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων, αφού επί αιτιώδους αναγνωριστικής - επιβεβαιωτικής συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους ιδρύεται αστική διαφορά, ακόμη και αν η υποκείμενη σχέση είναι δημοσίου δικαίου.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε το ενάγον, έπειτα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να του καταβάλει το ποσό των 1.800.000 ευρώ. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2747/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε το ενάγον την από 5.10.2022 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 3665/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή και πριν την έρευνα οιασδήποτε άλλης διαδικαστικής προϋπόθεσης (του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος μετά την αναδρομική κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 14 παρ.2 Ν. 4015/2011 με το άρθρο 20 παρ. 6 Ν. 4492/2017, του ορισμένου της αγωγής κ.λ.π.), καθώς και πριν την έρευνα των στοιχείων του νομίμου αυτής (προϋποθέσεις αναγνώρισης οφειλής στην προκείμενη περίπτωση, δέσμευσης του νομικού προσώπου, προϋποθέσεις κατάρτισης σύμβασης υπό την έννοια της ύπαρξης πρότασης και αποδοχής αυτής κλπ.), θα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων για την εκδίκαση της (άρθρα 2 και 4 ΚΠολΔ), διότι εν προκειμένω πρόκειται περί διαφοράς η εκδίκαση της οποίας ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα, με την αγωγή ζητείται η καταβολή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 4015/2011, επιχορήγησης (για το έτος 2014), δηλαδή παροχής που πηγάζει από το δημόσιο δίκαιο και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, χορηγείται, δε, από τον ΕΛΓΑ, οργανισμό κοινής ωφέλειας, που ανήκει στο δημόσιο και τελεί υπό κρατική εποπτεία, στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας και για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα για την προώθηση και ανάπτυξη της γεωργικής οικονομίας.

O ισχυρισμός εν προκειμένω του ενάγοντος - εκκαλούντος, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, διότι σχετίζεται με την εφαρμογή του νόμου αναφορικά με το χαρακτήρα της αιτούμενης με την αγωγή οικονομικής παροχής και κατ' επέκταση με τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου (και επομένως μπορεί να προβληθεί με λόγο έφεσης) ότι η εν λόγω παροχή δεν συνιστά επιχορήγηση, ούτε κρατική ενίσχυση, αλλά αντισταθμιστική παροχή για την κάλυψη των δαπανών της ΠΑΣΕΓΕΣ και των μελών της (Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών) για το έργο, που αυτές προσφέρουν στον ΕΛΓΑ κατά την είσπραξη από τους αγρότες της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς του άρθρου 7 του Ν. 3877/2010 και για την κάλυψη των δαπανών της συνεταιριστικής εκπαιδεύσεως και επιμορφώσεως αιρετών και των υπαλλήλων των αγροτικών συνεταιρισμών για τους λόγους, που εκτίθενται αναλυτικά στην έφεση και ότι επομένως εν προκειμένω υφίστανται εκατέρωθεν υποχρεώσεις, που τελούν σε σχέση παροχής - αντιπαροχής, για τις οποίες ισχύουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου (επί των συμβάσεων), ισχυρισμός, που προβλήθηκε και με το δικόγραφο της αγωγής κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτής (στην αγωγή το ενάγον ισχυρίζεται ότι η εv λόγω παροχή έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα), πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος δεδομένου ότι ο ΕΛΓΑ όπως προκύπτει από τις διατάξεις του Ν. 1790/1988 (άρθρα 1 επ.) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 3877/2010 (άρθρα 5 και 7 επ.) είναι οργανισμός κοινής ωφέλειας, που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και έχει ως σκοπό την προαγωγή της παραγωγικής δραστηριότητας προς όφελος της εθνικής οικονομίας, ασκεί, δε, αρμοδιότητες, που αφορούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, που συνίστανται στην ανάπτυξη της εθνικής γεωργικής οικονομίας μέσω, μεταξύ άλλων και της ανωτέρω οικονομικής ενίσχυσης, μεταξύ, δε, του ΕΛΓΑ και της ΠΑΣΕΓΕΣ ουδεμία συμβατική σχέση υφίσταται, που να δημιουργεί υποχρεώσεις, οι οποίες να τελούν σε σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Οι ανωτέρω, δε, σκοποί δημοσίου συμφέροντος, που εξυπηρετεί ο ΕΛΓΑ απορρέουν και από το διαχρονικά ισχύον νομικό πλαίσιο σχετικά με την ως άνω οικονομική ενίσχυση (Ν. 921/1979, άρθρο 61 N. 1541/1985, άρθρο 43 N. 2169/1993 και 4 N. 1281/1994, άρθρο 35 N. 2810/2000 και 14 παρ.2 Ν. 4015/2011). Ουδόλως, δε, ασκεί έννομη επιρροή ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων το εάν απαιτείται επιπλέον για την καταβολή της εν λόγω οικονομικής ενίσχυσης προς την ΠΑΣΕΓΕΣ και η έκδοση Υπουργικής Απόφασης, δεδομένου ότι με την αγωγή δεν ζητείται αποζημίωση από το Δημόσιο για την παράλειψη έκδοσης μίας τέτοιας αποφάσεως.

αλλά η καταβολή του ως άνω ποσού, η οποία (καταβολή) σχετίζεται με την έρευνα των προϋποθέσεων της ένδικης αξίωσης και τη νομική της βασιμότητα, τις οποίες το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ερευνήσει. Το ενάγον και νυν εκκαλούν (ΠΑΣΕΓΕΣ) ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι κάλεσε με έγγραφό του τον εναγόμενο οργανισμό να του γνωστοποιήσει το ποσό της οικονομικής ενίσχυσης που αποτελεί την ένδικη αξίωση, και εκείνος (ο ΕΛΓΑ), το υπ' αρ. ...-2015 έγγραφό του, του απάντησε ότι αυτή ανέρχεται στο ποσό των 1.800.000 ευρώ, αναγνωρίζοντας την οφειλή αυτή.

Ενώ, όμως, αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής ότι το έγγραφο αυτό υπέγραψε o πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του και ότι τηρήθηκε έγγραφος τύπος, ουδόλως εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι η επικαλούμενη αναγνώριση είχε σκοπό να δημιουργήσει αυτοτελή λόγο γενέσεως ενοχής, ήτοι μία νέα ενοχή υπό την έννοια της παραίτησης από ενστάσεις, που αφορούν την αιτία της οφειλής και στην τελευταία αυτή περίπτωση κατά ποίο τρόπο συνήφθη αυτή εγκύρως ως προς όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.

Αντιθέτως, υπό τα εκτιθέμενα, πάντοτε, στο δικόγραφο της αγωγής, περιστατικά (βλ. σελ. 2 αγωγής παρ. 6) το ερώτημα, που απηύθυνε το ενάγον Ν.Π.Ι.Δ. (ΠΑΣΕΓΕΣ) προς το εναγόμενο (ΕΛΓΑ) ουδόλως δύναται να υπαχθεί στην έννοια της πρότασης για σύναψη σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης οφειλής, αλλά κλήση προκειμένου να του γνωστοποιηθούν τα έσοδα του ΕΛΓΑ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν, 3877/2010 για τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2014 και ακολούθως το ποσό της οικονομικής ενισχύσεως, που αντιστοιχεί στα έσοδα αυτά, χωρίς, μάλιστα να χαρακτηρίζεται αυτή η οικονομική ενίσχυση ως αντισταθμιστική παροχή (σύμφωνα με το περιεχόμενο του άνω ερωτήματος), ενώ περαιτέρω, πάντοτε υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, το εναγόμενο με το υπ' αριθμ.

πρωτ. ...-2015 έγγραφο του (βλ, σελ. 2 παρ. 7 αγωγής), το οποίο υπογράφεται από τον τότε Πρόεδρο του ΔΣ (και μόνο) αναγνώρισε ότι, τα έσοδά του, του άρθρου 7 του N. 3877/2010, κατά το έτος 2014, ανήλθαν στο ποσό των 133.699.405,56 ευρώ και ότι η οικονομική ενίσχυση της ΠΑΣΕΓΕΣ κατά το έτος αυτό ανήρχετο στο ανώτατο όριο του νόμου, δηλαδή στο ποσό των 1.800.000 ευρώ.

Υπό τα εκτιθέμενα, ωστόσο, στην αγωγή αυτά περιστατικά, πέραν του ότι στο αμέσως προαναφερόμενο έγγραφο δεν χρησιμοποιείται ο όρος αναγνώριση, το ως άνω έγγραφο συνιστά την απάντηση (και μόνο) στο άνω ερώτημα του και δεν δύναται να υπαχθεί στην έννοια της αποδοχής πρότασης (που ούτε αυτή υπήρξε παρά μόνο ένα απλό ερώτημα) για τη σύναψη αναγνωριστικής σύμβασης οφειλής, ενώ, περαιτέρω, και σε κάθε περίπτωση, ουδόλως εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι η επικαλούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης οφειλής καταρτίστηκε με σκοπό τη δημιουργία νέας αυτοτελούς ενοχής, δεδομένου ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά αυτή συνδέεται με την κύρια αιτία αυτής (άρθρο 14 παρ.2 Ν. 4015/2011) υπό την έννοια της επιβεβαίωσής της με επιπρόσθετο αποδεικτικό μέσο (βλ.

αναλυτικά ανωτέρω νομικές σκέψεις) και όχι ως νέας αυτοτελούς ενοχής, με αποτέλεσμα και στην περίπτωση αυτή και υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά να συντρέχει η δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων για την εκδίκαση του άνω αιτήματος... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως ως προς τα ανωτέρω και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκασή της, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της παρούσας, ορθώς ερμήνευσε το νόμο και δη τις διατάξεις των άρθρων 2, 4 ΚΠολΔ, καθώς και τις διατάξεις, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και θα πρέπει οι δεύτερος και τρίτος λόγος της έφεσης με τους οποίους το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα, να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ o πρώτος λόγος της έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για τους λόγους, που προαναφέρθηκαν...".

Με βάση τις σκέψεις και παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 2747/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκασή της.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά, τα οποία και έλαβε αυτό υπόψη του για την αξιολόγηση της αγωγής, η με αυτήν (αγωγή) καταγόμενη προς κρίση διαφορά υπάγεται πράγματι στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα, με την ένδικη αγωγή ζητείται η καταβολή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 4015/2011, της επιχορήγησης για το έτος 2014. Η παροχή όμως αυτή πηγάζει από το δημόσιο δίκαιο και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, χορηγείται δε από τον ΕΛΓΑ, οργανισμό κοινής ωφέλειας που ανήκει στο δημόσιο και τελεί υπό κρατική εποπτεία, στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας και για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα για την προώθηση και ανάπτυξη της γεωργικής οικονομίας.

Συνεπώς, η διαφορά που γεννάται από την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής, παρά το χρηματικό αντικείμενό της, έχει χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, ως εκ τούτου δε, αγωγή κατά του ΕΛ.Γ.Α. για την καταβολή της άνω επιχορήγησης, δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας που υπάγεται, με το άρθρο 1 παρ. 2 περίπτωση στ' του Ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Τούτο δεν αμφισβήτησε κατ' ουσίαν και το αναιρεσείον με την αγωγή του, επιχειρώντας να θεμελιώσει, παρά ταύτα, την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και συνεπώς και το παραδεκτό της ένδικης αγωγής, στην επικαλούμενη σύναψη μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου σύμβασης αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους.

Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον ισχυρίσθηκε ότι με το υπ' αριθ. πρωτ. ....2015 έγγραφό της η ΠΑΣΕΓΕΣ κάλεσε τον ΕΛΓΑ να της γνωστοποιήσει τα έσοδά του εκ του άρθρου 7 του Ν. 3877/2010 κατά τη διαχειριστική χρήση του έτους 2014 και το ποσό της οικονομικής ενισχύσεως, που αντιστοιχούσε στα έσοδα αυτά, και ότι o ΕΛΓΑ, με το υπ' αριθ.

πρωτ. ....2015 έγγραφό του, το οποίο υπογράφεται από τον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Ν. Σ., αναγνώρισε ότι τα έσοδα του εκ του άρθρου 7 του Ν. 3877/2010 κατά το έτος 2014 ανήλθαν στο ποσό των 133.699.405,56 ευρώ και ότι η οικονομική ενίσχυση της ΠΑΣΕΓΕΣ κατά το έτος αυτό ανερχόταν στο ανώτατο όριο του νόμου, δηλαδή στο ποσό των 1.800.000 ευρώ, έτσι δε μεταξύ ΠΑΣΕΓΕΣ και ΕΛΓΑ συνήφθη αιτιώδης σύμβαση περί αναγνωρίσεως της εν λόγω οφειλής.

Υπό τα άνω εκτιθέμενα, όμως, περιστατικά δεν μπορεί να θεμελιωθεί η ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, και πολύ περισσότερο η ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, αφού το ίδιο το αναιρεσείον ρητά κάνει λόγο για σύναψη αιτιώδους συμβάσεως αναγνώρισης χρέους, χωρίς καμία αναφορά σε αφηρημένη αναγνώριση χρέους, και άρα δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, καθόσον δεν εκτίθεται ότι η επικαλούμενη αιτιώδης αναγνώριση είχε σκοπό να δημιουργήσει αυτοτελή λόγο γενέσεως ενοχής και να δημιουργηθεί υποχρέωση καταβολής του αιτούμενου ποσού μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους, ούτε ιστορείται αποδοχή με οποιοδήποτε τρόπο της γενόμενης με την αναγνώριση και την υπόσχεση πληρωμής του χρέους πρότασης προς κατάρτιση σχετικής σύμβασης.

Αντιθέτως, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής περιστατικά, το αναιρεσείον με το άνω έγγραφό του κάλεσε το αναιρεσίβλητο να του γνωστοποιήσει τα έσοδά του εκ του άρθρου 7 του Ν. 3877/2010 κατά τη διαχειριστική χρήση του έτους 2014 και το ποσό της οικονομικής ενισχύσεως που αντιστοιχούσε στα έσοδα αυτά, κλήση η οποία δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της πρότασης για σύναψη σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης οφειλής, ενώ περαιτέρω το αναιρεσίβλητο με το άνω έγγραφό του αναγνώρισε ότι τα έσοδά του κατά το έτος 2014 ανήλθαν στο ποσό των 133.699.405,56 ευρώ και ότι η οικονομική ενίσχυση της ΠΑΣΕΓΕΣ κατά το έτος αυτό ανήρχετο στο ανώτατο όριο του νόμου, ήτοι στο ποσό των 1.800.000 ευρώ.

Με το έγγραφο δηλαδή αυτό το αναιρεσίβλητο απάντησε κατ' ουσίαν στο άνω ερώτημα του αναιρεσείοντος και δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της πρότασης προς κατάρτιση σχετικής σύμβασης και πολύ περισσότερο στην έννοια της αποδοχής πρότασης για τη σύναψη συμβάσεως αιτιώδους αναγνώρισης οφειλής, που δεν έλαβε χώρα, έχουσα ενδεχομένως η απάντηση αυτή την έννοια της επιβεβαίωσης της άνω οφειλής εκ του άρθρου 14 Ν. 4015/2011, και πάντως όχι τη δημιουργία νέας αυτοτελούς ενοχής, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της αγωγής.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, αληθώς μόνον από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αρ.1 του ιδίου άρθρου, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και δη ότι η αγωγή του περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης σύμβασης αναγνώρισης χρέους, κατά τα άρθρα 361 και 873 ΑΚ, και άρα παραδεκτά εισήχθη για εκδίκαση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, είναι αβάσιμοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Επίσης, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.

Επιπλέον, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.

Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.

Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 315/2021, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 314/2015, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 821/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, παραπονούμενο για την απόρριψη της αγωγής του ως απαράδεκτης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίσθηκε ότι από την ένδικη αγωγή του προκύπτει ότι με αυτήν προέβαλε ότι το άνω έγγραφο του ΕΛΓΑ συνιστά αναιτιώδη αναγνώριση χρέους, κατ' άρθρο 873 ΑΚ, άλλως αιτιώδη αναγνώριση χρέους, κατ' άρθρο 873 ΑΚ, και συνεπώς η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, πλην όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ερεύνησε τη βάση της αγωγής του που στηρίζεται στις διατάξεις περί αναιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθρα 873 επ.

ΑΚ). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον λόγο αυτό της έφεσης του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Ισχυρίζεται, περαιτέρω, το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ότι εσφαλμένα δεν εκτιμήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η κρινόμενη αγωγή δεν στηρίζεται στις διατάξεις περί αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (άρθρα 873 επ.

ΑΚ) με αποτέλεσμα να συντρέχει εν προκειμένω η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ο ισχυρισμός αυτός και πριν την έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας μίας τέτοιας αναγνώρισης ειδικώς στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος διότι στο δικόγραφο της αγωγής ουδόλως διαλαμβάνεται τέτοια αγωγική βάση (αφηρημένη ή αναιτιώδης αναγνώριση οφειλής ακόμη και με ερμηνεία του περιεχομένου του άνω απαντητικού εγγράφου) και τέτοιος ισχυρισμός δεν δύναται να προταθεί ούτε με τις προτάσεις, αλλά ούτε και με το δικόγραφο της έφεσης διότι συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (άρθρο 526 ΚΠολΔ)".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον, πράγματι, στην ένδικη αγωγή δεν διαλαμβάνονταν τέτοια βάση, ήτοι καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως αναιτιώδους ή αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους, παρά μόνο κατάρτιση σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και μάλιστα χωρίς την επίκληση των ως άνω απαιτούμενων στοιχείων.

Η δε επίκληση της κατάρτισης τέτοιας σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος όσο και με το δικόγραφο της έφεσής του και πολύ περισσότερο με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής του. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος τα δικαστικά έξοδα για την παρούσα αναιρετική δίκη πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, ως προς το ζήτημα συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Οκτωβρίου 2022 αίτηση του υπό εκκαθάριση τελούντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΣΕΓΕΣ", για αναίρεση της με αριθ. 3655/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ