Legislator Case Law & Legislation
1527/2014 AI generated

1527/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1527/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1527/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν απαιτείται, δηλαδή, ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται με την ειδική παράδοση της νομής, η οποία γίνεται ατύπως με τη βούληση του τέως νομέα. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1527 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1527/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Φ. του Α. και 2) Ε. συζ. Σ. Φ., το γένος Λ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Σχινά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2010 (με αριθμό κατάθεσης 4524/2010) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2726/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 30/4/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 11/3/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 70 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ, ειδικώς επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, για την ακριβή περιγραφή του ακινήτου και το ορισμένο της αγωγής αρκεί να καθορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση αυτού, κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του και περαιτέρω, ο ενάγων οφείλει να εκθέσει σ' αυτήν τον τρόπο κτήσεως της κυριότητάς του επί του επιδίκου.

Στην περίπτωση που αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, εάν ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζητήσεως, αμφισβητεί διαρκώς την κυριότητα του φερόμενου ως δικαιοπαρόχου του επί του επιδίκου, είναι υποχρεωμένος ο ενάγων, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωση της αγωγής του, να καθορίσει με τις προτάσεις της ίδιας συζητήσεως και να αποδείξει και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τον άμεσο δικαιοπάροχό του, αν δε είναι αναγκαίο και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, φθάνοντας μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας, δυναμένου να αντιταχθεί κατά τρίτων, όπως είναι η χρησικτησία, και μόνον η παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει, είτε καθ' υποφοράν στην αγωγή είτε με τις προτάσεις, τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο ή τους δικαιοπαρόχους του, κατά τα παραπάνω, καθιστά την αγωγή αόριστη.

Στην περίπτωση που η ίδια η αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, και μάλιστα σε τακτική ή σε έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται από την ισχύ του ΑΚ (23/2/1946) ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και άσκηση νομής επί δεκαετία ή άσκηση νομής επί εικοσαετία αντίστοιχα, προς τη συμπλήρωση της οποίας (νομής) δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 1051 ΑΚ, να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της με τα ίδια προσόντα νομής, που άσκησε ο δικαιοπάροχός του.

Δεν απαιτείται, δηλαδή, ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται με την ειδική παράδοση της νομής, η οποία γίνεται ατύπως με τη βούληση του τέως νομέα. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ των άλλων, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η επίβλεψη, η οριοθέτηση του ακινήτου. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔικ παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 15/4/2010 αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των ειδικότερα περιγραφόμενων κατά θέση, έκταση, είδος και όρια τεσσάρων συνεχόμενων αγροτεμαχίων, που βρίσκονται στη θέση "Λουτρόπυργος" ή "Κερατόπυργος" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεγάρων που περιήλθαν στην κυριότητά τους από αληθινούς κυρίους, με αγοραπωλητήρια συμβόλαια νομίμως μεταγεγραμμένα κατά τα έτη 1973 (τα δύο από αυτά) και 1976 (τα άλλα δύο), αντίστοιχα, τα οποία (ακίνητα) είχαν προηγουμένως περιέλθει στους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους τους επίσης με αγοραπωλητήρια συμβόλαια νομίμως μεταγεγραμμένα των ετών 1973, 1969 και 1958 (τα αγροτεμάχια εμβαδού 200,48 τμ και 224 τμ), καθώς και των ετών 1969 και 1958 (τα αγροτεμάχια εμβαδού 190,14 τμ και 193,14 τμ), αντίστοιχα.

Ότι από τότε που τα εν λόγω ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητα των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή από τα έτη 1973 και 1976, αντίστοιχα, και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, αυτοί τα κατείχαν με διάνοια κυρίου και ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσιδιάζουσες στη θέση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις, που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, άλλως με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, έχοντας έτσι καταστεί συγκύριοι των επίδικων ακινήτων με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία.

Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης στο Δήμο Μεγάρων, τα ακίνητα αυτά καταχωρήθηκαν στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων με τους αναφερόμενους ειδικότερα στην αγωγή ΚΑΕΚ, και εμφανίζονται εσφαλμένα ως ιδιοκτησίες του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Ζητούσαν δε να αναγνωριστούν συγκύριοι των επίδικων τεσσάρων αγροτεμαχίων, κατά ποσοστό 50% ο καθένας εξ αδιαιρέτου, και να υποχρεωθεί ο προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων να διορθώσει τις αντίστοιχες πρώτες εγγραφές που αφορούν τα ακίνητα αυτά.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία και είναι νομικά βάσιμη, σύμφωνα με τις πιο πάνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού προσδιορίζεται η ταυτότητα των επίδικων ακινήτων και αναφέρονται τα αναγκαία περιστατικά για τη μεταβίβαση της κυριότητας αυτών στους αναιρεσίβλητους, καθώς και για την απόκτηση της κυριότητάς τους με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, αφού εκτίθενται στην αγωγή οι προσήκουσες πράξεις νομής που άσκησαν σε αυτά τόσο οι ίδιοι όσο και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών, άλλως με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, τουλάχιστον από το έτος 1958 μέχρι την άσκηση της αγωγής, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για το νομικά ορισμένο της αγωγής αυτής να αναφέρεται και το αν τα επίδικα ακίνητα κατέχονταν από τους απώτερους ή απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων δυνάμει Οθωμανικού τίτλου, έστω και άκυρου και ότι εξ αυτού του λόγου αναγνωρίσθηκαν κύριοι από το Οθωμανικό δημόσιο, και εν συνεχεία το 1833 από το Ελληνικό Δημόσιο, με βάση τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα πρωτόκολλα ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους ή αν οι κύριοι των ακινήτων ήταν αρχικά Οθωμανοί ιδιώτες, των οποίων είχαν αναγνωριστεί τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και αν οι πιο πάνω δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων τα αγόρασαν νόμιμα από αυτούς ή τέλος αν οι τελευταίοι (δικαιοπάροχοι) ασκούσαν πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα τριάντα ετών πριν από την 11/9/1915.

Επομένως, το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή είναι νομικά ορισμένη και να απορρίψει το σχετικό ισχυρισμό περί αοριστίας αυτής που πρόβαλε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το αναιρεσείον, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ.1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού για τη νομική επάρκεια της αγωγής δεν αξίωσε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου για τη θεμελίωση του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων.

Γι' αυτό και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1054- 1055 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), πρέπει το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας και να μην εξαιρείται αυτής. Η επιδεκτικότητα όμως του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054- 1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.

Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11/9/1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.

Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, θα πρέπει να ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του, διότι: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 βδ "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 βδ "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 βδ ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, άλλως κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, άλλως ανήκε στο Τουρκικό δημόσιο και το δήμευσε, ε) άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, 2 παρ. 2 του ν.δ. 86/1969 και 46 του ν. 4173/1929, είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα, στ) άλλως περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως φύλαξη, αναδασώσεις, πράξεις χαρακτηρισμού, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κλπ.

Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Δημοσίου συνιστούν ενστάσεις ιδίας κυριότητας, και, συνεπώς, θεωρούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 527 εδ.α' ΚΠολΔ "νέοι ισχυρισμοί", οι οποίοι απαραδέκτως προτείνονται από τον εκκαλούντα για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, εφόσον δεν προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και δεν γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση ενώπιόν του ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτους τους ισχυρισμούς που πρόβαλε για πρώτη φορά με τους τρίτο έως και έκτο λόγους της από 16/11/2011 έφεσής του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο περί ιδίας κυριότητας αυτού στα επίδικα ακίνητα, με την επικουρική επίκληση των τρόπων κτήσης κυριότητας που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας πρότασης, κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι "νέοι", εφόσον δεν προβλήθηκαν από το αναιρεσείον κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε αυτό επικαλέσθηκε με την έφεσή του ότι γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ για τη δικαιολόγηση της καθυστερημένης προβολής τους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί δεν είναι "νέοι", αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και δεν υπάγονται στην απαγόρευση του άρθρου 527 εδ.α' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/4/2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 44/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ