Legislator Case Law & Legislation
1527/2012 AI generated

1527/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1527/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-1985 αγωγή του αρχικού διαδίκου, Κ. Ζ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 2658/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1291/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 174/2010, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-3-2011 αίτησή τους και με τους από 20-4-2012 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1527/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από δε το άρθρο 78 του ίδιου νόμου "περί γαιών" συνάγεται, ότι για την κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως αρκεί μόνον η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του αγρού από εκείνον που τον εξουσιάζει για χρονικό διάστημα δέκα ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και ότι το δικαίωμα αυτό εξουσιάσεως έχει εφαρμογή μόνον επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων και δασών τα οποία εξουσιάζονται μόνον με ταπί.

Keywords

AI generated
vendor's statutory lien stock exchange listing issuance of securities licensor auction buyer seizable portion
AI generated
1293/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
31/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο Αρεοπαγίτες.
1292/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1417/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 447/1997 προδικαστική, 483/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 199/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
1077/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1527 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1527/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Ζ. του Κ. και 2. Α. Ζ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Τόγια.

Των αναιρεσίβλητων: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κων/νο Κηπουρό, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-1985 αγωγή του αρχικού διαδίκου, Κ. Ζ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 2658/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1291/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 174/2010, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-3-2011 αίτησή τους και με τους από 20-4-2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 15-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 του νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1858), στις μοναστηριακές γαίες ανήκαν, κατά μεν την παράγρ. 1 αυτού, οι ανέκαθεν προσαρτημένες στις Ιερές Μονές με πλήρη δικαιώματα κυριότητας, αρκεί η "προσάρτησή" τους αυτή να ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο (defterhane), που αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας, οπότε δεν εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) ούτε υπήρχε δυνατότητα αυτές να αγορασθούν ή να πωληθούν και γι' αυτές δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του ΟθνπΓαιών, κατά δε την παράγρ. 2, οι κοινές δημόσιες γαίες, οι οποίες αποτελούσαν και αυτές "προσαρτήματα" των Ιερών Μονών, εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) όχι απ' ευθείας στο όνομα της Μονής, αλλά με το όνομα του μοναχού, εξακολουθούσαν δε να υπάγονται στην ίδια κατηγορία των δημόσιων γαιών του άρθρου 3 του ΟθνπΓαιών (arazi-i emiriye), εφαρμόζονταν δε σ' αυτές οι διατάξεις οι σχετικές με την εξουσίασή τους με τίτλο (ταπί) του ΟθνπΓαιών.

Από δε το άρθρο 78 του ίδιου νόμου "περί γαιών" συνάγεται, ότι για την κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως αρκεί μόνον η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του αγρού από εκείνον που τον εξουσιάζει για χρονικό διάστημα δέκα ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και ότι το δικαίωμα αυτό εξουσιάσεως έχει εφαρμογή μόνον επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων και δασών τα οποία εξουσιάζονται μόνον με ταπί.

Οι ανωτέρω περί γαιών διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας, οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως, ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό τη κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, με το άρθρο 2 του ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914.

Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω νόμου (147/1914), η ελληνική νομοθεσία. Ενόψει δε του ότι το οθωμανικό δίκαιο αγνοούσε την έννοια του νομικού προσώπου, και επομένως, εκτός των άλλων, και οι Μονές δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με το άρθρο 3 παρ. 6 του ν. 2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιακών πόρων των εν ταις Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων" ορίστηκε, ότι τα ακίνητα των οποίων τη διαχείριση, ως πραγμάτων που ανήκουν σ' αυτές είχαν, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι αρχές και επιτροπές των ορθόδοξων κοινοτήτων ή των επί μέρους ιδρυμάτων που υπάγονται σ' αυτές, στα οποία όπως είναι φανερό περιλαμβάνονται και τα παντός είδους νομικά πρόσωπα, των οποίων ακινήτων τις προσόδους οι ανωτέρω αρχές, επιτροπές, ιδρύματα και νομικά πρόσωπα διέθεταν για την εξυπηρέτηση κάποιου από τους σκοπούς που μνημονεύονται στο νόμο αυτό, μεταξύ των οποίων και οι κοινωφελείς, αναγνωρίζονται ως περιουσίες τους που έχουν αποκτηθεί νομίμως, και αν ακόμη οι τίτλοι τους έχουν εκδοθεί στο όνομα ιδιωτών ή αν εμφιλοχωρεί κάποια ακυρότητα κτήσεως κατά τον οθωμανικό νόμο, είτε λόγω ελλείψεως ικανότητας προς κτήση από το αποκτών νομικό πρόσωπο, είτε λόγω του ανεπίδεκτου μεταβιβάσεως του ακινήτου με πράξη αιτία θανάτου, είτε για μη τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων κατά τη μεταβίβαση.

Με τη διάταξη αυτή έπαψε να υπάρχει εξ υπαρχής η ανικανότητα των εν γένει χριστιανικών καθιδρυμάτων, επομένως και των νομικών προσώπων, να αποκτήσουν κυριότητα, η οποία υπήρχε στο παρελθόν σύμφωνα με το καθεστώς το οποίο ίσχυε επί Τουρκοκρατίας (ανυπαρξία νομικών προσώπων), η κτήση, όμως, αυτή της κυριότητας από τα πιο πάνω ιδρύματα και νομικά πρόσωπα δεν επερχόταν αμέσως από το νόμο, αλλά, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 εδάφ.

β' και 6, 11 παρ. 1, 14 παρ. 1, 15 παρ. 1, 16, 19 παρ. 1 και 2 και 21 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετά την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρονται στο νόμο αυτό και την, μετά από τη νόμιμη συλλογή και εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων, αναγνώρισή της με απόφαση των αρμοδίων κατά τη διάταξη του άρθρου 11 επιτροπών (ΟλΑΠ 1741/1980). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του Αγροτικού Κώδικα (2 του προϊσχύσαντος) εξαιρούνται της απαλλοτριώσεως οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια και είναι απαραίτητες για την κτηνοτροφική εκμετάλλευση.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (79 του προϊσχύσαντος), μετά την έκδοση της απόφασης της επιτροπής απαλλοτριώσεων, τριμελής επιτροπή από υπαλλήλους, που ορίζει ο Υπουργός Γεωργίας, μεταβαίνει επί τόπου και μετά από ακρόαση του ιδιοκτήτη και του συνεταιρισμού διαχωρίζει την εξαιρεθείσα από την απαλλοτρίωση έκταση οριοσημαίνοντας αυτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων αυτών συνάγεται, ότι η με απόφαση της επιτροπής εξαίρεση από την απαλλοτρίωση έκτασης γίνεται απροσώπως υπέρ πάντων των ιδιοκτητών αυτής και ότι η επιτροπή απαλλοτριώσεων σε καμία περίπτωση δεν έχει αρμοδιότητα έστω και παρεμπιπτόντως να επιλύσει διαφορά ως προς την κυριότητα της εξαιρεθείσας εκτάσεως και ότι το πρωτόκολλο οριστικού διαχωρισμού της εξαιρεθείσας έκτασης δεν αποτελεί τίτλον κυριότητας και ούτε από αυτό αποκτά ο υπέρ ου η εξαίρεση κυριότητα (Ολ.ΑΠ 677/1977).

Έτσι, τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο ν. 2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια-τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, η οποία κυρώθηκε με το από 25/8/1923 ν.δ.

Συνεπώς, στα κτήματα αυτά, ως δημόσια, χωρεί μεν έκτακτη χρησικτησία με τις προϋποθέσεις των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 (7.39), ν. 9 παρ. 1, Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20, Πανδ. (41-4), πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1, Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3, Πανδ. (23.3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, δηλαδή ύστερα από την άσκηση νομής σ' αυτά με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του, αλλά η τριακονταετής νομή, με τα προαναφερόμενα προσόντα, πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι και τις 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό των προπαρατιθέμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.

της 21-6/3-7-1837, "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ.Ν.

αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά. Κυριότητα, όμως, επί δημοσίων γαιών, οι οποίες περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους και επί των οποίων δεν υπήρξε δικαίωμα εξουσίασης άλλου, που έχει ήδη μετατραπεί σε δικαίωμα πλήρους ιδιοκτησίας, δεν μπορούσε να αποκτηθεί με χρησικτησία ούτε μετά την ισχύ της ελληνικής νομοθεσίας στις νέες Χώρες, δυνάμει των άρθρων 1 και 2 του ν. 147/1914.

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο εμβαδού 87.000 τ.μ. κείται στη θέση "Μαύρη Πέτρα Τοπόλιανης - Ιμπραήμ Αυλάκι της Περιφέρειας του Δήμου Λιτοχώρου Ν. Πιερίας και συνορεύει γύρωθεν με το με αριθμό 5 τεμάχιο, με το με αριθμό 3 τεμάχιο, με ακίνητο Συνεταιρισμού Αποκαταστάσεως Καλλιεργητών Λιτοχώρου.

Αυτό κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Νέες Χώρες (1-2-1914), καλύπτονταν από χαμηλή θαμνώδη και ποώδη βλάστηση με ελάχιστα φρύγανα, με μεμονωμένα άτομα αγριαπιδιάς και παληούριου, κατάλληλη μόνον για τη βοσκή ποιμνίων, ήτοι είχε το χαρακτήρα βοσκοτόπου, μη δυναμένη να παράγει δασικά προϊόντα με δασική εκμετάλλευση, δεν είχε όμως αφεθεί ανέκαθεν σε κοινή χρήση των κατοίκων κάποιου χωριού.

Το έδαφος του επιδίκου ήταν άγονο καλυπτόμενο με πέτρες, κροκάλες σε ποσοστό 80%-90%, περίπου και ήταν ανεπίδεκτο καλλιέργειας, παρότι ήταν πεδινό, λόγω του ότι πολλά ρέματα τα οποία κατέρχονταν από τις απότομες πλαγιές των ανατολικών κλιτύων του όρους Ολύμπου, μετέφεραν μεγάλους όγκους από προϊόντα αποσαθρώσεως πετρωμάτων.

Το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης επιφανείας 1.776.000 τ.μ., με κλίση 5-15% που είχε την προαναφερόμενη μορφή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και η οποία περικλείονταν από τις δυο πλευρές από δασικές εκτάσεις και ειδικότερα ορίζονταν προς βορρά από την όχθη του ρέματος Τοπόλιανης και δασική έκταση, προς νότια εν μέρει από δασική έκταση και εν μέρει από αγροτικές εκτάσεις και δυτικά από δασική έκταση.

Με την με αριθμό 125329/28-9-1924/ΦΕΚ Β' 89/7-10-1924 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο ακίνητο υπό τις τοπωνυμίες Τοπόλιανης - Ιμπραήμ Αυλάκι Χασκάρα και Καδρή Πλατάνης, κείμενο στην περιφέρεια της κοινότητας Λιτοχωρίου Κατερίνης για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Με την 47/1933 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων εξαιρέθηκαν της απαλλοτριώσεως από το απαλλοτριωτέο μείζον ακίνητο, μεταξύ των άλλων, α) τα με αριθμό 19 και 20 τεμάχια του επισήμου σχεδιαγράμματος της απαλλοτριώσεως, εμβαδού 41 και 228, 278 στρεμμάτων, αντιστοίχως, γιατί αποτελούνταν από δασική έκταση ανεπίδεκτη εκχέρσωσης και β) "υπέρ της ιδιοκτήτριας Μονής Κανάλων" (αυτολεξεί απόφασης επιτροπής), το με αριθμό 30 τεμάχιο του ιδίου σχεδιαγράμματος, εμβαδού 1.776.000 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, γιατί αποτελούνταν από βοσκοτόπους ανεπίδεκτους καλλιέργειας, ενώ όλα τα καλλιεργήσιμα αλλά και τα δυνάμενα να καλλιεργηθούν τμήματα της μείζονος εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε, διενεμήθηκαν στους κατοίκους της περιοχής Λεπτοκαρυάς και Λιτοχώρου και με την με αριθμό 801/1934 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίσθηκε αποζημίωση σε 56 δρχ.

για κάθε δεκαδικό στρέμμα. Η Ιερά Μονή Κανάλων που ιδρύθηκε στον Όλυμπο του Λιτοχώρου το έτος 1075 περίπου, κατά το έτος 1903 περνούσε μεγάλη κρίση και αριθμούσε περί τους δύο μοναχούς και, επειδή η κρίση συνεχίσθηκε για τα επόμενα έτη, αυτή έγινε Μετόχι της εν Ολύμπω Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου με το από 7-12-1932 Π.Δ.

Το τοπικό Συμβούλιο του Οργανισμού Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής περιουσίας (ΟΔΕΠ) της Μητρόπολης Κίτρους προκήρυξε στις 10-6-1936, πλειοδοτική δημοπρασία εκποίησης των με αριθμό 19, 20 και 30 τεμαχίων, συνολικού εμβαδού 2.046.125 τ.μ. (41.000 + 228.278 + 1.776.000). Η εκποιούμενη αυτή έκταση στη θέση Τοπόλιανη Ιμπραήμ Αυλάκι χαρακτηρίζεται στην προκήρυξη ως βοσκότοπος.

Διενεργηθείσας της δημοπρασίας, το όλο ακίνητο κατακυρώθηκε στο μοναδικό πλειοδότη Μ. Ν. Κ., μεγαλοκτηνοτρόφο και παντοπώλη, κάτοικο Λιτοχώρου, αντί τιμήματος 194.000 δραχμών και συντάχθηκε το .../5-9-1936 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κατερίνης Ξενοφώντος Κωνσταντίνου Συλλοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε.

Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται, ότι η πωληθείσα έκταση (2.046.125 τ.μ.) αποτελείται από τέσσερις βοσκοτόπους. Ο Μ. Κ. μέσα στην μείζονα αυτή έκταση έφτιαξε το μανδρί και έβοσκε τα κοπάδια του. Στη συνέχεια, το έτος 1947 ο Μ. Κ. διεχώρησε το όλο αυτό ακίνητο σε επτά τμήματα ίσου περίπου εμβαδού, τα οποία με ισάριθμα συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Καραμάνου μεταβίβασε σε μέλη της οικογένειας Ζ..

Ειδικότερα, με το .../23-4-1947 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικολάου Καραμάνου ο Μ. Κ. πώλησε στον αρχικό ενάγοντα Κ. Ζ. του Α. καπνοβιομήχανο, μετά τον θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση ως μοναδικοί κληρονόμοι του οι ήδη αναιρεσείοντες, αντί αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος 2.666.666 δρχ.

ένα τμήμα του προαναφερομένου βοσκοτόπου εμβαδού 297.000 τ.μ. Στο συμβόλαιο αυτό μνημονεύεται, ότι τα 291.000 τ.μ. είναι καλλιεργήσιμα και τα 6.000 τ.μ. είναι ρέμα. Το πωληθέν αυτό αποτελεί τμήμα του προαναφερομένου τεμαχίου με αριθμό 30, ενώ τμήμα του πωληθέντος με το συμβόλαιο αυτό (.../1947) αποτελεί το επίδικο. Μετά την αγορά, ο Κ.

Ζ. προσλαμβάνοντας εργάτες άρχισε τμηματικά να καθαρίζει το ακίνητο από τις πέτρες τις οποίες έκανε ασβέστη σε δύο καμίνια που είχε τοποθετήσει σ' αυτό και να εκχερσώνει τη βλάστηση καθιστώντας τμήματα του αγορασθέντος ακινήτου καλλιεργήσιμα. Στη συνέχεια, ο ίδιος εκμίσθωσε το ακίνητο σε τρίτους για τη βόσκηση των ποιμνίων τους, αλλά και για την καλλιέργεια των εκχερσωθεισών και καθαρισθεισών από τις πέτρες τμημάτων.

Μάλιστα, για την καταστροφή των ακανθωτών θάμνων και των άλλων μη εύγευστων στα ζώα φυτών, τα οποία συνήθως αυξάνονται μετά από εντατική βόσκηση, συχνά χρησιμοποιείτο από τους κτηνοτρόφους η φωτιά, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται νέο και τρυφερό χορτάρι για τη βόσκηση των ζώων. Το έτος 1979 ο ενάγων εκχέρσωσε όλη την υπόλοιπη έκταση που αγόρασε και εκδόθηκε σε βάρος του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και στη συνέχεια, πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης χρήσης, οι δε ανακοπές κατ' αυτού απορρίφθηκαν και περιορίσθηκε μόνον το ποσό της αποζημιώσεως.

Το επίδικο ακίνητο (87.000 τ.μ.) δεν καλλιεργήθηκε από την Ιερά Μονή Κανάλων κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ή τουλάχιστον επί δεκαετία έως 20-5-1917, αφού ανέκαθεν ήταν βοσκότοπος και ως τέτοιος ήταν ανεπίδεκτος καλλιέργειας. Επ' αυτού ως βοσκοτόπου δεν εφαρμόζονταν το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί Γαιών" και δεν μπορούσε να αποκτηθεί επ' αυτού δικαίωμα δεκαετούς εξουσιάσεως με καλλιέργεια, το οποίο δικαίωμα στη συνέχεια να μετατραπεί κατά το άρθρο 49 του ν. 2052/1920 σε συνδυασμό με το νόμο 1072/1917 σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας.

Επί βοσκοτόπων δεν ηδύνατο να αποκτηθεί δικαίωμα εξουσίασης με δεκαετή καλλιέργεια άνευ δικαστικής αμφισβητήσεως, αλλά αυτά εξουσιάζονταν μόνον με ταπί και τέτοιο ταπί δεν είχε εκδοθεί στο όνομα μοναχού ή της Ιεράς Μονής Κανάλων. Επίσης, το επίδικο ακίνητο δεν ήταν ανέκαθεν προσαρτημένο στην Ιερά Μονή Κανάλων και η προσάρτηση αυτή δεν ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο (defterhane), που αποτελούσε συστατικό τύπο για την εκ μέρους της απόκτηση κυριότητας, οπότε δεν απαιτείτο ταπί.

Τέτοια "προσάρτηση" και εγγραφή αυτής στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο δεν αποτελούν οι εγγραφές στα τουρκικά φορολογικά βιβλία, βάσει των οποίων ως φορολογούμενο αναγράφεται το Μοναστήρι των Κανάλων κατά το διάστημα α) από 1-3-1873 έως 28-2-1874 και β) 1-3-1888 έως 28-2-1889, για ακίνητο εμβαδού 20.000.000 τ.μ. χαρακτηριζόμενο στην πρώτη περίπτωση ως βοσκή και στη δεύτερη περίπτωση ως αγρός.

Ούτε από το κατά το έτος 1835 Μονόγραμμα (φιρμάνι - υψηλό διάταγμα) του Σουλτάνου Μαχμούτ που απευθύνεται προς τον Ιεροδικαστή της Υποδιοίκησης Φαναριού Λάρισας περί μη αυξήσεως του ετήσιου φόρου που κατέβαλε η Μονή, αποδεικνύεται τέτοια προσάρτηση και αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο.

Το επίδικο ακίνητο ήταν κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, αλλά και κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Νέες Χώρες (1-2-1914), βοσκότοπος και ακίνητο ανεπίδεκτο καλλιέργειας και, συνεπώς, δεν μπορούσε να αποκτηθεί επ' αυτού από μοναχό ή άλλο τρίτο πρόσωπο δικαίωμα δεκαετούς εξουσίασης. Εξάλλου, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι το επίδικο ήταν αγρός και εξουσιάζονταν επί δεκαετία από τους μοναχούς της Ιεράς Μονής Κανάλων το δικαίωμα αυτό εξουσίασης δεν μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας της Μονής, γιατί δεν αναγνωρίσθηκε αυτό με απόφαση των αρμοδίων κατά τη διάταξη του άρθρου επιτροπών μετά από νόμιμη συλλογή και εξακρίβωση στοιχείων και την τήρηση των διατυπώσεων του ν. 2508/1920.

Απεναντίας, όταν υποβλήθηκε στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο κτημάτων ο φάκελος της Μονής Κανάλων περί διεκδίκησης του δάσους Κανάλων (με την ονομασία αυτή χαρακτηρίζονταν ολόκληρο το Κτήμα που διεκδικούσε η Μονή στο οποίο περιλαμβάνονταν και το επίδικο ως τμήμα του 30 τεμαχίου των 1.776.000 τ.μ.), το Συμβούλιο αυτό με την 7/24-10-1917 γνωμοδότησή του έκρινε, ότι λόγω ελλείψεως τίτλων αποδεικτικών των δικαιωμάτων της Μονής δεν δύναται να αναγνωρισθεί δικαίωμα κυριότητάς της.

Η γνωμοδότηση αυτή, την οποία αποδέχθηκε το Υπουργείο Γεωργίας, κοινοποιήθηκε στη Μονή με το 34815/11-12-1917 έγγραφο του Υπουργείου. Στη συνέχεια, η Ιερά Μονή Κανάλων το έτος 1922 διεκδίκησε το ίδιο δάσος, το δε Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δασών ζήτησε από το Υπουργείο Γεωργίας να παραγγείλει την Μονή ώστε να προσκομίσει αυτή τους τίτλους της.

Το Υπουργείο Γεωργίας με το 80481/1922 έγγραφό του παράγγειλε εκ νέου στο Δασονομείο Ελασσώνος να ζητήσει από τη Μονή Κανάλων την υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας. Μετά τη γνωστοποίηση του εγγράφου αυτού στην Ιερά Μονή Κανάλων, λόγω μη προσκομίσεως τίτλων, το Υπουργείο Γεωργίας με το 88392/1928 έγγραφό του έκρινε, ότι οι αξιώσεις της Μονής "επανειλημμένως" έχουν απορριφθεί ως αβάσιμες και πρέπει η Μονή να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο.

Το ίδιο έκρινε το Υπουργείο Γεωργίας με το 78877/1932 έγγραφό του, πλην όμως η Μονή ουδέν έπραξε. Η 47/1933 προαναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ν. Πιερίας με την οποία, μεταξύ των άλλων, εξαιρείται από την απαλλοτρίωση το με αριθμό 30 τεμάχιο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ως βοσκότοπος ανεπίδεκτος καλλιέργειας υπέρ της Ιεράς Μονής Κανάλων, δεν προσπορίζει σ' αυτή κυριότητα και ούτε αποτελεί αναγνώριση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της κυριότητάς της επ' αυτού.

Τούτο, διότι η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων είχε αρμοδιότητα κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του ισχύοντος τότε Αγροτικού Κώδικα (ν.δ 4-9-1924 - ήδη άρθρο 7 Αγροτικού Κώδικα), να εξαιρεί από την απαλλοτρίωση έκταση που χρησιμοποιούνταν για την κτηνοτροφία και η οποία ήταν ανεπίδεκτη οποιασδήποτε καλλιέργειας. Δεν είχε, όμως, η Επιτροπή αρμοδιότητα να προσδιορίζει έστω και παρεμπιπτόντως το πρόσωπο υπέρ του οποίου γινόταν η εξαίρεση, η οποία έπρεπε να γίνει απροσώπως γενικά υπέρ των ιδιοκτητών.

Συνεπώς, ο προσδιορισμός της Ιεράς Μονής ως του προσώπου της εξαιρεθείσας έκτασης στην απόφαση Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, έστω και αν αυτή δεν αναθεωρήθηκε, δεν έχει έννομες συνέπειες ως καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας αναγραφείς. Άλλωστε, στην ίδια απόφαση της Επιτροπής απαλλοτριώσεως αναγράφεται, ότι η Μονή δεν προσκόμισε αποδεικτικά περί της κυριότητάς της.

Η 119272/1946 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με την οποία ήρθη η υφιστάμενη απαγόρευση εκποίησης και επιτράπηκε στο Μ. Κ. να πωλήσει την έκταση των 2.046.125 τ.μ. δεν συνιστά αναγνώριση της κυριότητας της Ιεράς Μονής Κανάλων, αφού για την έκδοση αυτής δεν προηγείται έλεγχος ιδιοκτησιακού καθεστώτος του εκποιημένου ακινήτου.

Ούτε το 8327/1978 έγγραφο του γεωπόνου Ε. Γ. της Διεύθυνσης Γεωργίας του Ν. Πιερίας, με το οποίο αυτός βεβαιώνει, ότι όλη η έκταση του με αριθμό 30 τεμαχίου είναι καλλιεργήσιμη από παλαιότερα, ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πρόσφατης εκχέρσωσης, ότι υπάρχουν έργα επ' αυτού και βελτιώσεις και ότι η Υπηρεσία δεν αμφισβήτησε κατά το παρελθόν την κυριότητα, δεν μπορεί να ανατρέψει την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου (Εφετείο), καθόσον βεβαιώνονται ανακριβή γεγονότα, δεδομένου ότι το Υπουργείο Γεωργίας είχε απορρίψει τις διεκδικήσεις της Μονής και ανέκαθεν αμφισβητούσε την κυριότητα αυτής επί της μείζονος εκτάσεως.

Εξάλλου, η κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Γ. Χ. που προτάθηκε από τον αρχικό ενάγοντα, ελέγχεται ως μειωμένης αξιοπιστίας, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι γεννήθηκε το έτος 1922, ώστε δεν ομιλεί εξ ιδίας αντιλήψεως για το χαρακτήρα του επιδίκου κατά την Τουρκοκρατία έως και το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες χώρες (1-2-1914) και για την εξουσίασή του από τη Μονή Κανάλων.

Επιπροσθέτως, ο μάρτυρας αυτός φέρεται ως κύριος ενδιαφερόμενος, αφού προς αυτόν απευθύνεται το με αριθμό πρωτ. 8327 έγγραφο της Διευθύνσεως Γεωργίας Ν. Πιερίας, προφανώς ως σύζυγο της αγοράστριας άλλου τμήματος του με αριθμό 30 τεμαχίου Μ. συζ. Γ. Χ. το γένος Β. Ζ.. Ούτε η 1/1960 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων του Πρωτοδικείου Κατερίνης με την οποία, μεταξύ άλλων, ο Β.

Ζ. αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως για τη διάνοιξη της εθνικής οδού Λαρίσης - Τεμπών - Κατερίνης αναιρεί τα παραπάνω, προεχόντως γιατί δεν αφορά το επίδικο, αλλά τμήμα του μείζονος ακινήτου τον 2.046.000 τ.μ. Ούτε τα αναγραφόμενα στο από 21-8-1904 ενοικιαστήριο έγγραφο που επικαλείται ο αρχικός ενάγων, βάσει του οποίου η Ιερά Μονή Κανάλων "παρέχει ...

υπ' ενοικίων ... απάσας τας τε χειμερινάς και θερινάς νομάς αυτής ... το δε εν τη τοποθεσία Τοπόλιανη δικαιούται να καλλιεργεί και να σπείρει εν οιαδήποτε εποχή θελήση και αποφασίση" μαρτυρούν, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κατηγορία των αγρών και καλλιεργείτο επί Τουρκοκρατίας, καθόσον αυτό αναφέρεται στο αγρόκτημα που ήταν καλλιεργήσιμο και αργότερα απαλλοτριώθηκε και διενεμήθηκε στους ακτήμονες καλλιεργητές.

Το γεγονός ότι εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη με Π.Δ. (ΦΕΚ Δ' 1097/17-9-1996) για τμήμα του με αριθμό 30 τεμαχίου και εκδόθηκε η 21/1997 πράξη εφαρμογής του Νομάρχη Πιερίας ο οποίος με το αριθμ. πρωτ. 3322/26-5-1994 έγγραφό του βεβαιώνει, ότι η έκταση που αφορά η πολεοδομική μελέτη δεν είναι δάσος ή δασική έκταση, δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, προεχόντως γιατί δεν αφορά το επίδικο.

Ούτε άλλωστε ο Νομάρχης είναι αρμόδιος να αποφαίνεται περί της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Επίσης, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του άρθρου 90 του Π.Δ. 284/1988 με την 58/1993 απόφασή του γνωμοδότησε, μεταξύ των άλλων, ότι το Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα α) επί των εκτάσεων του αγροκτήματος "ΤΟΠΟΛΙΑΝΗ", οι οποίες αναγνωρίσθηκαν με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κατερίνης, ότι ανήκουν στην Ιερά Μονή Κανάλων και β) επί ακινήτων ιδιωτών που τα απέκτησαν δυνάμει τίτλων αναγομένων στις αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων.

Τη γνωμοδότηση αυτή αποδέχθηκε κατ' αρχήν ο Υπουργός Οικονομικών με την αριθμ. πρωτ. 1016677/995/Α0010/22-4-1994 απόφασή του. Η γνωμοδότηση αυτή που εκδόθηκε ενόσω ήταν εκκρεμής στο στάδιο των αποδείξεων η κρινόμενη υπόθεση, στηρίζει την κρίση της όχι σε γεγονότα ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στην απώτατη δικαιοπάροχο του αρχικού ενάγοντος, την Ιερά Μονή Κανάλων, αλλά στο γεγονός ότι η αμφισβήτηση του δικαιώματος της Μονής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου "παρίσταται προδήλως καταχρηστική".

Η γνωμοδότηση όμως αυτή δεν δεσμεύει το παρόν δικαστήριο. Άλλωστε, με το με αριθμό πρωτ. 1131746/8536/5-12-1995 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών ζητείται να επανεισαχθεί η υπόθεση στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ώστε να τροποποιηθεί η προαναφερόμενη (αριθμ. πρωτ. 1016677/995/Α0010/1994) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδόθηκε ενόσω ήταν εκκρεμής η παρούσα υπόθεση, αλλά και άλλες παρόμοιες.

Απ' όλα τα παραπάνω προκύπτει πως δεν αποδεικνύεται, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στις μοναστηριακές γαίες της Iεράς Μονής Κανάλων, αφού δεν ήταν ανέκαθεν προσαρτημένο σ' αυτή και η προσάρτησή του δεν ήταν καταχωρημένη στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο, ούτε εξουσιάζονταν επί Τουρκοκρατίας ή τουλάχιστον έως 20-5-1917 στο όνομα κάποιου μοναχού της Μονής και το δικαίωμα αυτό να αναγνωρίσθηκε από τις αρμόδιες επιτροπές.

Απεναντίας, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν βοσκότοπος μη παραχωρηθείς επί Τουρκοκρατίας σε κοινή χρήση, ανήκον στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, στην οποία ανήκαν οι αγροί, οι λειμώνες, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, τα δάση και οι παρόμοιοι αυτών τόποι, και ως τέτοιο, επί του οποίου η απώτατη δικαιοπάροχος Ιερά Μονή Κανάλων δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει του άρθρου 60 παρ. 1 της με το από 25- 8-1923 ν.δ.

κυρωθείσας Συνθήκης της Λωζάνης, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου. Μετά τις σκέψεις αυτές, εφόσον δεν αποδείχθηκε, ότι η απώτατη δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος Ιερά Μονή Κανάλων είχε καταστεί κυρία του επίδικου ακινήτου, ο ενάγων και ο δικαιοπάροχός του Μ. Κ. βάσει των .../23-4-1947 και .../1936 πωλητηρίων συμβολαίων των συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης Νικολάου Καραμάνου και Κατερίνης Ξενοφώντος Κων/νου Συλλοπούλου, αντιστοίχως, δεν απέκτησαν κυριότητα επ' αυτού, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και κατέστη έκτοτε ανεπίδεκτο κτήσεως κυριότητας εκ μέρους τρίτου με χρησικτησία".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο της Τουρκοκρατίας και κατά το χρόνο της εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες στις 1-2-1914 είχε το χαρακτήρα βοσκοτόπου, ότι με την 47/1933 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων εξαιρέθηκε της απαλλοτριώσεως και το με αριθμό 30 ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, επειδή αποτελούνταν από βοσκοτόπους ανεπίδεκτους καλλιέργειας, ως βοσκότοπος δε χαρακτηρίστηκε και στην από 10-6-1936 προκήρυξη πλειοδοτικής δημοπρασίας εκποίησης και του με αριθμό 30 τεμαχίου του τοπικού συμβουλίου του ΟΔΕΠ της Μητρόπολης Κίτρους.

Ότι το όλο ακίνητο καταχωρήθηκε στον Μ. Κ. με πωλητήριο συμβόλαιο του 1936 και ο τελευταίος με το .../23-4-1947 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικολάου Καραμάνου πώλησε στον αρχικό ενάγοντα Κ. Ζ. και δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι μετά το θάνατό υπεισήλθαν στη νομική του θέση ως κληρονόμοι του, ένα τμήμα του με αριθμό 30 τεμαχίου, εμβαδού 297.000 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο.

Ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε καλλιεργήθηκε από την απώτερη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Ιερά Μονή Κανάλων κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ή τουλάχιστον επί δεκαετία έως 20-5-1917 και ως βοσκότοπος που ήταν δεν μπορούσε να αποκτηθεί επ' αυτού δικαίωμα δεκαετούς εξουσιάσεως, που θα μετατρεπόταν σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, ενώ δεν είχε εκδοθεί ταπί στο όνομα μοναχού ή της Ιεράς Μονής Κανάλων.

Ότι επίσης το επίδικο ακίνητο δεν ήταν ανέκαθεν προσαρτημένο στην άνω Ιερά Μονή και η προσάρτηση αυτή δεν ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο, οπότε δεν θα απαιτείτο ταπί. Ότι το Υπουργείο Γεωργίας επανειλημμένως με έγγραφά του προς την Ιερά Μονή έκρινε, ότι οι αξιώσεις της, με τις οποίες διεκδικούσε το δάσος Κανάλων, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο, έχουν απορριφθεί, η δε Μονή ουδέποτε προσκόμισε τυχόν τίτλους της, ούτε προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο.

Ότι η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων δεν είχε αρμοδιότητα να προσδιορίζει έστω και παρεμπιπτόντως το πρόσωπο υπέρ του οποίου γινόταν η εξαίρεση, η οποία έπρεπε να γίνει απρόσωπα γενικά υπέρ των ιδιοκτητών και ότι δεν αποδείχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στις μοναστηριακές γαίες της Μονής, διότι δεν ήταν ανέκαθεν προσαρτημένο σ' αυτή και η προσάρτησή του δεν ήταν καταχωρημένη στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο, ούτε εξουσιάζονταν επί Τουρκοκρατίας ή τουλάχιστον έως 20-5-1917 στο όνομα κάποιου μοναχού της Μονής και το δικαίωμα αυτό να αναγνωρίστηκε από τις αρμόδιες επιτροπές, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στις μοναστηριακές γαίες της απώτερης δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και ότι αντίθετα αποδείχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν βοσκότοπος μη παραχωρηθείς επί Τουρκοκρατίας σε κοινή χρήση και ότι ως τέτοιο, επί του οποίου η άνω Ιερά Μονή Κανάλων δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας, περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου.

Κατόπιν τούτου, αφού δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και ακολούθως, απέρριψε την αγωγή. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές δικαίου διατάξεις των άρθρων 122, 3 78 του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1858) και του άρθρου 2 του ν. 147/1914, με το οποίο οι ανωτέρω περί γαιών διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό τη κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, καθώς και τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο απαγορευτικές της χρησικτησίας εις βάρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου διατάξεις των άρθρων 21 ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 και 4 α.ν. 1539/1938, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού έκρινε ότι, εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι η απώτατη δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος Ιερά Μονή Κανάλων είχε καταστεί κυρία του επίδικου ακινήτου, ο αρχικός ενάγων και ο δικαιοπάροχός του Μ. Κ. δυνάμει των .../23-4-1947 και .../1936 πωλητηρίων συμβολαίων των συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης Νικολάου Καραμάνου και Κατερίνης Ξενοφώντος Κωνσταντίνου Συλλοπούλου, αντίστοιχα, δεν απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου, το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και βάσει των ως άνω διατάξεων ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του αρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης, το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι βάσει των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 147/1914, με τις οποίες οι ανωτέρω περί γαιών διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό τη κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17, 25 παρ. 1 εδάφ.

β' του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και, επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και δη ότι το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις που ορίζουν την αρχή της ισότητας, "διαφοροποιώντας αυθαίρετα την έναντι του Δημοσίου αντιταξιμότητα της χρησικτησίας, ανάλογα με το αν το εκάστοτε επίδικο ακίνητο κείται σε περιοχές εντός ή εκτός Νέων Χωρών", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει έννομη συνέπεια, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος όμως αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει, ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, που επιτρέπεται η εξαίρεση, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο της υποβολής αυτής.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι μετά το θάνατο του αρχικού ενάγοντος Κωνσταντίνου Ζαφρανά υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση ως μοναδικοί του κληρονόμοι, με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ και κυρίως παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930 "Περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής περιουσίας και περί συγχωνεύσεως των μικρών Μονών", όπως τροποποιήθηκε με τους Ν. 5141/1931, 5256/1931 και κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ της 14/22-4-1933, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής τους, και ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν απαιτείται για το παραδεκτό του να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, γιατί η σχετική παράβαση δεν μπορούσε να προβληθεί στο ουσιαστικό δικαστήριο, αφού αποτελεί σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση.

Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν γίνεται στο αναιρετήριο σαφής επίκληση, ότι τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται ο επικαλούμενος ισχυρισμός ότι η απώτερη δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος Ιερά Μονή Κανάλων είχε καταστεί κυρία του επιδίκου με το αναφερόμενο διαχωριστικό διάταγμα, είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.

Επιπροσθέτως, ο λόγος αυτός με τον οποίο προβάλλεται ότι εν προκειμένω συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση του εδαφίου β' της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 562 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει το επικαλούμενο σφάλμα, ειδικότερα δε το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, ότι η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων δεν είχε αρμοδιότητα να προσδιορίζει έστω και παρεμπιπτόντως το πρόσωπο υπέρ του οποίου γινόταν η εξαίρεση και ότι η αναγραφή του προσώπου του ιδιοκτήτη υπέρ της οποίας εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση το επίδικο ακίνητο και το σχετικό πρωτόκολλο οριστικού διαχωρισμού εξαιρεθείσας εκτάσεως της Επιτροπής, δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο κυριότητας, ήτοι τίτλο κυριότητας, δεν έσφαλε.

Επειδή, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει επίσης αυξημένη τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμόν της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Στην κατά τα ανωτέρω προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. α' του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι, εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι η απώτατη δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος Ιερά Μονή Κανάλων είχε καταστεί κυρία του επίδικου ακινήτου, ο αρχικός ενάγων και ο δικαιοπάροχός του Μ.

Κ. δυνάμει των .../23-4-1947 και .../1936 πωλητηρίων συμβολαίων των συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης Νικολάου Καραμάνου και Κατερίνης Ξενοφώντος Κωνσταντίνου Συλλοπούλου, αντίστοιχα, δεν απέκτησαν κυριότητα επ' αυτού, καθόσον το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν βοσκότοπος μη παραχωρηθείς επί Τουρκοκρατίας στην κοινή χρήση, ανήκον στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, επί του οποίου η απώτατη δικαιοπάροχος Ιερά Μονή Κανάλων δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας, αφού περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει του άρθρου 60 παρ. 1 της με το από 25-8-1923 ν.δ.

κυρωθείσας Συνθήκης της Λωζάνης ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930 και του από 7-12-1932 εκδοθέντος διατάγματος και τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, 17 και 25 παρ. 1 εδάφ.

α' του Συντάγματος, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει εναρμονισμένη με το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ερμηνεία των ως άνω διατάξεων και της παραβιάσεως έτσι μιας δημιουργηθείσας απολύτως δικαιολογημένης βάσης εμπιστοσύνης, μεταξύ του καλόπιστα διοικουμένου και συναλλασσομένου πολίτη και δη του αρχικού ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του Μ.

Κ., οι οποίοι στηρίχτηκαν στο ως άνω διαχωριστικό διάταγμα και σε νόμιμες διοικητικές πράξεις. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλουν την δίκαιη δίκη και τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, αφού μάλιστα και η Ε.Σ.Δ.Α.

ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, όπως στην προκείμενη περίπτωση με τη θέσπιση του νόμου 147/1914, με το άρθρο 2 του οποίου ορίστηκε, ότι οι διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών, μεταξύ των οποίων και οι διατάξεις των άρθρων 3, 122 και 78 αυτού, ρητώς αναγνωρίστηκαν από την Ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, και οι οποίες διατάξεις του οθωμανικού δικαίου έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση.

Επειδή, η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, έχει εφαρμογή μόνον όταν το δικαίωμα ασκείται από το δικαιούχο, με στόχο τη δημιουργία καταστάσεως η οποία αρμόζει σε αυτό.

Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται, όταν η ελεγχόμενη συμπεριφορά εξαντλείται στην απλή αμφισβήτηση του αξιουμένου δικαιώματος ή στην άρνηση του καθ' ου ασκείται τούτο να προβεί σε πράξη ή παράλειψη με την οποία ικανοποιείται το δικαίωμα, καθόσον η άρνηση αυτή δεν υπόκειται στους περιορισμούς της ανωτέρω διατάξεως, ούτε μπορεί, και αν ακόμη είναι καταχρηστική, να δώσει λαβή στη γέννηση αξιώσεως (ΑΠ 582/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει, ότι ο αρχικός ενάγων με την ένδικη αγωγή ισχυρίστηκε, ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο από την απελευθέρωση και μέχρι το έτος 1980 γνώριζε τις πράξεις νομής και κατοχής των δικαιοπαρόχων του και του ιδίου και τις ενέκρινε, αναγνωρίζοντας την κυριότητά τους στο επίδικο με διάφορες πράξεις, μεταξύ των οποίων η 47/1933 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κατερίνης και το από 29-1-1936 πρωτόκολλο οριστικού διαχωρισμού που συντάχθηκε σε εκτέλεση αυτής και ότι για πρώτη φορά το εναγόμενο αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητάς του με την έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και καθορισμού αποζημίωσης χρήσης το έτος 1980.

Ζήτησε δε ο αρχικός ενάγων να αναγνωριστεί η κυριότητά του επικουρικά "εκ της κατά τα ανωτέρω καταχρηστικής ασκήσεως του δήθεν δικαιώματος" του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου. Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, τα αναφερόμενα περιστατικά δεν μπορούν να στηρίξουν βάση αγωγής και να προσδώσουν κυριότητα στον ενάγοντα, αφού η αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου της ύπαρξης κυριότητας του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, λόγω του ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει του άρθρου 60 παρ. 1 της με το από 25-8-1923 ν.δ.

κυρωθείσας Συνθήκης της Λωζάνης ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, δεν μπορεί να δώσει λαβή για γέννηση του δικαιώματος κυριότητας του αρχικού ενάγοντος, αφού μάλιστα ο κανόνας του άρθρου 281 ΑΚ είναι απαγορευτικός και όχι απονεμητικός δικαιώματος, και έτσι η επικουρική αυτή βάση της αγωγής είναι μη νόμιμη.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως και απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική αυτή βάση της αγωγής, δεν έσφαλε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Κατ' ακολουθίαν, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ακολούθως, ο ίδιος τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2011 αίτηση αναίρεσης και τους από 20-4-2012 πρόσθετους λόγους των Σ. Ζ. και Α. Ζ. για αναίρεση της 174/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ