Supreme Court allows appeal against partial dismissal, ordering modification of award from 3000 to 20000 euros for moral damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a partial dismissal of a labor dispute regarding moral damages. The appellate court had awarded 3000 euros instead of the 20000 euros claimed by the employee after accepting the plaintiff's request to limit the claim to recognition rather than full payment. The court found this discrepancy constituted a procedural error of awarding more than requested and ordered the judgment to be modified accordingly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201, 207(1) A.C.; Article 559(9) C.P.D.: When a court accepts a claim limited to recognition but awards a specific monetary sum exceeding the requested amount, it commits an error of awarding more than requested, necessitating modification of the judgment to align with the original request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1527 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1527/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανίκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάπο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3425/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4052/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 24/10/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η υπό κρίση από 24ης Οκτωβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 4052/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίΚ., με την οποία, κατά παραδοχή της από 24ης Νοεμβρίου 2014 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, και μετά εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμόν 3425/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το επικουρικό αίτημα της αγωγής, έγινε εν μέρει δεκτή, η από 16ης Νοεμβρίου 2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσειούσης, αφορώσα εργατική διαφορά, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 Α.Κ., κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης)" και "Η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της", συνάγεται ότι επί δικαιοπραξίας, η οποία τελεί υπό αναβλητική αίρεση, τα αποτελέσματα αυτής επέρχονται άμα ως συμβεί το γεγονός, από το οποίο έχει εξαρτηθεί η ενέργεια της δικαιοπραξίας, οπότε και πληρούται η αίρεση, εάν όμως παρακωλυθεί εναντίον της καλής πίστεως η πλήρωση της αιρέσεως από εκείνον, ο οποίος θα εζημιούτο από την πλήρωση αυτής, η αίρεση λογίζεται πληρωθείσα, αφ' ότου θα έπρεπε να είχε πληρωθεί.
Δικαιοπραξία υπό αναβλητική αίρεση συνιστά και η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι θα προαχθεί ο μισθωτός, εάν συντρέχουν ωρισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανο αυτού, ως όταν η προαγωγή προβλέπεται από κανονισμό εργασίας έχοντα συμβατική ισχύ, οπότε, εάν κριθεί, κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστεως, ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις προς προαγωγή ως επίσης εάν παραλειφθεί να προαχθεί μισθωτός υπερέχων καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα άλλου προαχθέντος συναδέλφου του, η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία είχε εξαρτηθεί η προαγωγή, λογίζεται πληρωθείσα, αφ' ότου έπρεπε να είχε συντελεσθεί η προαγωγή.
H παράλειψη προαγωγής ελέγχεται δικαστικώς κατόπιν ασκήσεως αγωγής κατά του εργοδότη, με την οποία διώκεται να αναγνωρισθεί ότι ο μισθωτός έπρεπε να προαχθεί από ωρισμένου χρονικού σημείου. Η σχετική κρίση προϋποθέτει την συνολική σύγκριση των υπηρεσιακών προσόντων του παραλειφθέντος προς αυτά των προαχθέντων.
Κατά κανόνα λαμβάνονται υπ' όψιν η γενική υπηρεσιακή αρχαιότης, η αρχαιότης στον κατεχόμενο βαθμό, οι τίτλοι σπουδών, η γνώση ξένων γλωσσών, η άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης, η βαθμολογία στις εκθέσεις ποιότητος, η συμμετοχή σε επιμορφωτικά σεμινάρια, η πειθαρχική κατάσταση κ.ά. Από την διάταξη του άρθρου 12 εδ.
α' Ν. 1082/1980, κατά την οποία, "Η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώρισις του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθή βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα αφ' ου χρόνου έδει να είχε συντελεσθή η προαγωγή τούτου", προκύπτει ότι, εάν η αγωγή του μισθωτού γίνει τελεσιδίκως δεκτή, λογίζεται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι η προαγωγή συνετελέσθη αφ' ότου κατά την απόφαση έπρεπε ο μισθωτός να είχε προαχθεί, χωρίς να προσαπαιτείται να ζητήσει ο ενάγων και την καταδίκη του εργοδότη σε δήλωση βουλήσεως περί προαγωγής, αφού με την τελεσιδικία της αναγνωριστικής αποφάσεως επέρχεται αυτομάτως η αναδρομική συντέλεση της προαγωγής.
Ο εργοδότης, εναγόμενος λόγω της παραλείψεως της προαγωγής του μισθωτού, δύναται να προβάλει την διακωλυτική ένσταση ότι, εάν δεν προήγετο ο προτεινόμενος με την αγωγή προς σύγκριση προαχθείς μισθωτός, ο οποίος φέρεται ότι υστερεί καταφανώς του ενάγοντος, δεν θα προήγετο ο ενάγων αλλά άλλος μη προαχθείς μισθωτός, ο οποίος υπερτερεί απλώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τόσο του προαχθέντος μισθωτού όσον και του ενάγοντος, οπότε εν περιπτώσει ευδοκιμήσεως της εν λόγω ενστάσεως, η οποία δεν αντίκειται στην αρχή της καλής πίστεως, επέρχεται η διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεως της προαγωγής του ενάγοντος και της προαγωγής του προτεινομένου προς σύγκριση προαχθέντος συναδέλφου του.
Εάν όμως οι προτεινόμενοι προς σύγκριση από τον εργοδότη μη προαχθέντες μισθωτοί υπολείπονται κατ' αριθμόν των προτεινομένων δια της αγωγής προαχθέντων μισθωτών, έναντι των οποίων αποδεικνύεται ότι η υπεροχή του ενάγοντος είναι καταφανής, η εν λόγω ένσταση προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν δύναται να εμποδίσει την γένεση του δικαιώματος του ενάγοντος.
Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος, το οποίο έχει κυρωθεί δια του Ν. 3424/1927, προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό αυτής, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τραπέζης και ως εκ τούτου έχει συμβατική ισχύ.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 12 του συμβατικής ισχύος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με τις από 22.9.1981 και 29.2.1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, η προαγωγή των υπαλλήλων της από το βαθμό του Τμηματάρχη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά από πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών στον προηγούμενο βαθμό (του Τμηματάρχη), γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει ο υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα και ε) να έχει επιδείξει ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στην διάθεση αυτού και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτή.
Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 20/21.12.1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ελλάδος τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού αυτής και θεσπίσθηκαν, για τους κρινόμενους με το βαθμό του Λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν, εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας, όπως α) η ικανότητα να διεκπεραιώνουν σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητα να επεξεργάζονται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης, και στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό. (...) Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη Τράπεζα την 30.7.1984 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό στη Διεύθυνση Πληροφορικής.
Προσλήφθηκε ως δόκιμος και τοποθετήθηκε στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης, στον Τομέα Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων, εξελίχθηκε δε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη (4ος βαθμός), τον οποίο κατέχει από 1.10.1999. Είναι πτυχιούχος του Φυσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος διπλώματος μεταπτυχιακών σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει πιστοποιητικό προγραμματιστή από το ΕΛΚΕΠΑ.
Επίσης έχει πτυχίο GCE στην Αγγλική γλώσσα και πτυχίο Certificat de langue francaise στη γαλλική γλώσσα, ενώ γνωρίζει την ισπανική γλώσσα, χωρίς ωστόσο να είναι κάτοχος διπλώματος. Επίσης έχει παρακολουθήσει συνολικά 15 επιμορφωτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή του υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος στο Τμήμα Μηχανογραφικών Εφαρμογών Τραπεζικών Εργασιών από 14.7.2000 και ως Προϊστάμενος Τμήματος στο Τμήμα Στρατηγικού Σχεδιασμού και Αξιολόγησης Πληροφοριακών Συστημάτων από 4.11.2008.
Η βαθμολογία του κατά τα έτη 2001 - 2009 είναι, σύμφωνα με τις κατ' έτος συντασσόμενες εκθέσεις αξιολόγησης, στις οποίες οι υπό κρίση υπάλληλοι αξιολογούνται για 17 επιμέρους στοιχεία, σε όλα άριστη. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 23.7.2010 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων για το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, η εναγομένη παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, μολονότι το Γενικό Συμβούλιο αυτής με την 8/23.7.2010 απόφασή του ενέκρινε την προαγωγή εβδομήντα οκτώ (78) συνολικά υπαλλήλων στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου.
Ειδικότερα, μεταξύ των προαχθέντων συμπεριλαμβάνονται και οι πιο κάτω αναφερόμενοι υπάλληλοι, που προτείνονται με την αγωγή προς σύγκριση, οι οποίοι είχαν τα εξής τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) Γ. Η.: Προσλήφθηκε στις 29.7.1977 και προάχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.10.2002. Έχει απολυτήριο Γυμνασίου ΜΙ.
ΕΣ. ΩΜΕΓΑ, δίπλωμα προγραμματιστή από το ΕΛΚΕΠΑ, είναι κάτοχος διπλώματος (Diplome d' etudes superieur) στη γαλλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 30 επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος στο Τμήμα Διαχείρισης Τίτλων με λογιστική μορφή από 4.9.2006.
Επίσης άσκησε καθήκοντα ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Υποστήριξης Διασυνοριακών Συναλλαγών από 3.7.2000 και Υπηρεσίας Διαχείρισης Τίτλων από 18.7.2006. Συμμετείχε σε ομάδα εργασίας αναμόρφωσης εργασιών τμήματος εθνικών δανείων και σε ομάδα CCBM Experts ECB. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 2002 - 2009 είναι άριστη σε όλα τα κριτήρια. 2) Θ.
Κ.: Προσλήφθηκε στην εναγόμενη στις 27.2.1980 και προάχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.4.2005. Έχει απολυτήριο Λυκείου και έχει παρακολουθήσει 15 επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Διοικητικού, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος στο Τμήμα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού από 24.11.2008.
Επίσης άσκησε καθήκοντα ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας από 14.6.2002 στην Υπηρεσία Αδειών και Αρχείου και ως Αναπληρωτής Υπηρεσίας από 8.2.1994 στην ίδια Υπηρεσία. Συμμετείχε στην ομάδα εργασίας επιτροπών διοίκησης και διαχείρισης έργου ανθρώπινου δυναμικού, ενώ ήταν εισηγητής σε θέματα υποσυστήματος αδειών ΣΔΑΔ και εκπαίδευσης χρηστών.
Η βαθμολογία του κατά τα έτη 2005 - 2009 είναι άριστη σε όλα τα κριτήρια. 3) Ε. Κ.: Προσλήφθηκε στις 25.1.1985 και προάχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.2007. Έχει απολυτήριο Λυκείου, είναι κάτοχος διπλώματος Proficiency στην αγγλική γλώσσα και Superieur στη γαλλική και έχει παρακολουθήσει 20 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Διεθνών Συναλλαγών και στη Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος στο Τμήμα Αγοροπωλησίας Συναλλάγματος από 1.9.2009.
Επίσης άσκησε καθήκοντα ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας από 3.12.2003 στην Υπηρεσία Αγοραπωλησίας Συναλλάγματος και ως Αναπληρωτής Υπηρεσίας από 10.1.2001 στην ίδια Υπηρεσία. Συμμετείχε στην ομάδα εργασίας για ένταξη της ΤτΕ στο σύστημα DCT της ΔΙΑΣ ΑΕ και στην ομάδα εργασίας για ένταξη της ΤτΕ στο ΔΗΣΣΕ. Η βαθμολογία της κατά τα έτη 2007 - 2009 είναι άριστη σε όλα τα κριτήρια. 4) Κ.
Μ.: Προσλήφθηκε στις 14.3.1974 και προάχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.10.1997. Έχει απολυτήριο εξατάξιου Γυμνασίου, έχει παρακολουθήσει 5 επιμορφωτικά σεμινάρια και υπήρξε εκπαιδευτής στο αντικείμενο των χρυσών λιρών Αγγλίας. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Ταμείων, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος Τμήματος στο Τμήμα Διαχείρισης Προτύπων Ασφαλείας από 14.2.2007 και ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος στο Τμήμα Αποθεματικών και Εφοδιασμού από 18.5.2006.
Επίσης άσκησε καθήκοντα ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Διαχειρίσεων Χρυσού από 14.9.2000 και ως Αναπληρωτής στην ίδια Υπηρεσία από 23.12.1988. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 2001 - 2009 είναι άριστη σε όλα τα κριτήρια. 5) Π. Ν.: Προσλήφθηκε στις 12.10.1979 και προάχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.2001. Έχει απολυτήριο Λυκείου. Συμμετείχε στην επιτροπή αξιολόγησης και παραλαβής επεξεργασίας τραπεζογραμματίων.
Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Ταμείων, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος Τμήματος στο Τμήμα Επεξεργασίας Χρηματικού από 13.5.2009 και ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος στο Τμήμα Επεξεργασίας Χρηματικού από 14.2.2007. Επίσης άσκησε καθήκοντα ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Μηχανικών Συστημάτων Επεξεργασίας Τραπεζογραμματίων από 3.12.2003 και ως Αναπληρωτής στην ίδια Υπηρεσία από 14.3.2001.
Η βαθμολογία του για τα έτη 2001 - 2009 ήταν άριστη σε όλα τα κριτήρια. 6) Κ. Π.: Προσλήφθηκε στις 8.7.1974 και προάχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.1.2002. Έχει απολυτήριο Λυκείου και έχει παρακολουθήσει 3 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Διοικητικού, στη Διεύθυνση Χρεογράφων και στη Διεύθυνση Ταμείων, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος Τμήματος στο Τμήμα Χρηματαποστολών από 13.11.2008 και ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος στο Τμήμα Χρηματαποστολών από 14.2.2007.
Επίσης άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Διαχείρισης Χρηματαποστολών από 11.1.2005 και Αναπληρωτή στην ίδια Υπηρεσία από 8.6.2000. Η βαθμολογία του για τα έτη 2002 - 2009 ήταν άριστη σε όλα τα κριτήρια. 7) Β. Τ.: Προσλήφθηκε στις 3.8.1984 και προάχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.2006. Έχει απολυτήριο Λυκείου, πτυχίο Εθν.
Παιδείας και Θρησκευμάτων Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων και ομιλεί την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα κατέχοντας σχετικά διπλώματα (Certificate of Proficiency in English και Bestatung Goethe Institut). Έχει παρακολουθήσει τριάντα επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Ενέγγυων Πιστώσεων και στη Διεύθυνση Διοικητικού, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος στο Τμήμα Γραμματείας από 1.10.2008, ενώ άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18.3.2003 στην Υπηρεσία Τύπου και Επικοινωνίας, από 5.10.2004 στην Υπηρεσία Υποστηρικτικών Εργασιών και από 23.11.2007 στην Υπηρεσία Γενικών Θεμάτων και καθήκοντα Αναπληρωτή Υπηρεσίας από 28.2.2001 στην Υπηρεσία Δημοσίων Σχέσεων.
Η βαθμολογία της για τα έτη 2006 - 2009 ήταν άριστη σε όλα τα κριτήρια. 8) Α. - Α. Φ.: Προσλήφθηκε στις 26.7.1984 και προάχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.2007. Έχει απολυτήριο εξατάξιου Γυμνασίου, ομιλεί αγγλικά κατέχοντας δίπλωμα (Lower), και έχει παρακολουθήσει 20 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Γενικού Λογιστηρίου, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος Τμήματος στο Τμήμα Στατικού Λογισμού από 27.6.2007, ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος στο ίδιο Τμήμα από 14.2.2006, ενώ άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 14.11.1997 και Αναπληρωτή Υπηρεσίας από 27.6.1994.
Συμμετείχε σε επιμορφωτικά προγράμματα και σε σύνταξη ειδικών μελετών και προτάσεων επί τραπεζικών και οικονομικών θεμάτων καθώς και σε επιτροπές και ομάδες εργασίας. Η βαθμολογία της για τα έτη 2006 - 2009 ήταν άριστη σε όλα τα κριτήρια. 9) Γ. Χ.: Προσλήφθηκε στις 18.9.1976 και προάχθηκε στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1.4.2001.
Έχει απολυτήριο Λυκείου και έχει παρακολουθήσει 3 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Διοικητικού, στη Διεύθυνση Ταμείων και στη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης, άσκησε δε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος στο Τμήμα Ελέγχου Διαχειρίσεων στο Κέντρο Επεξεργασίας και Διακίνησης Χρήματος από 21.1.2009 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος στο ίδιο Τμήμα από 14.2.2007.
Η βαθμολογία του για τα έτη 2001 - 2009 ήταν άριστη σε όλα τα κριτήρια. Συμμετείχε στην επιτροπή αξιολόγησης προσφορών προμηθειών τράπεζας. 10) Μ. Χ.: Προσλήφθηκε στις 23.5.1974 και προάχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.1999. Έχει απολυτήριο Λυκείου και έχει παρακολουθήσει 10 επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Ταμείων και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος Τμήματος στο Τμήμα Καταθέσεων από 13.7.2009 και ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος στο ίδιο Τμήμα από 17.5.2006, ενώ άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 8.6.2000 στην Υπηρεσία Λοιπών Καταθέσεων και Συγκέντρωσης Επιταγών και καθήκοντα Αναπληρωτή Υπηρεσίας από 24.1.1994 στην ίδια Υπηρεσία.
Η βαθμολογία της για τα έτη 2006 - 2009 ήταν άριστη σε όλα τα κριτήρια. 11) Ά. Χ.: Προσλήφθηκε στις 20.10.1980 και προάχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.10.2003. Έχει απολυτήριο Λυκείου και έχει παρακολουθήσει 5 επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Ταμείων και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος στο Τμήμα Ταμιακών Συναλλαγών από 13.11.2008.
Επίσης, άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Συναλλαγών από 6.3.2007 και Αναπληρωτή στην Υπηρεσία Διαχειρίσεων Ταμείων από 12.1.2005. Η βαθμολογία του για τα έτη 2003 - 2009 ήταν άριστη σε όλα τα κριτήρια. Υπήρξε εισηγητής στα σεμινάρια εμπορικών τραπεζών για την παραχάραξη των τραπεζογραμματίων ευρώ, καθώς επίσης σύνταξε μελέτη για τις επιταγές και τη λειτουργία διαχείρισης tellers.
Από τη σύγκριση των προαναφερθέντων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος με εκείνα των παραπάνω προαχθέντων συναδέλφων του, που επίσης αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι: Ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ο ενάγων υπερτερούσε έναντι της Ε. Κ., ήταν ισοδύναμος με τη Β. Τ. και την Α. - Α. Φ., ενώ υστερούσε έναντι των λοιπών.
Ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ο ενάγων υστερούσε έναντι του Κ. Μ., ήταν ισοδύναμος με τη Μ. Χ. και υπερείχε έναντι των λοιπών. Ως προς τους τίτλους σπουδών υπερείχε σαφώς έναντι όλων, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών ήταν ισάξιος με τους Γ. Η., Ε. Κ. και Β. Τ., ενώ υπερείχε έναντι των υπολοίπων, ως προς δε την επιμόρφωση με σεμινάρια υπερείχε έναντι των Κ..
Μ., 1, Κ. Π., Γ. Χ., Μ. Χ. και Α. Χ., ήταν ισάξιος με το Θ. Κ. και υστερούσε έναντι των λοιπών. Ως προς τη βαθμολογία είναι ισάξιος με όλους. Ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, ο ενάγων, με δεδομένο ότι άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 14.7.2000 και Προϊσταμένου Τμήματος από 4.11.2008, υπερείχε έναντι του 1, που άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 4.9.2006, ενώ δεν άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος, του Θ.
Κ., που άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 24.11.2008, ενώ δεν άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος, της Ε. Κ., που άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 1.9.2009, ενώ δεν άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος, του Π. Ν., που άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 14.2.2007 και Προϊσταμένου Τμήματος από 13.5.2009, του Κ.
Π., που άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 14.2.2007 και Προϊσταμένου Τμήματος από 13.11.2008, της Β. Τ., που άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 1.10.2008, ενώ δεν άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος, του Α. Χ., που άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 14.2.2007 και Προϊσταμένου Τμήματος από 21.1.2009, της Μ.
Χ., που άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 17.5.2000 και Προϊσταμένου Τμήματος από 13.7.2009 και του Α. Χ., που άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 13.11.2008, ενώ δεν άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος. Επίσης, ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, υπερέχει έναντι του Κ.
Μ. και της Α. - Α. Φ., αφού αυτοί άσκησαν καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος μεταγενέστερα αυτού (ενάγοντος), από 18.5.2006 και 14.2.2006, αντίστοιχα, ωστόσο υστερεί αυτών, οι οποίοι άσκησαν καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος προγενέστερα αυτού, από 14.2.2007 και 27.6.2007, αντίστοιχα. Τέλος, ως προς την συμμετοχή σε επιτροπές και σε ομάδες εργασίας, ο ενάγων υστερεί, καθόσον δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή του σε τέτοιες.
Με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά υπηρεσιακά προσόντα του ενάγοντος και των ως άνω συναδέλφων του, συνολικώς εκτιμώμενα, ο ενάγων υπερείχε καταφανώς των Γ. Η., Θ. Κ., Ε. Κ., Π. Ν., Κ. Π., Β. Τ., Γ. Χ., 1 και Α. Χ., αφού αυτός (ενάγων) άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ήδη από το έτος 2000, με συνέπεια να αποκτήσει σαφώς μεγαλύτερη εμπειρία στην αντιμετώπιση των διάφορων θεμάτων και διοικητική ικανότητα από τους προαχθέντες συναδέλφους του (ακόμη και από αυτούς, που άσκησαν καθήκοντα ως Αναπληρωτές Προϊστάμενοι Υπηρεσίας και Προϊστάμενοι Υπηρεσίας, αφού η άσκηση τέτοιων καθηκόντων ήταν μεταγενέστερη του 2000, οπότε ο ενάγων είχε ήδη αρχίσει να ασκεί τα υπεύθυνα καθήκοντά του ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος), είναι δε η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων αυξημένης βαρύτητας και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο για την προαγωγή στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, το οποίο συνδυάζεται στην κρινόμενη περίπτωση και με την καταφανή υπεροχή του ενάγοντος στους τίτλους σπουδών καθώς και στην αρχαιότητα στο βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατείχε πολλά έτη πριν από τους προαχθέντες συναδέλφους του (πλην της Μ.
Χ.). Αντίθετα, δεν προέκυψε ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς των προαχθέντων συναδέλφων του, Κ. Μ. και Α. - Α. Φ.. Με τα δεδομένα αυτά, η κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης να παραλείψει τον ενάγοντα κατά τις κρίσεις της 23.7.2010 και να προαγάγει τους Γ. Η., Θ. Κ., Ε. Κ., Π. Ν., Κ. Π., Β. Τ., Γ. Χ., Μ. Χ. και Ά. Χ., ήταν κατάφωρα άδικη, με αποτέλεσμα να παρακωλυθεί εναντίον της καλής πίστης η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, και συνακόλουθα να θεωρείται, κατ' άρθρο 207 ΑΚ, ότι η αίρεση πληρώθηκε έκτοτε, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο Οργανισμός Προσωπικού της εναγομένης έχει συμβατική ισχύ".
Εν συνεχεία το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν τον λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου περί εσφαλμένης απορρίψεως από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του κυρίου αιτήματος αυτού να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από της 30ής Οκτωβρίου 2006 ως απαραδέκτου, καθ' όσον η εν λόγω αξίωση είχε παραγραφεί, ως επίσης την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα διακωλυτική ένσταση κατά της αγωγής ως αλυσιτελή, καθ' όσον οι προαχθέντες υπάλληλοι, ως προς τους οποίους υφίστατο καταφανής υπεροχή κατά τα υπηρεσιακά προσόντα του αναιρεσιβλήτου, ήσαν περισσότεροι των προτεινομένων προς σύγκριση μη προαχθέντων υπαλλήλων, εδέχθη κατ' ουσίαν την έφεση ως προς το επικουρικό αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί ο αναιρεσίβλητος στον προαναφερθέντα βαθμό από 23ης Ιουλίου 2010, το οποίο είχε απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμο από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το εν λόγω κεφάλαιο, εδέχθη εν μέρει την αγωγή και ανεγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από της 23ης Ιουλίου 2010.
Στην εν λόγω κρίση κατέληξε το Εφετείο, αφού προέβη στην συνολική εκτίμηση των υπηρεσιακών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και των προτεινομένων προς σύγκριση ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του, τα οποία πάντα διέλαβε λεπτομερώς και εξετίμησε και την βαρύτητα εκάστου στις προαγωγικές κρίσεις, δεχόμενο καταφανή υπεροχή του αναιρεσιβλήτου, ενόσω μάλιστα υπερείχε αυτός καταφανώς και ως προς τους τίτλους σπουδών και ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, εκτός μιάς συναδέλφου του, αλλά και ως προς την συνολική διάρκεια ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος και Προϊστάμενος Τμήματος, η οποία αποτελεί αυξημένης βαρύτητος και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της προαγωγής στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, με συνέπεια να έχει αποκτήσει αυτός σαφώς μείζονα εμπειρία ως προς την αντιμετώπιση των διαφόρων θεμάτων και διοικητική ικανότητα.
Με την εν λόγω κρίση το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 Α.Κ., αφού, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, όπως συνάγεται από την συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, υπήρξε καταφανής, η δε προβληθείσα διακωλυτική ένσταση απέβη αλυσιτελής και δεν είχε επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Διέλαβε δε το Εφετείο επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αντιστοίχως, δια των οποίων προσάπτονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων και της αντιφατικής αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, "Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά", κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν".
Περίπτωση επιδικάσεως πλέον του αιτηθέντος συντρέχει και όταν το δικαστήριο, παρά τον γενόμενο μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτήν ως καταψηφιστική, οπότε ο Άρειος Πάγος, εφ' όσον η αίτηση αναιρέσεως περιέχει σχετικό λόγο, αναιρεί την πληττομένη απόφαση μόνον καθ' ο μέρος έχει επιδικασθεί καταψηφιστικώς το οφειλόμενο ποσόν, ώστε να τροποποιηθεί η σχετική διάταξη σε αναγνωριστική, χωρίς να καταλείπεται, μετά την εν λόγω αναίρεση, στάδιο περαιτέρω εκδικάσεως της υποθέσεως κατά την έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Η περί δικαστικών εξόδων διάταξη της κατά τα ανωτέρω εν μέρει αναιρουμένης αποφάσεως δεν θίγεται (ΟλΑΠ 9/2002), αφού το περί καταψηφίσεως αναιρούμενο μέρος δεν τελεί σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, ώστε να είναι επιβεβλημένη η συναναίρεση και της επιδικασθείσης δικαστικής δαπάνης.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, παρ' ότι εδέχθη ότι ο αναιρεσίβλητος, μετά παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, εζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσειούσης να του καταβάλει το ποσόν των 20000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εν τούτοις επεδίκασε το ποσόν των 3000 ευρώ, το οποίο έκρινε εύλογο ως χρηματική ικανοποίηση, καταψηφιστικώς.
Συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια της επιδικάσεως πλέον του αιτηθέντος και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται η εν λόγω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, καθ' ο μέρος έχει επιδικασθεί καταψηφιστικώς το εν λόγω ποσόν των 3000 ευρώ, ώστε η σχετική διάταξη να τροποποιηθεί σε αναγνωριστική. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να συμψηφισθούν καθ' ολοκληρίαν μεταξύ των διαδίκων τα εκατέρωθεν δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν 4052/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος έχει επιδικασθεί υπέρ του αναιρεσιβλήτου το ποσόν των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ καταψηφιστικώς, ώστε η σχετική διάταξη να τροποποιηθεί σε αναγνωριστική. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ καθ' ολοκληρίαν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ