Legislator Case Law & Legislation
1527/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for vague unjust enrichment claim regarding construction contract dispute.

Case Number 1527/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Patriarchate of Jerusalem's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a construction contract dispute. The Patriarchate argued the defendant unjustly enriched itself by charging excessive amounts for heating installation materials, exploiting the plaintiff's alleged ignorance and inexperience. The court rejected this claim as inadmissible because the specific allegation regarding the defendant's exploitation of the plaintiff's state of mind was vague, indefinite, and failed to identify the specific representative involved in the contract negotiations.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a vague and indefinite allegation of exploitation of ignorance or inexperience is inadmissible if it was not clearly proposed in the first instance and did not have a decisive influence on the trial outcome.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague allegation unjust enrichment exploitation of ignorance construction contract dispute Code of Civil Procedure decisive influence

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 2/1989
Supreme Court 1171/2006
Supreme Court 1202/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1527 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1527/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, αλλοδαπού νομικού προσώπου, το οποίο εδρεύει στα Ιεροσόλυμα Ισραήλ, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλο και στην Ελλάδα από τον Αρχιεπίσκοπο Γερασίων και Έξαρχο του Παναγίου Τάφου κ.κ Θεοφάνη, κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σιώτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 672/1998 μη οριστική, 4749/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 3437/2003 μη οριστική και 6001/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 21-2-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 25-5-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 7-1-1997 αγωγής του το αναιρεσείον ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει σύμβασης έργου, που συνήψε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ανέθεσε σ' αυτόν έναντι αμοιβής την εκτέλεση των αναφερομένων στην αγωγή εργασιών, που επρόκειτο να γίνουν σε ανεγειρόμενο οίκημα του, ονομαζόμενο "....." στην περιοχή "....." .....

στο νόμο ....., ότι τον Οκτώβριο του 1994 ο αναιρεσίβλητος εναγόμενος εγκατέλειψε ημιτελές το έργο και με ελαττώματα, ότι αυτός έναντι της αμοιβής του έλαβε ήδη από το ενάγον - αναιρεσείων το ποσό των 36.885.000 δρχ., ενώ η οφειλόμενη για τις εκτελεσθείσες εργασίες αμοιβή του, ενόψει και των ελλείψεων του έργου, ανέρχονταν σε 26.713.500 (31.873.500 - 4.280.000 -380.000 - 500.000) δρχ., το δε κόστος της αντικατάστασης των πλημμελειών ανέρχονταν σε 5.250.000 δρχ.

και ότι ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιώτερος κατά το ποσό των 15.421.500 δρχ. (36.885.000 - 21.463.500 δρχ.) (26.713.500 - 5.250.000). Ζήτησε δε το αναιρεσείον να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλλει το ποσό των 15.421.500 δρχ., κατά το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιώτερος με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή στηρίζεται όχι στις διατάξεις περί σύμβασης έργου, αλλά στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ). Έκρινε δε αυτή νόμιμη όχι για όλο το αιτούμενο ποσό των -15.421.500 δραχ., αλλά μόνο για το ποσό των 10.171.000 δρχ. (15.421.500 - 5.250.000 δρχ.), γιατί ως προς το υπόλοιπο ποσό των 5.250.000 δρχ.

ο αναιρεσίβλητος δεν κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιώτερος σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσείοντα, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αυτό δεν έχει ακόμη δαπανηθεί από το ενάγον προς αποκατάσταση των πλημμελειών του έργου. Πρόσθεσε δε την επάλληλη σκέψη ότι εφόσον ως προς το άνω κονδύλιο το αναιρεσείον έχει αξίωση από τη σύμβαση έργου, δεν μπορεί να το ζητήσει με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω του επιβοηθητικού χαρακτήρα του.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ, γιατί το ενάγον - αναιρεσείον στηρίζει το αίτημα της αγωγής μόνο στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τη φράση "ο αντίδικος (εναγόμενος) οφείλει το ως άνω ποσό των 15.421.500) κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού".

Η προστιθέμενη σε αυτή φράση "σε συνδυασμό με το άρθρο 690 ΑΚ" δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει στην άποψη ότι προβάλλεται και μάλιστα κατά κύριο λόγο αξίωση από το άρθρο 690 ΑΚ. Το δε στήριγμα του αγωγικού αιτήματος στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν διατυπώνεται επικουρικά, αλλά κατά κύριο λόγο.

Επομένως η προβαλλομένη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 (πράγματι όμως μόνο από το άρθρο 559 αρ. 1) Κ.Πολ.Δικ. αντίθετη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Ειδικότερα το Εφετείο, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, κάνει ειδική αναφορά στην μεν προσβαλλομένη οριστική απόφαση του της από Απριλίου 2005 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού ΕΜΠ ..... που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθ. 3437/2003 συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση του, στην δε τελευταία αυτή απόφαση του, της από 17-10-1996 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από το ΤΕΕ, στην οποία, συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, αναφέρονται και οι λόγοι για τους οποίους το Εφετείο δεν θεώρησε αρκετή τη τελευταία αυτή (από 17-10-1996) έκθεση πραγματογνωμοσύνης και διέταξε τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης από τον ως άνω πολιτικό μηχανικό ..... . Επομένως η προβαλλόμενη με το τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 17-10-1996 πραγματογνωμοσύνη του ΤΕΕ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔικ το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις λοιπές περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις του ΚΠολΔικ συνάγεται ότι η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 386 ΚΠολΔικ, εναπόκειται δε στο δικαστήριο να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του γι' αυτή του την εκτίμηση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα τις προαναφερόμενες πραγματογνωμοσύνες, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως οι προβαλλόμενες με τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔικ αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ΤΕΕ την αποδεικτική δύναμη που έχει κατά νόμο και από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, ότι το Εφετείο δεν δικαιολογεί επαρκώς τη μη αποδοχή των πορισμάτων της έκθεσης αυτής πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί, που αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως γεγονότων, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων..

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στους δεύτερο και τέταρτο λόγους έφεσης του αναιρεσείοντα ισχυρισμούς του, ότι δεν παραδόθηκε στο αναιρεσείον το έργο, η κατασκευή του οποίου ανατέθηκε στον αναιρεσίβλητο, ότι δεν είχαν αποπερατωθεί οι εργασίες που απαιτούνταν για την ολοκλήρωσή του, ότι τούτο εμφάνιζε κατά τον χρόνο της εγκατάλειψής του από τον αναιρεσίβλητο, σοβαρές κακοτεχνίες, ότι δεν είχε λάβει χώρα οποιαδήποτε εργασία αποκατάσταση των κακοτεχνιών αυτών και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε την από 17-10-1996 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ΤΕΕ.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προτάθηκαν στον πρώτο βαθμό ή ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔικ προβολής τους, για πρώτη φορά με την έφεση, αλλά και γιατί, όπως διατυπώνονται, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στην κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, αλλά αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου ότι εκτέλεσε και παρέδωσε το έργο και επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 469/1984).

Κατ' άρθρο 179 ΑΚ άκυρος, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αισχροκερδής μπορεί να είναι και η σύμβαση που συνάπτεται από νομικό πρόσωπο που συμβάλλεται με το νόμιμο εκπρόσωπο του. Ανάγκη δε είναι η αδήριτη, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ικανοποίησής της, μόνιμη ή παροδική, οφειλόμενη σε έντονη κυρίως οικονομικής φύσεως κατάσταση.

Κουφότητα σημαίνει ελαφρόνοια ή αδιαφορία και αμεριμνησία, ένεκα της οποίας ο συναλλασόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεων του. Απειρία δε είναι η έλλειψη πείρας της ζωής και των συναλλαγών λόγω ηλικίας, ελλιπούς μόρφωσης, διανοητικής κατάστασης ή άλλου λόγου. Αρκεί δε και όταν περιορίζεται μόνο σε κάποιον συναλλακτικό τομέα.

Προς απειρία όμως δεν εξομοιώνεται η έλλειψη ειδικών γνώσεων, σε εξειδικευμένους τομείς. Εξ άλλου για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί στον πρώτο βαθμό και να επαναφερθεί στο Εφετείο κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 2/1989). Ο απαράδεκτος μη νόμιμος ή αόριστος ισχυρισμός είναι επουσιώδης και η μη λήψη αυτού υπόψη και η μη απάντηση σ' αυτόν δεν ιδρύει τον άνω λόγων αναιρέσεως (ΑΠ 1171/2006, ΑΠ 1202/2000). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ΝΠΔΔ, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων και στην Ελλάδα από τον Αρχιεπίσκοπο Ιεραπόλεως και Έξαρχο Παναγίου Τάφου Ειρηναίο, ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του, ότι κατά την εκτέλεση της σύμβασης κατασκευής των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών στο ανεγειρόμενο .....

στην περιοχή ..... ....., που καταρτίσθηκε την 17-2-1994 με τον αναιρεσίβλητο ο τελευταίος εκμεταλλεύθηκε την ανάγκη, κουφότητα και απειρία του αναιρεσείοντος και το χρέωσε για τα υλικά και μηχανήματα αποπεράτωσης της εγκατάστασης θέρμανσης, το ποσό των 7.280.000 δραχ., ενώ η πραγματική αξία τους ήταν 3.000.000 δραχ. ήτοι επιπλέον δραχ. 7.280.000 - 3.000.000) 4.280.000.

Το ποσό δε αυτό οφείλεται από τον αναιρεσίβλητο στο αναιρεσείον κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και έπρεπε να αφαιρεθεί από το οφειλόμενο στον αναιρεσίβλητο από το αναιρεσείον συνολικό ποσό αμοιβής του για την εκτέλεση του παραπάνω έργου των δραχ. 31.873.500. Ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για συμψηφισμό του ποσού των δραχ. 4.280.000 με ίσο ποσό της παραπάνω οφειλής του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο, είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, γιατί δεν αναφέρεται ποιος ήταν ο εκπρόσωπος του αναιρεσείοντος στην κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, την κουφότητα και απειρία του οποίου εκμεταλλεύθηκε ο αναιρεσίβλητος, αν ο τελευταίος τελούσε σε γνώση της ανάγκης του αναιρεσείοντος και της κουφότητας και απειρίας του εκπροσώπου του, το είδος της ανάγκης αυτής, οικονομικής ή άλλης φύσεως του αναιρεσείοντος και αν αυτή ήταν αδήριτη, επιτακτική και ανεπίδεκτης αναβολής και τους λόγους της κουφότητας ή απειρίας του εκπροσώπου του αναιρεσείοντος κατά τη σύναψη της προαναφερόμενης σύμβασης.

Επομένως η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ισχυρισμού αυτού, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης και η προβαλλόμενη με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αντίθετη από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚπολΔικ αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2007 αίτηση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, αλλοδαπού νομικού προσώπου το οποίο εδρεύει στα Ιεροσόλυμα Ισραήλ για αναίρεση της υπ' αριθ. 6001/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ