Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding admissibility of late claims and abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The court found that the appellant failed to prove the admissibility of late procedural objections regarding abuse of right and the consideration of specific evidence. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 115(3), 237(1), 269(1) of the Code of Civil Procedure and Article 281 of the Civil Code; A late objection to abuse of right is inadmissible unless exceptional circumstances are proven, and the appellate court's assessment of such admissibility is final.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1527 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1527/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασίλειο Νικόπουλο, Γεώργιο Καλαμίδα, Ιωάννη Παπανικολάου και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γεωργόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1) ......, 2) Χ1, 3) ......, 4) ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παπαθανασίου και 5)Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΟΜΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ-ΑΝΤΙΝΟΟΣ Α.Ε» που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής .... και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Κυριάκο Βώκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-1989 αγωγή του ήδη 2ου αναιρεσίβλητου, με την από 17-2-1989 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, του ήδη αναιρεσείοντος και με τις από 25-9-1989 και 18-12-1996 πρόσθετες παρεμβάσεις της ήδη 5ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5769/1989, 329/1990, 4621/1995, 5618/1997 μη οριστικές 9072/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2435/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 28-4-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 202 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική) μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η τυχόν δε παραπέρα ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών, τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτό, ώστε αυτό να είναι λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγους αναιρέσεως. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και εξαιτίας τούτου δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αρχικώς ενάγοντος δικαιοπαρόχου των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, ο αρχικώς ενάγων ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι με το υπ' αριθ. 272/1965 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βιλλίων Μαρίας Κωνσταντινοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον Τοπικό Οργανισμό Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.), μαζί με άλλα ακίνητα (αγροτεμάχια) το σ'αυτή με λεπτομέρεια κατ' είδος, θέση και όρια περιγραφόμενο ακίνητο, το οποίο στον παραπάνω πωλητή είχε περιέλθει σε μείζονα έκτακτη μετά την αποξήρανση ελώδους εκτάσεως 680 στρεμμάτων και στη συνέχεια δι' αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, λόγο προφανούς δημόσιας ωφέλειας, ήτοι δια την αποκατάσταση των μελών του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ίδιος, έκτοτε δε κατείχε και νεμόταν το παραπάνω ακίνητο με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και διάνοια κυρίου, ασκώντας σ'αυτόν τις αναφερόμενες πράξεις νομής μέχρι το θέρος του έτους 1988.
Ότι, στις 4.10.1968, με το υπ' αριθ. 8841/1968 προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Φραγκίσκου Ραΐση, υπεσχέθη την πώληση του παραπάνω ακινήτου, μαζί με άλλα, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνικαί Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις Ψάθας ΕΞΤΕ ΑΕ», αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 680.000 δραχμών για όλα τα ακίνητα, το οποίο τίμημα συμφωνήθηκε καταβλητέο σε οκτώ (8) δόσεις και σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, η δε τελευταία απ' αυτές συμφωνήθηκε καταβλητέα στις 5.10.1970.
Ότι το οριστικό της πωλήσεως συμβόλαιο συμφωνήθηκε να υπογραφεί στις 20.12.1969, ενώ παράλληλα συμφωνήθηκε ότι η πώληση των παραπάνω ακινήτων θα τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της καταβολής όλων των δόσεων του τιμήματος, η δε μη καταβολή κάποιας δόσεως κατά την συμφωνηθείσα ημερομηνία θα είχε ως συνέπεια, μετά την πάροδο διμήνου προθεσμίας, την παύσει της ενεργείας του συμβολαίου της πωλήσεως και την αυτοδικαίαν επάνοδον της κυριότητας του πωληθέντος ακινήτου στον αγοραστή.
Ότι η παραπάνω αγοράστρια δεν εξώφλησε τις αναφερόμενες τρεις τελευταίες δόσεις του ανωτέρω τιμήματος ούτε υπεγράφει το οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο και για το λόγο αυτό, στις 6.6.1970, επέδωσε σ'αυτήν (αγοράστρια) πρώτο απόγραφο εκτελεστό του ανωτέρω προσυμφώνου με επιταγή προς πληρωμή των οφειλομένων δόσεων, πλην όμως και πάλι η απαίτησή του δεν εξοφλήθηκε και έτσι στις 22.8.1970, με την υπ' αριθ. 922/1970 έκθεση αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή ....., απέβαλε την αγοράστρια από την κατοχή του επιδίκου ακινήτου.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων το καλοκαίρι του έτους 1988 κατέβαλε αυθαιρέτως το παραπάνω ακίνητο και έκτοτε το κατέχει, αρνούμενος την κυριότητά του επ' αυτού, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητα του επί του εν λόγω ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδόσει.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, με το υπ' αριθ. 272/31.10.1965 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ειδυλλίας Μαρίας Κωνσταντινοπούλου, αγόρασε από το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Τοπικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.), μεταξύ άλλων ακινήτων, και το επίδικο οικόπεδο, με τα επάνω σ'αυτό πέντε ελαιόδενδρα, εμβαδού 700 τ.μ., όπως αυτό με λεπτομέρεια κατά θέση και όρια περιγράφεται στην ένδικη αγωγή.
Ότι με το 8841/4-10-1968 προσύμφωνο του συμβ/φου Πειραιά Φραγκίσκου Γεωργίου Ραΐση, ο ενάγων υποσχέθηκε να πουλήσεις και να μεταβιβάσει στην εδρεύουσα στον Πειραιά ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία: «Ελληνικαί Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις Ψάθας Ε Ξ Τ Ε Ψάθας Α.Ε.» και νόμιμα εκπροσωπουμένη, την κυριότητα του με αριθμό 6 κληροτεμαχίου της υπό στοιχείο «Α» περιοχής ή κατηγορίας, συνολικού εμβαδού 2470 τετρ.
μέτρων, του με αριθμό 95 κληροτεμαχίου της υπό στοιχείο «Β» περιοχής ή κατηγορίας, συνολικού εμβαδού 8850 τετρ. μέτρων, του με αριθμό 98 κληροτεμαχίου της υπό στοιχείο «Γ» περιοχής ή κατηγορίας, συνολικού εμβαδού 10.200 τετρ. μέτρων, η οποία –κυριότητα– είχε περιέλθει, επίσης, στον ίδιο από αγορά τους από τον Τοπικό Οργανισμό Εγγείων Βελτιώσεων Ψάθας Βιλλίων, με βάση το 272/1965 πωλητήριο συμβόλαιο που προπαρατέθηκε, καθώς και την κυριότητα του επίδικου οικοπέδου, αντίστοιχα, αντί του σ'αυτό το προσύμφωνο ειδικότερα συμφωνημένου τιμήματος των δρχ. 90.000, 250.000, 320.000 και 20.000, αντίστοιχα, δηλαδή, συνολικού τιμήματος δρχ. 680.000.
Έναντι του τελευταίου κατέβαλε η αγοράστρια λόγω αρραβώνα, κατά την ημέρα της υπογραφής του προσυμφώνου, στον ενάγοντα το ποσό των δρχ. 10.000. Το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος ύψους δρχ. 670.000) συμφωνήθηκε ρητά να καταβληθεί από μέρους της ίδιας σε οκτώ (8) δόσεις, δηλαδή: α) Στις 5-1-1969, το ποσό των δρχ. 50.000, β) στις 5-4-1969, το ποσό των δρχ. 50.000, γ) στις 5-7-1969, το ποσό των δρχ. 50.000, δ) στις 5-10-1969, το ποσό των δρχ. 100.000, ε) στις 5-1-1970, το ποσό των δρχ. 100.000, στ) στις 5-4-1970, το ποσό των δρχ. 100.000, ζ) στις 5-7-1970, το ποσό των δρχ. 100.000 και η) στις 5-10-1970 το ποσό των δρχ. 120.000.
Επίσης, συμφωνήθηκαν ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων τα ακόλουθα: «Η καταβολή εκάστης των ως άνω δόσεων θ'αποδεικνύεται δι'εγγράφου αποδείξεως του πωλητού αποκλειομένου παντός ετέρου αποδεικτικού μέσου μηδέ αυτού του όρκου εξαιρουμένου ή δια πράξεως εξοφλητικής συντασσομένη ενώπιόν του ανωτέρω συμβολαιογράφου ή του νομίμου αναπληρωτού του.
Εν αρνήσει του πωλητού προς υπογραφήν της ως άνω εξοφλητικής πράξεως η αγοράστρια δικαιούται, παρακαταθέτουσα την οικείαν δόσιν του ως άνω τιμήματος εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων επ' ονόματι του πωλητού, προσάγουσα στον ίδιο –συμβολαιογράφο το οικείον γραμμάτιον, να συντάξη την ως άνω πράξιν πληρωμής της οικείας δόσεως δι'αυτοσυμβάσεως κατ' άρθρον 235 του Α.Κ.
κατ' εντολήν και ως πληρεξουσία του πωλητού δυνάμει ρητής εντολής και πληρεξουσιότητος παρασχεθησομένης προς τούτο δια του οριστικού συμβολαίου προς αυτήν παρά του πωλητού παρεχομένης δι' άμα και δια του παρόντος από τούδε. 3) Το οριστικόν της πωλήσεως συμβόλαιον υπογραφήσεται ενώπιόν του ίδιου συμβολαιογράφου ή αυτού κωλυομένου ενώπιον του νομίμου αναπληρωτού του την εικοστήν (20) Δεκεμβρίου τρέχοντος έτους 1968 και ώραν δωδεκάτην μεσημβινήν τασσομένην ως ημέραν και ώραν τακτήν προς υπογραφήν του και εις το εν αρχή γραφείον ένθα συντάσσει το παρόν ή την προφορικώς αιτήσει της αγοραστρίας κατά παράτασιν τοιαύτην.
Ρητώς συνομολογείται από τούδε θέλει δε συνομολογηθή και δια του οριστικού συμβολαίου ότι η πώλησις των άνω ακινήτων θα τελή υπό την διαλυτικήν αίρεσιν της πλήρους καταβολής οιασδήποτε των δόσεων του άνω συμφωνηθέντος τιμήματος και συνεπώς εφ' όσον κατά τας ως άνω ρητάς ημέρας και εντός διμήνου προθεσμίας αφ'ής εκάστη τούτων καθίσταται απαιτητή, δεν πραγματοποιηθή η υπό της αγοράστριας καταβολή και ολοσχερής εξόφλησις εκάστης των αντιστοίχων δόσεων του τιμήματος οιοσδήποτε εξ αυτών, πληρούται η αίρεσις με αποτέλεσμα την παύσιν της ενεργείας του συμβολαίου της πωλήσεως, την ανατροπήν των αποτελεσμάτων αυτού και την αυτοδικαίαν επάνοδον της κυριότητος και κατοχής των πωληθησομένων ακινήτων εις τον πωλητήν.
Προς τούτο εις το οριστικόν συμβόλαιον θα περιληφθή όρος καθ'ον εν τη περιπτώσει ταύτη ο πωλητής ατομικώς και ως πληρεξούσιος της αγοράστριας, δυνάμει εντολής χορηγηθησομένης δε και δια του οριστικού συμβολαίου δικαιούται να προβή εις σύνταξιν πράξεως δι'ης θα δηλούται η καθυστέρησις και η συνεπεία ταύτης πλήρωσις της διαλυτικής αιρέσεως και ήτις πράξις θα μεταγράφεται νομίμως.
Εν τη περιπτώσει ταύτη παν μέχρι τότε καταβληθέν ποσόν έναντι του τιμήματος θα παρακρατήται υπό του πωλητού λόγω από τούδε συμφωνουμένης ποινικής ρήτρας και αποζημιώσεώς του, δια την γενομένην υπό της αγοραστρίας χρήσιν των ακινήτων. Ηρτημένης της ως άνω διαλυτικής αιρέσεως έτι δε και άχρις της υπογραφής του οριστικού είναι ανεπίτρεπτος εις την αγοράστριαν πάσα πράξις διαθέσεως και πάσα επιβάρυνσις επί των ακινήτων εξ ου βλάπτεται το αποτέλεσμα της αιρέσεως, είναι δ'αυτή αυτοδικαίως άκυρος.
Κατά την εξόφλησιν και της τελευταίας δόσεως του υπολοίπου τιμήματος ο πωλητής υποχρεούται όπως επί τη προσκλήσει και δαπάναις της αγοραστρίας προσέλθη ενώπιόν του και υπογράψη πράξιν εξοφλήσεως του όλου υπολοίπου τιμήματος και καταργήσεως της άνω τεθείσης διαλυτικής αιρέσεως, άλλως και εν αρνήσει του υπόκειται εις αποζημίωσιν της αγοράστριας δια πάσαν τυχόν ζημίαν αυτής εκ της τυχόν αρνήσεως ή καθυστερήσεως της υπογραφής της τοιαύτης εξοφλητικής πράξεως.
Εν πάσει περιπτώσει ρητώς συμφωνείται μεταξύ του πωλητού και της αγοραστρίας ότι η υπό της τελευταίας ταύτης κατοχή των άνω μνησθεισών αποδείξεων καταβολής απασών των δόσεων του υπολοίπου τιμήματος αποτελούν πλήρη απόδειξιν της εμπροθέσμου καταβολής αυτών και εξοφλήσεως αυτού με αποτέλεσμα την απώλειαν του δικαιώματος της προσδοκίας του πωλητού εκ της ανατροπής του οριστικού συμβολαίου και την άρσιν της εν αυτώ διαλυτικής αιρέσεως την δε δια του οριστικού συμβολαίου γενομένην μεταβίβασιν της κυριότητος των ακινήτων, ως άνευ αιρέσεως γενομένης, έγκυρον, ισχυράν και απρόσβλητον δυναμένης της αγοραστρίας να προβή εις σύνταξιν μονομερούς πράξεως ή και διμερούς τοιαύτης, ενώπιόν του ως πληρεξουσίας του πωλητού κατ' ανέκκλητον εντολήν ισχύουσαν και δια την περίπτωσιν των άρθρων 223 και 726 του Α.Κ.
χορηγηθησομένην υπ' αυτού δια του οριστικού συμβολαίου, χορηγουμένην δε και δια του παρόντος και κατά τας περί αυτοσυμβάσεως διατάξεις του Α.Κ. υπό τον όρον όπως προσαρτηθώσι εν τη εξοφλητηρία ταύτη πράξει άπασαι αι ως άνω αποδείξεις εξοφλήσεως απασών των δόσεων του υπολοίπου τιμήματος. Εις ην περίπτωσιν ο πωλητής δεν ήθελεν προσέλθη προς υπογραφήν του οριστικού συμβολαίου κατά την ως άνω ρητήν ημέραν η αγοράστρια δικαιούται εντός πέντε ημερών απ' αυτής να προβή εις την σύνταξιν του οριστικού συμβολαίου δι'αυτοσυμβάσεως κατ' άρθρον 235 του Α.Κ.
δυνάμει ειδικής ανεκκλήτου εντολής και πληρεξουσιότητας χορηγουμένης δια του παρόντος ισχυούσης και δια την περίπτωσιν των άρθρων 223 και 726 του Α.Κ. μεταβιβάζουσα εις εαυτήν την κυριότητα των τεσσάρων ακινήτων εφ' άπαξ ή και τμηματικώς εν ή πλείοντα τούτων υπό τον όρον ότι η τοιαύτη μεταβίβασις δι'αυτοσυμβάσεως συνομολογηθήσεται υπό την ως άνω διαλυτικήν αίρεσιν της πλήρους καταβολής των δόσεων του τιμήματος κατά τ'ανωτέρω περί ταύτης ειδικώτερον συνομολογηθέντα, του πωλητού αναγνωρίζοντος ότι η τοιαύτη αυτοσύμβασις θέλει συντελεσθή εις εκπλήρωσιν υποχρεώσεως παρ' αυτού δια του παρόντος αναλαμβανομένης.
Συμφωνείται ρητώς ότι η αγοράστρια δικαιούται να ζητήση την κατά την ως άνω ρητήν ημέραν υπογραφής του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασιν αυτή κεχωρισμένως οιουδήποτε εκ των ως άνω κληροτεμαχίων και οικοπέδου, ο δε πωλητής υποχρεούται να μεταβιβάση εις αυτήν οιονδήποτε των ως άνω ακινήτων κατ' επιλογήν της αγοράστριας, υπό την αυτήν ως άνω διαλυτικήν αίρεισιν.
Ρητώς συνομολογείται ότι και εν τη περιπτώσει ταύτη εν μη προσελεύσει του πωλητού κατά την ως άνω ρητήν ημέραν υπογραφής του οριστικού συμβολαίου προς υπογραφήν του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως οιουδήποτε των άνω ακινήτων κεχωρισμένως, δικαιούται η αγοράστρια οποτεδήποτε μετά την άνω ρητήν ημέραν να προβή εις την κατάρτισιν υπό τον ανωτέρω όρον της διαλυτικής αιρέσεως εν αυτώ, δι'αυτοσυμβάσεως κατ' άρθρον 235 του Α.Κ.
ισχυούσης και κατά τις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 725 Ν. Α.Κ. του πωλητού αναγνωρίζοντος από τούδε ότι η αυτοσύμβασις θέλει συντελεσθή εις εκπλήρωσιν της δια του παρόντος αναλαμβανομένης υποχρεώσεως. 4)… Εάν δι' οιονδήποτε λόγον ματαιωθή η εκτέλεσις της οριστικής συμβάσεως της πωλήσεως κατά την άνω ρητήν ημέραν ή την κατά παράτασιν της προθεσμίας υπογραφής της, από κοινού και εκ συμφώνου ή και μονομερώς υπό της αγοραστρίας καθορισθησομένην τοιαύτην της ματαιώσεως ταύτης γενομένης δι' επιδόσεως επιταγής προς αποβολήν και δηλώσεως ματαιώσεως παρά πόδας αντιγράφου, εξ απογράφου εκτελεστού του παρόντος, διαλαμβανούσης και την παράβασιν της αγοραστρίας, ο πωλητής δικαιούται όπως αποβάλη εκ της χρήσεως των πωληθησομένων ακινήτων, ην παρέδωσεν σήμερον εις την αγοράστριαν και αύτη ρητώς δηλοί ότι παρέλαβεν, την αγοράστριαν ταύτην και πάντα εξ αυτής έλκοντα δικαιώματα, είτε κατά την διαδικασίαν των προσωρινών μέτρων είτε και δι' εκτελέσεως του παρόντος συμφωνουμένου από τούδε και κηρυσσομένου τίτλου εκτελεστού και εκκαθαρισμένου, του αγοραστού δηλούντος ότι παραιτείται παντός δικαιώματος του ενστάσεως ανακοπής ή αντιρρήσεως κατά της τοιαύτης εκτελέσεως της αποφάσεως του Ειρηνοδίκου ή του παρόντος συμβολαίου… Περαιτέρω δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο του παραπάνω προσυμφώνου προκύπτουν ευθέως τα εξής:
α) Ότι το οριστικό μεταβιβαστικό της κυριότητας των υπό πώληση ακινήτων συμβόλαιο έπρεπε να υπογραφεί στις 20-12-1968 και περί ώρα 12.00΄ ή κατά την «προφορικώς αιτήσει της αγοραστρίας κατά παράτασιν τοιαύτην». β) Ότι τόσο η προσύμβαση, όσο και η μέλλουσα να καταρτιστεί οριστική σύμβαση πώλησης των τεσσάρων ακινήτων, που, ειδικότερα μνημονεύονται στο προσύμφωνο θα τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της πλήρους καταβολής οποιασδήποτε από τις δόσεις του προσυμφωνημένου τιμήματος που πιστώθηκε κατά τη δήλη ημέρα της καταβολής της και μέσα σε δίμηνη προθεσμία αφότου η καθεμιά από τις δόσεις αυτές θα καθίσταται απαιτητή.
γ) Ότι, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης αποπληρωμής, συνακόλουθα δε, μη ολοσχερούς εξόφλησης οποιασδήποτε από τις συμφωνημένες δόσεις του τιμήματος που πιστώθηκε επέρχεται η πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης με άμεσο επακόλουθο την παύση της ενέργειας της προσύμβασης (και της οριστικής σύμβασης), την ανατροπή των τελευταίων, κατά την ενοχική και εμπράγματη ενέργειά τους και την αυτοδίκαιη επάνοδο των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, άρα και της χρήσης και κυριότητας, αντίστοιχα, των ακινήτων στον πωλητή.
Παρέπεται, επομένως, ότι με την πλήρωση της ρητά συμφωνημένης πιο πάνω διαλυτικής αίρεσης, κατά τη σαφώς εκφραζόμενη βούληση των συμβαλλομένων, μη παρεμποδιζομένην από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 383, 384, 385, 397, 399, 531 (και 532) του ΑΚ, αλλά και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 202 του ίδιου κώδικα, ανατρέπεται αυτοδικαίως κάθε συμβατικός όρος του επίμαχου προσυμφώνου (ή του οριστικού συμβολαίου), χωρίς μάλιστα να απαιτείται καμιά ενέργεια του πωλητή ή δήλωση υπαναχώρησής του.
δ) Ότι κατά την εξόφληση και της τελευταίας δόσης του τιμήματος που πιστώθηκε από μέρους της αγοράστριας ο πωλητής υποχρεούται ύστερα από πρόσκλησή της και με δαπάνες της, να προσέλθη στο γραφείο του συμβ/φου, προκειμένου να υπογράψει την πράξη εξόφλησης του υπόλοιπου τιμήματος και κατάργησης της διαλυτικής αίρεσης, αλλιώς, στην αντίθετη, δηλαδή, περίπτωση, παρέχεται στην αγοράστρια, ενεργούσα ως πληρεξούσια του πωλητή, κατ' ανέκκλητη εντολή, ισχύουσα και για την περίπτωση των άρθρων 223 και 726 του ΑΚ και χορηγουμένη από τον πωλητή, να προβεί στη σύνταξη μονομερούς ή και διμερούς συμβ/κής πράξης, κατά τις περί αυτοσύμβασης διατάξεις του Α.Κ., υπό τον όρο να προσαρτηθούν στην εξοφλητική αυτή πράξη όλες οι αποδείξεις εξόφλησης όλων των δόσεων του υπόλοιπου τιμήματος.
ε) Ότι σε περίπτωση που ο πωλητής δεν εμφανιστεί προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου κατά τη δήλη ημέρα, η αγοράστρια δικαιούται μέσα σε πέντε (5) ημέρες να προβεί στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση κατά το άρθρο 235 του ΑΚ, κατ' ανέκκλητη, επίσης, όμοια προς την αμέσως παραπάνω εντολή και να μεταβιβάσει στον εαυτό της την κυριότητα των τεσσάρων (4) ακινήτων, εφάπαξ ή και τμηματικά, είτε ενός είτε περισσοτέρων, υπό τον όρο ότι η μεταβίβαση αυτή θα τελεί, επίσης, υπό τη διαλυτική αίρεση της πλήρους καταβολής των δόσεων του τιμήματος και ότι, παράλληλα, την ίδια ημέρα (της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου) η αγοράστρια μεν δικαιούται να ζητήσει τη μεταβίβαση στην ίδια κεχωρισμένως οποιουδήποτε από το παραπάνω ακίνητα, ο πωλητής δε υποχρεούται να της μεταβιβάσει οποιοδήποτε από τα ακίνητα αυτά, κατ' επιλογή της, με την ίδια πάντα διαλυτική αίρεση.
Και στ) Ότι, εάν για οποιονδήποτε λόγο ματαιωθεί η εκτέλεση της οριστικής σύμβασης της πώλησης κατά τη ρητή ημέρα ή την κατά παράταση της προθεσμίας υπογραφής της, είτε από κοινού από τους συμβαλλομένους, είτε μονομερώς από την αγοράστρια, ο πωλητής δικαιούται να αποβάλει την αγοράστρια από τη χρήση των υπό πώληση ακινήτων, την οποία της παρέδωσε την ημέρα της υπογραφής του προσυμφώνου, είτε κατά τη διαδικασία των (τότε) προσωρινών μέτρων είτε και με εκτέλεση του προσυμφώνου, συμφωνουμένου και κηρυσσομένου ως τίτλου εκτελεστού και εκκαθαρισμένου, με επίδοση επιταγής για αποβολή και δήλωσης ματαίωσης κάτω από αντίγραφο από απόγραφο εκτελεστό του εν λόγω προσυμφώνου, διαλαμβάνουσας και την παράβαση της αγοράστριας.
Επίσης δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο, του επίμαχου προσυμφώνου προκύπτει με σαφήνεια, ότι η καθεμιά από τις συμφωνημένες δόσεις του υπόλοιπου τιμήματος πώλησης των σ'αυτό αναφερόμενων τεσσάρων (4) ακινήτων που πιστώθηκε, καταμερίζεται αναλογικά στο προσυμφωνημένο συνολικό τίμημα για το καθένα από τα πιο πάνω ακίνητα.
Έτσι, πριν από την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του συνολικού τιμήματος (ύψους δρχ. 670.000) που πιστώθηκε, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί εξοφλημένο το προσυμφωνημένο τίμημα κάποιου από τα υπό πώληση ακίνητα, ακόμη και στην περίπτωση που το ποσό που τυχόν καταβλήθηκε κάλυπτε ολοσχερώς το προσυμφωνημένο γι'αυτό το ακίνητο τίμημα.
Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο από τους αμέσως παρακάτω διαλαμβανόμενους ρητούς όρους του προσυμφώνου, ότι, δηλαδή, η πώληση των ακινήτων θα τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της πλήρους καταβολής οποιασδήποτε δόσης του προσυμφωνημένου τιμήματος και συνεπώς εφ' όσον κατά τας ως άνω ρητάς ημέρας και εντός διμήνου προθεσμίας αφ' ής εκάστη τούτων καθίσταται απαιτητή, δεν πραγματοποιηθή η υπό της αγοραστρίας καταβολή και ολοσχερής εξόφλησης εκάστης των αντιστοίχων δόσεων του τιμήματος οιασδήποτε εξαιτίας, πληρούται η αίρεσις…, ότι κατά την εξόφληση και της τελευταίας δόσης του υπόλοιπου τιμήματος ο πωλητής υποχρεούται να προσέλθει στο συμβ/φο για την υπογραφή της εξοφλητικής πράξης του όλου υπολοίπου τιμήματος και καταργήσεως της άνω τεθείσες διαλυτικής αίρεσης…, ενώ, παράλληλα, η αγοράστρια δικαιούται να προβεί στη σύνταξη μονομερούς ή διμερούς εξοφλητικής πράξης υπό τον όρο όπως προσαρτηθώσι εν τη εξοφλητηρίω ταύτη πράξει άπασαι αι ως άνω αποδείξεις εξοφλήσεως απασών των δόσεων του υπολοίπου τιμήματος, καθώς και στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης στην ίδια της κυριότητας των υπό πώληση ακινήτων με αυτοσύμβαση «υπό τον όρο ότι η τοιαύτη μεταβίβασις δι' αυτοσυμβάσεως συνομολογηθήσεται υπό την ως άνω διαλυτικήν αίρεσιν της πλήρους καταβολής των δόσεων του τιμήματος» και, τέλος, ότι «η αγοράστρια υπόσχεται να αγοράση τα ως άνω ακίνητα υπό τους ως άνω συνομολογηθέντας όρους, συμφωνίας και υποχρεώσεις αντί του συνομολογηθέντος συνολικού τιμήματος…», όρους με τους οποίους εκφράζεται κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο η βούληση των συμβαλλόμενων μερών σε σχέση με την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του συνολικού τιμήματος (των δρχ. 670.000) των υπό πώληση ακινήτων που πιστώθηκε, επιφέρουσα την κατάργηση της διαλυτικής αίρεσης υπό την οποία τελεί η προσύμβαση και την ισχυροποίηση της τελευταίας ως προς όλα τα πιο πάνω ακίνητα και όχι ως προς ορισμένα απ' αυτά, ως προς τα οποία το τίμημα που τυχόν θα καταβληθεί, θα καλύπτει πλήρως το προσυμφωνημένο γι'αυτά επί μέρους τίμημα, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να μην υπάρχει ανάγκη προσφυγής του Δικαστηρίου στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., όπως αντίθετα ισχυρίζεται ο εναγόμενος.
Τέλος, η τυχόν άρνηση του πωλητή σύμπραξής του στη σύνταξη του οριστικού πωλητήριου συμβολαίου δεν δικαιολογεί την άρνηση πληρωμής των ληξιπρόθεσμων δόσεων του τιμήματος που πιστώθηκε από μέρους της αγοράστριας με την προβολή της από το άρθρο 374 ΑΚ ένστασης αφού, με ρητό όρο του προσυμφώνου, που προπαρατέθηκε, είχε παρασχεθεί στην τελευταία για την περίπτωση της πιο πάνω άρνησης του αντισυμβαλλομένου της, το δικαίωμα σύνταξης του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση και πριν ακόμη καταστούν ληξιπρόθεσμες οι οφειλόμενες δόσεις του συνολικού τιμήματος.
Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, η προαγοράστρια εταιρεία «ΕΞΤΕ Ψάθας ΑΕ» δεν κατέβαλε στον προπωλητή ενάγοντα το ποσό των δρχ. 55.000, που αποτελούσε μέρος της προσυμφωνημένης δόσης των δρχ. 100.000 που ήταν καταβλητέα στις 5-4-1970, το ποσό των δρχ. 100.000, που αποτελούσε την προσυμφωνημένη δόση της 5-7-1970 και το ποσό των δρχ. 120.000, που αποτελούσε την προσυμφωνημένη δόση της 5-10-1970… Έτσι η μη ολοσχερής, εξόφληση των αμέσως πιο πάνω δόσεων του τιμήματος των υπό πώληση ακινήτων που πιστώθηκε είχε ως άμεσο επακόλουθο την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η κατάρτιση της οριστικής μεταβιβαστικής της κυριότητας των εν λόγω ακινήτων σύμβασης, περαιτέρω δε, την αυτοδίκαιη ανατροπή όλων των προσυμφωνημένων.
Για το λόγο ακριβώς αυτό, ο προπωλητής ενάγων, σε εκτέλεση σχετικού όρου του επίμαχου προσυμφώνου, με τη 2833β΄/18-8-1970 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., επέδωσε στην προαγοράστρια εταιρεία ακριβές αντίγραφο από πρώτο απόγραφο εκτέλεσης του πιο πάνω προσυμφώνου με την κάτω απ' αυτό επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, με την οποία, αφού της δηλώνει την από υπαιτιότητά της εξαιτίας της μη πληρωμής μέρους της προσυμφωνημένης δόσης της 5-4-1970 (δρχ. 100.000) ύψους δρχ. 55.000 και ολόκληρης της προσυμφωνημένης δόσης της 5-7-1970, ύψους δρχ. 100.000, αντίστοιχα, ματαίωση της σύναψης της οριστικής σύμβασης, την επιτάσσει να του παραδώσει την εν η διατελεί χρήσιν των περί ων το παρόν αγροτεμαχίων, άλλως αποβληθήσεται βιαίως δι'εκτελέσεως του παρόντος και να του πληρώσει τα έξοδα σύνταξης και επίδοσης της επιταγής, τελών και εξόδων απογράφου κλπ.
Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης επιταγής ο πιο πάνω δικαστικός επιμελητής απέβαλε την προαγοράστρια εταιρεία από τη χρήση των προσυμφωνημένων προς πώληση ακινήτων, στις 22-8-1970. Με τα δεδομένα αυτά, έκρινε το Εφετείο ότι είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι ο αντίδικός του ενδιαφερόμενος μόνο για την είσπραξη του υπολοίπου του συνολικού τιμήματος που πιστώθηκε (ύψους δρχ. 275.000), κοινοποίησε στην προαγοράστρια εταιρεία ακριβές αντίγραφο από πρώτο απόγραφο εκτελεστό του προσυμφώνου με την κάτω απ' αυτό επιταγή «προς πληρωμή» και όχι «προς αποβολή», όπως είχε προσυμφωνηθεί.
Η προαγοράστρια εταιρεία, όπως αποδείχθηκε, δεν τήρησε την πιο πάνω υπόσχεσή της καταβολής στον προπωλητή των οφειλόμενων δόσεων του τιμήματος μέχρι τις 24-10-1970, αλλά ούτε μέχρι και σήμερα… Η αποβολή, εξάλλου, της προαγοράστριας από τη χρήση των προσυμφωνημένων προς πώληση ακινήτων έγινε νόμιμα, σε εκτέλεση ρητού όρου του προσυμφώνου, με βάση την 922/22-8-1970 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, που προπαρατέθηκε και δεν ήταν «τυπική», όπως εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος.
Περαιτέρω, δέχθηκε ότι η .... ή ....., με την τριπλή ιδιότητά της ως νόμιμης εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: «Ανώνυμος Εταιρεία Τουριστικών και Δομικών Έργων ΑΝΤΙΝΟΟΣ Α.Ε.», ως πληρεξούσια (και ως τρίτη), με βάση το 8841/4-10-1968 προσύμφωνο, που προπαρατέθηκε, της προαγοράστριας εταιρείας» Ελληνικαί Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις Ψάθας ΑΕ», τελούσας ήδη στο στάδιο της εκκαθάρισης, καθώς και το από 2-10-1980 έγγραφό της, περιέχον την ειδική εντολη της προς την πρώτη εταιρεία περί αγοράς από μέρους της του με αριθμό 6 κληροτεμαχίου της υπό στοιχείο «Α» περιοχής ή κατηγορίας, συνολικού εμβαδού 2470 τετρ.
μέτρων και του επίδικου οικοπέδου, αντίστοιχα και ως πληρεξούσια και αντιπρόσωπος του προπωλητή ....... (και ήδη ενάγοντα), προέβη στη σύνταξη του 28.863/10-10-1980 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών ....., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο, αφού δήλωσε, ότι ο εντολέας της Χ1 ήταν αποκλειστικός κύριος των πιο πάνω ακινήτων, πούλησε και μεταβίβασε την κυριότητά τους, σε εκτέλεση του προαναφερομένου προσυμφώνου, στην πρώτη εταιρεία «ΑΝΤΙΝΟΟΣ ΑΕ».
Ακολούθως, η τελευταία εταιρεία, διάδοχος της προαγοράστριας εταιρείας, πούλησε και μεταβίβασε την κυριότητα του επίδικου οικοπέδου στον εναγόμενο με βάση το 15.815/26-5-1986 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Καλλιθέας Ιωάννη Χρίστου Βερβενιώτη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ενόψει, όμως, του ότι, όπως προειπώθηκε, όλα όσα είχαν προσυμφωνηθεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων με το 8841/4-10-1968 προσύμφωνο είχαν ήδη αυτοδικαίως ανατραπεί εξαιτίας της πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης, συνακόλουθα δε, είχε παύσει η ειδική πληρεξουσιότητα που είχε παρασχεθεί με το ίδιο προσύμφωνο από τον προπωλητή στην προαγοράστρια εταιρεία για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης των προσυμφωνημένων ακινήτων με αυτοσύμβαση, η αυτοσύμβαση που συντελέστηκε, σε εκτέλεση του παραπάνω προσυμφώνου, με το 28.863/1980 πωλητήριο συμβόλαιο, είναι αυτοδικαίως άκυρη.
Έτσι, η άμεση δικαιοπάροχος του εναγομένου και ήδη προσεπικαλούμενη και παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία «ΑΝΤΙΝΟΟΣ ΑΕ» δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου οικοπέδου, με βάση το παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο, δηλαδή, παραγώγως. Ούτε, όμως, όπως αποδείχθηκε, η ίδια εταιρεία έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου πρωτοτύπως, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία, αφού τόσο η προαγοράστρια εταιρεία, όσο και η ίδια δεν ενήργησαν ποτέ καμιά διακατοχική πράξη στο εν λόγω οικόπεδο, με τους νόμιμους εκπροσώπους τους, δηλωτική της διανοίας κυρίας εξουσίασής του από μέρους τους από τις 4-10-1968 (χρόνο σύνταξης του 8841/1968 προσυμφώνου, σε εκτέλεση του οποίου μάλιστα παραδόθηκε ρητά μόνο η χρήση του οικοπέδου και όχι η νομή του) και εφεξής συνεχώς μέχρι τις 27-5-1986 (χρόνο μεταγραφής του 15.815/26-5-1986 πωλητηρίου συμβολαίου).
Και αυτά παρεκτός του ότι από τις 4-10-1968 και μέχρι τις 27-5-1986 δεν παρήλθε η απαιτούμενη κατά νόμο (άρθρο 1045 ΑΚ) εικοσαετία. Με βάση τα ανωτέρω έκρινε το Εφετείο ότι ο ενάγων, ο οποίος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου οικοπέδου με παράγωγο τρόπο, δηλαδή, με βάση το 272/31-10-1965 πωλητήριο συμβόλαιο, που προπαρατέθηκε, δεν απώλεσε την τελευταία, σε εκτέλεση του 8841/1968 προσυμφώνου, το οποίο αυτοδικαίως ανατράπηκε.
Ο ίδιος μάλιστα απέκτησε την κυριότητα του πιο πάνω οικοπέδου και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, εφόσον νεμήθηκε το τελευταίο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, δηλαδή, όχι από βαρειά αμέλεια τελών με την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητά του και με νόμιμο τίτλο, δηλαδή, το 272/1965 πωλητήριο συμβόλαιο, από το χρόνο μεταγραφής του τελευταίου και μέχρι το θέρος του έτους 1988, δηλαδή, για χρονικό διάστημα οπωσδήποτε μεγαλύτερο της 10ετίας αλλιώς 20ετίας, ενήργησε στο επίδικο οικόπεδο, είτε αυτοπροσώπως, είτε με τρίτους, όπως λ.χ.
τον ..... , όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές και εμφανείς πράξεις της εξουσίασής του από μέρους του με τη θέληση να είναι αποκλειστικός κύριός του, δηλαδή, συνεχείς επιτόπιες επισκέψεις, διηνεκή εποπτεία, επίβλεψη και επιτήρηση, καθορισμό του από τη χορτονομή, όργωμά του με ζώα, λίπανση, καλλιέργειά του με δημητριακά, όπως λ.χ.
βρώμη, κριθάρι, κουκιά, μπάμιες, αρακά κλπ. και συλλογή του ελαιοκάρπου από τα υπάρχοντα σ'αυτό δύο (2) ελαιόδενδρα μέχρι το έτος 1981. Τέλος έκρινε ότι η άμεση δικαιοπάροχος του εναγομένου ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία: «Ανώνυμος Εταιρεία Τουριστικών και Δομικών Έργων – ΑΚΤΙΝΟΟΣ ΑΕ» και ήδη προσεπικαλουμένη και παρεμπιπτόντως εναγομένη δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επίδικου οικοπέδου με παράγωγο (ή με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία), ούτε ο ειδικός διάδοχός της εναγόμενος έγινε κύριος του ίδιου οικοπέδου με βάση το 15.815/26-5-1986 πωλητήριο συμβόλαιο, που προπαρατέθηκε, δηλαδή, με παράγωγο τρόπο, κατ' εφαρμογή του διατηρούμενου και υπό την ισχύ του ΑΚ (άρθρο 239) κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου «nemo plus iuris ad alium transferre potest, guam ipse habet» (ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος), αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία, για έλλειψη εξακολουθητικής με διάνοια κυρίας 20ετούς νομής.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο έκρινε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή και απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας που προβλήθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, ούτε δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα με το να δεχθεί ότι υπό διαλυτική αίρεση τελούσε όχι μόνο η οριστική σύμβαση της πώλησης αλλά και το προσύμφωνο, παρόλο που ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε αυτό στην αγωγή του, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν στοιχείο της βάσεως της αγωγής του και δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται σ'αυτή, παραδεκτά δε προτάθηκε απ' αυτόν με τις προτάσεις προς απόκρουση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας που προβλήθηκε από τον εναγόμενο.
Επίσης δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των περί κτήσεων της κυριότητας επί ακινήτου διατάξεων που εφάρμοσε. Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτος μέρος του, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
2. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., ο προβλεπόμενος μ'αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που είναι ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος των πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο, α) του ως άνω υπ' αριθ. 8841/1968 προσυμφώνου συμβολαίου με το να δεχθεί ότι με αυτό συμφωνήθηκε ότι η δι'αυτού καταρτισθείσα προσύμβαση πωλήσεως θα τελεί υπό διαλυτική αίρεση, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο επιζήμιο γιαυτόν συμπέρασμα ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση υπό την οποία είχε συμφωνηθεί ότι τελούσε το προσύμφωνο και έτσι έπαυσε η δι'αυτού δοθείσα σ'αυτόν πληρεξουσιότητα για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, β) των από 25.11.1970 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με το να μη δεχθεί ότι από αυτά προκύπτει ότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία τα συμβληθέντα με το ανωτέρω προσύμφωνο μέρη θεωρούσαν ότι το προσύμφωνο αυτό ήταν σε ισχύ και γ) της υπ' αριθ. 12791/1972 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, με το να δεχθεί ότι από την απόφαση αυτή προκύπτει ρητή συμφωνία των διαδίκων για την παροχή άδειας εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και συνεπώς είχε παύσει η ισχύς του παραπάνω προσυμφώνου.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο ορθά ανέγνωσε τα παραπάνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων και αναλύει. Ενόψει τούτων οι παραπάνω, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι γιατί μ'αυτούς δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, δηλαδή απόδοση σ'αυτά περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ' απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου τους.
Σε κάθε όμως περίπτωση ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αναφορικά με τα δύο τελευταία έγγραφα είναι απορριπτέος και για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο την κρίση του για την ισχύ του εν λόγω προσυμφώνου, δεν στήριξε αποκλειστικά, ούτε κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, αλλά συνεκτίμησε αυτά με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επίσης, απορριπτέος είναι ο τρίτος από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα από 24.9.1970 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα πρακτικά αυτά.-3.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 237 παρ. 1, 269 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 281 Α.Κ. προκύπτει ότι ο συνιστών ένσταση αυτοτελής ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, πρέπει, με ποινή απαραδέκτου να προβάλλεται κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είτε με τις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ώστε να καθίσταται δυνατή η ουσιαστική του διερεύνηση κατά την οικεία συζήτηση, όχι όμως με τις προτάσεις που κατατίθενται σε μεταγενέστερη συζήτηση της υποθέσεως ή το πρώτον ενώπιον του Εφετείου.
Βραδύτερη προβολή του παραπάνω ισχυρισμού μπορεί να γίνει μόνο αν ο ενιστάμενος εναγόμενος επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή κάποιας από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπουν τα άρθρα 269 παρ. 2 και 527 αριθ. 1 έως 3 του Κ.Πολ.Δ. Όμως, η κρίση του Εφετείου για το υψιγενές ή μη, το δικαιολογημένο ή μη της βραδείας προβολής ή την έγγραφη ή μη απόδειξη του ισχυρισμού είναι ανέλεγκτη, χωρίς υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης της κρίσης του αυτής, αρκεί μόνο να απαντήσει.
Επομένως, με το να απορρίψει το Εφετείο ως απαράδεκτη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος που προβλήθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη δεύτερη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συμπληρούμενη με νέα πραγματικά περιστατικά επαναφέρθηκε και ενώπιον αυτού, κρίνοντας ότι η ένσταση δεν ήταν οψιγενής, ούτε ήταν δικαιολογημένη η βραδεία προβολή της, δεν υπέπεσε στην, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23 Μαρτίου 2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 2435/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Και,
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ