Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, upholding lower court's application of succession law provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding the invalidity of a secret will. The appellant argued that the appellate court misinterpreted a notary's statement about witness presence, but the court found this to be a matter of judicial evaluation rather than a distortion of the document's content. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied succession law provisions and rejected the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1738, 1741, 1742, 1730 para. 2 Civil Code; Articles 559 no. 20, 561 para. 1 Code of Civil Procedure: An appeal ground for distortion of a notarial act is inadmissible if it relies solely on the appellate court's evaluation of the act's content rather than a diagnostic error in reading the document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1527 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1527/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυο-μένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Χ θυγ. Φ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Αναγνώστου.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ θυγ. Φ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Νικολετόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 821/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5262/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-12-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1738, 1741, 1742 και 1730 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κατάρτιση μυστικής διαθήκης, ο διαθέτης παραδίδει αυτοπροσώπως στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες, ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία του βούληση.
Το έγγραφο που εγχειρίζεται ή το περικάλυμμά του, αν δεν είναι σφραγισμένο έτσι που να μην μπορεί να ανοιχτεί χωρίς ρήξη ή βλάβη του σφραγίσματος, πρέπει να σφραγιστεί με τέτοιο τρόπο μπροστά στο διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν. Επ' αυτού του σφραγισμένου εγγράφου ή του περικαλύμματός του ο συμβολαιογράφος πρέπει να σημειώσει το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη και τη χρονολογία παραδόσεώς του, η σημείωση δε αυτή πρέπει να υπογραφεί από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν, τα οποία πρέπει να είναι παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια των παραπάνω διατυπώσεων.
Για την κατάρτιση της μυστικής διαθήκης πρέπει να συνταχθεί από τον συμβολαιογράφο πράξη, η οποία πρέπει να περιέχει την ημεροχρονολογία καταθέσεώς της, τα στοιχεία του διαθέτη, του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν, να βεβαιώνεται σ' αυτήν ότι τηρήθηκαν τα περί παραδόσεως του εγγράφου και προφορικής δηλώσεως του διαθέτη, τα περί σφραγίσεως του εγγράφου ή του περικαλύμματός του και της επ' αυτού σημειώσεως του συμβολαιογράφου, να βεβαιώνεται ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια της πράξεως, να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν, και τέλος η πράξη αυτή να υπογραφεί από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν.
Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατυπώσεις η μυστική διαθήκη είναι, κατ' άρθρο 1718 ΑΚ, άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, αναφορικά με την ένδικη από 17-5-2003 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της αναφερόμενης διαθήκης, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και η εναγόμενη, είναι ετεροθαλείς αδελφές-θυγατέρες του Φ.
Τη μεν ενάγουσα είχε αποκτήσει ο τελευταίος από τον πρώτο του γάμο, την δε εναγόμενη από τον δεύτερο. Ο εν λόγω πατέρας των διαδίκων απεβίωσε στην ... στις 14.1.1990. Κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλιπε δύο μυστικές διαθήκες και συγκεκριμένα Α) την από 6.11.1984 μυστική διαθήκη του της οποίας το περιεχόμενο έχει ως ακολούθως "Η διαθήκη μου Εν Αθήναις σήμερον την 6ην Νοεμβρίου 1984 ο υπογράφων Φ, συντάσσω την διαθήκην μου δια της οποίας ορίζω τα εξής:
Εγκαθιστώ κληρονόμους μου τας δύο θυγατέρας μου, ήτοι την εκ πρώτου γάμου μου θυγατέρα μου Χ Φ και την εκ δεύτερου γάμου μου θυγατέρα μου Ψ Φ. Εις την Χ αφήνω τα δύο διαμερίσματα του τετάρτου ορόφου της επί της οδού ... πολυκατοικίας. Εις την Ψ αφήνω ολόκληρον την υπόλοιπον περιουσίαν μου κινητήν και ακίνητον.
Αν τα ακίνητα τα οποία αφήνω εις τηνΧ υπολείπονται κατ' αξίαν των περιουσιακών στοιχείων τα οποία αφήνω στην Ψ, τούτο δεν οφείλεται εις προτίμησήν μου προς την νεωτέραν θυγατέρα μου, αλλά εις αίσθημα δικαιοσύνης έναντι αυτής, δεδομένου ότι το σύνολο σχεδόν της περιουσίας την οποία καταλείπω προέρχεται εκ κληρονομιάς της μητρός της Π.
Εκτελεστήν της διαθήκης μου ορίζω τον δικηγόρον Αριστείδην Νικολετόπουλον κάτοικο .... Ο διαθέτης" και ακολουθεί η υπογραφή. Τη διαθήκη αυτή ο εν λόγω διαθέτης την είχε καταθέσει ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Κωνστανταράκη για την οποία και συντάχθηκε από τον τελευταίο η ... πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, με επιμέλεια του οποίου και δημοσιεύτηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το 449/2.2.90 πρακτικό.
Β) την από 6.11.1987 επίσης μυστική διαθήκη του, της οποίας το περιεχόμενο έχει ως ακολούθως "Η διαθήκη μου Στην ... σήμερα στις 6.11.1987, εγώ ο Φ συντάσσω την διαθήκη μου, με την οποία ορίζω τα εξής: Εγκαθιστώ κληρονόμους μου τις δύο θυγατέρες μου δηλαδή: την θυγατέρα μου από τον πρώτο γάμο μου Χ Φ και τη θυγατέρα μου από το δεύτερο γάμο μου Ψ Φ.
Στην Χ αφήνω το υπό στοιχεία ΔΙ διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της επί της οδού ...πολυκατοικίας. Στη Ψ αφήνω ολόκληρη την υπόλοιπη περιουσία μου κινητή και ακίνητη. Αν η αξία του ακινήτου το οποίο αφήνω στην Χ υπολείπεται από την αξία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία αφήνω στη Ψ έναντί της, δεδομένου ότι το σύνολο σχεδόν της περιουσίας την οποία καταλείπω προέρχεται από κληρονομιά της μητέρας της Π.
Ο διαθέτης" και ακολουθεί υπογραφή. Δηλαδή με τη μεταγενέστερη αυτή διαθήκη του, ο εν λόγω διαθέτης, ανακαλώντας σιωπηρά και κατά ένα μέρος την παραπάνω προγενέστερη, εγκατέστησε κληρονόμο του την ενάγουσα, μόνο στο ένα και υπό στοιχ. Δ1 διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της επί της οδού ... κειμένης πολυκατοικία.
Και τη μεταγενέστερη αυτή από 6.11.1987 μυστική διαθήκη του ο άνω διαθέτης την κατέθεσε ενώπιον του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνστανταράκη, για την κατάθεση δε αυτή συντάχθηκε από τον τελευταίο η προσβαλλόμενη ... πράξη καταθέσεως μυστικής διαθήκης, της οποίας το χειρόγραφο περιεχόμενο, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία της, έχει επί λέξει ως ακολούθως:
Αριθμός ... Κατάθεση Μυστικής Διαθήκης. Εν Αθήναις σήμερον στις είκοσι έξι Φεβρουαρίου χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ ημέρα Παρασκευή στο ενταύθα και επί της οδού ...διαμέρισμα του Φ, ιδιοκτησίας κ.Φ, όπου μου ζητήθηκε και ήρθα, ενώπιον εμού του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Κων/νου Κωνστανταράκη και παρουσία των γνωστών μου Ελλήνων πολιτών ενηλίκων μαρτύρων που δεν εξαιρούνται από το νόμο: ... θυγατέρα ... και της ....... που όλοι τους δεν υπάγονται σε οποιαδήποτε περίπτωση ανικανότητας προβλεπόμενη από το νόμο, ούτε σε οποιαδήποτε άλλη νόμιμη εξαίρεση, εμφανίστηκε ο γνωστός μου και μη εξαιρούμενος από το νόμο Φ που γεννήθηκε
και δεν υπάγεται σε οποιαδήποτε νόμιμη εξαίρεση και μου ζήτησε να μου καταθέσει και να μου παραδώσει και μου παρέδωσε στα χέρια μου φάκελο σφραγισμένο με μία σφραγίδα από βουλοκέρι (ισπανικό κερί) που να μην μπορεί να ανοιχθεί χωρίς να σπάσει ή να βλαβεί, η σφραγίδα του και στον οποίο φάκελο έγραφε "η διαθήκη μου" και υπέγραψε από κάτω με τη σύγχρονη προφορική του δήλωση ότι έχει βάλει μέσα στο φάκελο αυτόν έγγραφο που περιέχει την τελευταία βούλησή του και που είναι η μυστική διαθήκη του γραμμένη με γραφομηχανή στις 6 Νοεμβρίου 1987 και υπογραφείσα από τον ίδιο και την οποία (αποτελούμενη από μία δακτυλογραφημένη σελίδα, υπογεγραμμένη από τον ίδιο, όπως μου δήλωσε) ζήτησε να μου καταθέσει.
Αμέσως έκανα πάνω στο φάκελο που μου παραδόθηκε, τη σημείωση που ορίζει ο νόμος με τον αριθμό της παρούσας πράξης και σφραγισμένο με μία σφραγίδα από βουλοκέρι (ώστε να μην μπορεί να ανοιχθεί χωρίς να σπάσει ή να βλαβεί η σφραγίδα αυτή) έβαλα, την υπηρεσιακή μου σφραγίδα στο φάκελο ενώπιον του διαθέτη και των άνω μαρτύρων όπως και σημείωσα τον αριθμό της παρούσας πράξης καταθέσεως, κάτω δε από αυτά υπογράψαμε τόσο ο διαθέτης όσο και τα άνω συμπράττοντα πρόσωπα, όσο και εγώ ο Συμβολαιογράφος.
Αναφέρεται ειδικά ότι ο διαθέτης και οι άνω μάρτυρες ουδεμία σχέση ή συγγένεια έχουν μεταξύ τους ότι ήταν αυτοί παρόντες όλο το χρόνο της σύνταξης της παρούσας πράξης και ότι ετηρήθηκαν τα οριζόμενα ως προς τη διαθήκη από το νόμο. Σε βεβαίωση των ανωτέρω συντάχθηκε η παρούσα .... η οποία αφού διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα και "εις επήκοον" όλων και βεβαιώθηκε νόμιμα από όλους τους ανωτέρω και εμένα υπογράφεται νομίμως από όλους μας" και ακολουθούν οι υπογραφές του διαθέτη, του Συμβολαιογράφου και των παραπάνω τριών συμπραττόντων μαρτύρων.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι η παραπάνω πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης που συνέταξε ο προαναφερόμενος Συμβολαιογράφος είναι πλαστή διότι σ' αυτήν ο τελευταίος βεβαιώνει ψευδώς ότι καθ' όλη τη διάρκεια συντάξεώς της όλα τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα, ενώ αυτό είναι ψευδές, αφού ο εκ των άνω συμπραττόντων μαρτύρων ...
δεν ήταν παρών καθ' όλη τη διάρκεια συντάξεώς της. Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό της ενάγουσας αποδείχθηκαν τα εξής. Η ενάγουσα με την προγενέστερη από 27.11.1990 (2314/1991) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή της, που άσκησε εναντίον της και ήδη εναγομένης-ετεροθαλούς αδελφής της, ζήτησε, εκτός άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της παραπάνω μεταγενέστερης (από 6.11.1987) και ήδη προσβαλλόμενης μυστικής διαθήκης του πατέρα της, για το λόγο ότι ο τελευταίος, κατά το χρόνο συντάξεως και εγχειρίσεώς της στον παραπάνω Συμβολαιογράφο, για τους επικαλούμενους στην αγωγή αυτή λόγους, δεν είχε συνείδηση των πράξεων του.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία σημειωτέον απορρίφθηκε, ως προς το αίτημά της αυτό, ως αβάσιμη στην ουσία της με την 1343/2005 τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, εκδόθηκε η 3447/1991 πράξη του άνω Δικαστηρίου με την οποία η ενάγουσα υποχρεώθηκε να αποδείξει τα αμφισβητούμενα από την εναγόμενη και θεμελιωτικά των ισχυρισμών της πραγματικά περιστατικά.
Στα πλαίσια της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του εισηγητή-δικαστή που επακολούθησε, εξετάσθηκε ως μάρτυρας από την πλευρά της εναγομένης και ο προαναφερόμενος μάρτυρας που συνέπραξε κατά τη διαδικασία κατάθεσης της προσβαλλόμενης διαθήκης, παθολόγος γιατρός ..., ο οποίος, όπως κατέθεσε υπήρξε θεράπων γιατρός του διαθέτη από το 1980 μέχρι τον επελθόντα κατά το έτος 1990 θάνατο του.
Ο τελευταίος εξεταζόμενος ενώπιον του εισηγητή στις 26-9-1996, κατόπιν σχετικής ερώτησης του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης, σχετικής, προφανώς με το ταχθέν θέμα απόδειξης αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του διαθέτη κατέθεσε τα εξής: "Μέχρι την ημερομηνία που ο Φ έπαθε το εγκεφαλικό, η πνευματική του διαύγεια και η κρίση του ήταν πλήρης.
Ένα πρωινό πριν το εγκεφαλικό και μάλιστα έκτακτα, ο Φ με κάλεσε στην οικία του χωρίς να μου αναφέρει από την αρχή για ποιο λόγο με κάλεσε και αφού ήπιαμε τον καφέ και σχολιάσαμε τις εφημερίδες, η οικονόμος του συνόδευσε τρία άτομα στην κρεβατοκάμαρά του όπου εκεί καθόμασταν. Όπως πληροφορήθηκα το ένα από τα τρία άτομα ήταν Συμβολαιογράφος.
Με συνέστησε ο κ. Φ στα τρία άτομα και μου είπε ότι ο συμβολαιογράφος ήθελε να με ρωτήσει μερικά πράγματα. Ο συμβολαιογράφος τότε μου ανέφερε ότι ο κ. Φ προτίθεται να συντάξει διαθήκη και με ρώτησε αν πράγματι έχει αντίληψη και κρίση για τη σύνταξη της διαθήκης και εγώ του απάντησα κατηγορηματικά και μονολεκτικά ναι.
Κατόπιν αυτού ο συμβολαιογράφος με ρώτησε μερικά τυπικά πράγματα (όνομα, διεύθυνση, ηλικία κ.λ.π.) και μετά εγώ ρώτησα αν απαιτείται ακόμη η παρουσία μου εκεί και επειδή δεν απαιτείτο απεχώρησα", τη ίδια δε ημερομηνία σε σχετική ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας κατέθεσε τα εξής "στην ερώτηση σας, εάν πριν από την αποχώρησή μου από το σπίτι του Φ, την ημέρα όπου εκτάκτως είχα κληθεί, όπως προαναφέρω, υπέγραψα κάποια έγγραφα, σας απαντώ ότι δεν ενθυμούμαι", και τέλος στις 6.3.1997 απαντώντας πάλι σε ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας καταθέτει "αναγνωρίζω την υπογραφή μου στην πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Κωνστανταράκη με αριθμό .... Διευκρινίζω ότι για την υπογραφή μου αυτή επανήλθα αργότερα στο σπίτι του Φ, διότι είχα φύγει για να επισκεφθώ ασθενή, όπως είχα την υποχρέωση από το ΙΚΑ. Δεν ενθυμούμαι τι ώρα επανήλθα στην οικία του Φ και υπέγραψα την κατάθεση της διαθήκης την ίδια ημέρα". Από τα πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν, ουδόλως αποδείχθηκε ότι τα όσα αναφέρει ο παραπάνω Συμβολαιογράφος στην προσβαλλόμενη ...
συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, σχετικά με την παρουσία του μάρτυρα ... κατά τη διαδικασία συντάξεώς της, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με την αγωγή της η ενάγουσα, αφού είναι προφανές ότι αναφέροντας ο συμβολαιογράφος στην πράξη του αυτή ότι καθ' όλη τη διάρκεια συντάξεώς της όλα τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα, εννοεί ασφαλώς ότι ήταν παρόντα σε όλα τα στάδια της διαδικασίας κατάθεσης της διαθήκης, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 1742, 1743, 1730 παρ. 2 ΑΚ και όχι βέβαια και της διαδικασίας της έγγραφης διατυπώσεώς της, η οποία πραγματοποιείται αποκλειστικά και μονό από τον ίδιο το συμβολαιογράφο, χωρίς να απαιτείται κατ' αυτήν η σύμπραξη ή παρουσία και των λοιπών συμπραττόντων προσώπων, και στην προκείμενη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω μάρτυρας, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας της εναγομένης που εξετάσθηκε πρωτοδίκως, ήταν παρών καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας κατάθεσης της διαθήκης που προηγήθηκε, και μόνον όταν ο συμβολαιογράφος αποσύρθηκε σε παρακείμενο γραφείο προκειμένου να προβεί στην έγγραφη διατύπωση της προσβαλλόμενης πράξης, μετά από σχετική άδεια του συμβολαιογράφου, αποχώρησε και επανήλθε μετά από εικοσάλεπτο περίπου, οπότε έχοντας ολοκληρώσει την έγγραφη διατύπωσή της ο συμβολαιογράφος, επακολούθησε με τη σύγχρονη παρουσία όλων των συμπραττόντων προσώπων η ανάγνωση και υπογραφή της".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του αναφερoμένου λόγου ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης κατάθεσης της επίμαχης μυστικής διαθήκης και, συνακόλουθα, και η ακυρότητα της διαθήκης αυτής και κατόπιν τούτου, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως αόριστη την αγωγή, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή.
Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1743 παρ. 2 και 1730 παρ. 2 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, έγγραφο αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αφού, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο.
Έτσι, δεν εφαρμόζεται η διάταξη όταν το δικαστήριο εκτιμά μια συμβολαιογραφική πράξη διαφορετικά από τον διάδικο (ΑΠ 1353/1993). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση της ... συμβολαιογραφικής πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Κωνστανταράκη, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο απέδωσε περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με το να δεχτεί ότι εκθέτοντας ο συμβολαιογράφος ότι "τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια της πράξεως" εννοούσε, ότι ήταν παρόντα "σε όλα τα στάδια της διαδικασίας κατάθεσης της διαθήκης και όχι βέβαια της διαδικασίας της έγγραφης διατυπώσεώς της, η οποία πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο το συμβολαιογράφο".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση από το Εφετείο της παραπάνω συμβολαιογραφικής πράξης, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2008 αίτηση της Χ θυγ. Φ για αναίρεση της 5262/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2010 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ