Supreme Court dismisses appeal against municipal debt collection notice due to inadmissible review of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Angistrio against the Municipality of Aegina regarding a debt collection notice. The court ruled that the appellant's request to review the lower court's evaluation of evidence violated the principle of non-reviewability under Article 561 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 176 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence, rendering appeals based on such grounds inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1526 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1526/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΚΙΣΤΡΙΟΥ", που εδρεύει στο Αγκίστρι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μανουσάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΙΓΙΝΑΣ", που εδρεύει στην Αίγινα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αλεξάνδρα Τσάμη και Ευφροσύνη Βασιλαδιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2686/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 413/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το ανακόπτον και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΙΓΙΝΑΣ", άσκησε κατά του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΚΙΣΤΡΙΟΥ", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 21-2-2013 ανακοπή, με την οποία και για τους επικαλούμενους με αυτή (ανακοπή) λόγους, ζήτησε να ακυρωθεί η υπ' αρ. ...-2012 ατομική ειδοποίηση και ο δι' αυτής γνωστοποιηθείς υπ' αριθ. ...
χρηματικός κατάλογος με α/α 1 και ημερομηνία λήξης την ...2013 της Ταμειακής Υπηρεσίας του καθ' ου η ανακοπή, που του κοινοποιήθηκε την 27-12-2012, με την οποία το τελευταίο (καθ' ου) του γνωστοποίησε, μέσω των συγκοινοποιηθέντων εγγράφων, ότι χρεώθηκε στο ταμείο του, καλώντας το να φροντίσει για την καταβολή του, συνολικό ποσό 488.691,06 ευρώ, το οποίο (ποσό) προέρχεται από οφειλές παρελθόντων ετών (2001, 2002, 2003, 2004 και 2005), οι οποίες προέκυψαν από τη λήψη ύδατος εκ μέρους του (ανακόπτοντος) από τον υδρομετρητή του (καθ' ου).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αρ. 2686/2020 οριστική απόφασή του δέχθηκε τον πρώτο λόγο αυτής (ανακοπής), με τον οποίο το ανακόπτον ισχυρίσθηκε ότι η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση, όπως και ο προσβαλλόμενος χρηματικός κατάλογος στον οποίο αυτή (προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση) στηρίζεται, πρέπει να ακυρωθούν, διότι ουδεμία εξ αυτών των πράξεων περιέχει προσδιοριστικά του επιδίκου χρέους στοιχεία, και ειδικότερα δεν αναφέρεται αναλυτικά η αιτία καταβολής, δεν γίνεται διαχωρισμός κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας, και λοιπά έξοδα, ώστε να δυνηθεί να αμυνθεί εναντίον τους, και ως βάσιμο κατ' ουσίαν και κατόπιν αυτού δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την άνω ατομική ειδοποίηση και τον δι' αυτής γνωστοποιηθέντα ως άνω χρηματικό κατάλογο.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε το καθ' ου η ανακοπή την από 24.9.2021 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 413/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως ουσία αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσβάλλει το αναιρεσείον με την υπό κρίση από 31.10.2022 αίτηση αναιρέσεως, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν.Δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του Ν.Δ. 356/1974: " 1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.
δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν o διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".
Επίσης, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 του Ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου o Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Τέλος, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α)..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ' ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία) διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.
Και ναι μεν στον Κ.Ε.Δ.Ε. δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, -που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.
η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη-, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.
σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.
Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 780/2023, ΑΠ 134/2022, ΑΠ 189/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 του Ν. 3463/2006 "1. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος, για την είσπραξη των εσόδων των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν."
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Την 27-12-2012 κοινοποιήθηκε από το καθ' ου στο ανακόπτον η υπ' αρ. ...-2012 ατομική ειδοποίηση και ο δι' αυτής γνωστοποιηθείς υπ' αρ. ... χρηματικός κατάλογος με α/α 1 και ημερομηνία λήξης την ...-2013, της Ταμειακής Υπηρεσίας του καθ' ου, με τη μνεία ότι αφορούν "οφειλές παρελθόντων ετών (2001, 2002, 2003, 2004 και 2005) Δήμου Αίγινας" συνολικού ποσού 488.691,06 ευρώ.
Ταυτόχρονα με την ως άνω ατομική ειδοποίηση κοινοποιήθηκαν στο ανακόπτον α) το υπ' αρ. πρωτ. ...-2012 έγγραφο του Δήμου Αγκιστρίου με θέμα "Οφειλές νερού", με το οποίο, μεταξύ άλλων, το καθ' ου γνωστοποίησε στο ανακόπτον ότι η ΕΥΔΑΠ αξίωσε το ποσό των 727.012 ευρώ για υδροληψία, συν 724.122,17 ευρώ για προσαυξήσεις, β) το υπ' αρ.
πρωτ. ...-2012 έγγραφο του Δήμου Αγκιστρίου προς το ανακόπτον με θέμα "Αναγνώριση οφειλής προς ΕΥΔΑΠ", με την οποία ζητεί με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του τελευταίου να αναγνωρίσει την οφειλή του, η οποία "προκύπτει από τη λήψη νερού από τον υδρομετρητή του Δήμου Αγκιστρίου κατά τα έτη 2001-2005", γ) το υπ' αρ. ...-2010 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου και ήδη Δήμου Αγκιστρίου προς το Δήμο Αίγινας με θέμα "Φορτωτικές περιόδου 2001-2005" με το οποίο το καθ' ου ζητεί από το ανακόπτον να προσκομίσει "αντίγραφα των φορτωτικών νερού περιόδου 2001-2005, οι οποίες αναφέρονται στη λήψη από την παροχή ύδατος" της (πρώην) Κοινότητας στο Ικόνιο, δ) το υπ' αρ.
πρωτ. ...-2010 έγγραφο της Κοινότητας Αγκιστρίου προς το Δήμο Αίγινας με θέμα "Οφειλή ύδρευσης" και με το οποίο, μεταξύ άλλων, γνωστοποιείται ότι υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δήμου Αγκιστρίου προς την ΕΥΔΑΠ και "οι οποίες βαρύνουν κατά το μεγαλύτερο μέρος" το Δήμο Αίγινας, ε) το υπ' αρ. πρωτ. ...-2009 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου προς το Δήμο Αίγινας με θέμα "Οφειλή ύδρευσης", με το ίδιο με το αμέσως προηγούμενο έγγραφο περιεχόμενο, στ) το υπ' αρ.
πρωτ. ...-2008 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου προς το Δήμο Αίγινας με θέμα "Οφειλή ύδρευσης" με το οποίο ζητεί από το τελευταίο να τεθεί το θέμα της οφειλής ύδρευσης στο Δημοτικό Συμβούλιο, ζ) το υπ' αρ. πρωτ. ...-2008 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου προς το Δήμο Αίγινας με θέμα "Οφειλή ύδρευσης" και αφορά λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ προς την Κοινότητα Αγκιστρίου, ενώ ταυτόχρονα ζητεί το καθ' ου από το ανακόπτον να του αποστείλει απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου με την οποία να αποδέχεται την οφειλή που του αναλογεί, η) το υπ' αρ.
πρωτ. ...-2007 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγγιστρίου προς το Δήμο Αίγινας με θέμα "Οφειλή ύδρευσης προς Ε.Υ.Δ.Α.Π.", με οποίο το καθ' ου γνωστοποιεί στο ανακόπτον ότι το συνολικά οφειλόμενο ποσό του ανακόπτοντος προς την ΕΥΔΑΠ είναι 488.691,16 ευρώ και ακόμη αναγράφονται οι χρεώσεις κατ' έτος και η τιμή χρέωσης και θ) το υπ' αρ.
πρωτ. ...-2006 έγγραφο του Δημάρχου Αίγινας προς την (πρώην) Κοινότητα Αγκιστρίου, με το οποίο γνωστοποιείται από το ανακόπτον προς το καθ' ου ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στην υπηρεσία του για το χρονικό διάστημα από 1-5-2001 μέχρι 30-9-2005 έχει προμηθευτεί από τον υπ' αρ. ... υδρομετρητή της ΕΥΔΑΠ 1.438.985 κυβικά, τα οποία στη συνέχεια αναλύονται κατ' έτος.
Στην ένδικη όμως, ατομική ειδοποίηση και στον δι' αυτής γνωστοποιηθέντα υπ' αρ. ... χρηματικό κατάλογο με α/α ... και ημερομηνία λήξης την ...-2013 της Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου Αγκιστρίου αναφέρεται μόνο η συνολική οφειλή χωρίς ειδικότερη αναφορά - ανάλυση του τρόπου με τον οποίο προήλθε το χρέος, ενώ δεν αναφέρεται και η αιτία της οφειλής, καθώς δεν προσδιορίζεται και δεν εξειδικεύεται η τυχόν μεταξύ τους (διαδίκων) νομίμως συναφθείσα σύμβαση υδροδότησης, ενώ δεν προκύπτει ότι πριν την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής είχαν περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο ανακόπτον έγραφα που να εξειδικεύουν στην οφειλή του, ούτε γίνεται ο διαχωρισμός κατά κεφάλαιο και τυχόν τόκους ή προσαυξήσεις ή έξοδα, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια η σύνταξη του νομίμου τίτλου και της βεβαίωσης της οφειλής αυτής.
Ειδικότερα, δεν συγκοινοποιείται τυχόν νομίμως συναφθείσα σύμβαση υδροδότησης ή αναγνώρισης χρέους, ενώ από τα συγκοινοποιούμενα έγγραφα δημιουργείται σύγχυση ως προς το ύψος της οφειλής. Πιο συγκεκριμένα ενώ από το υπ' αρ. πρωτ. ...-2006 έγγραφο του Δήμου Αίγινας προκύπτει ότι ο τελευταίος προμηθεύτηκε το έτος 2001 συνολικά 282.591 κυβικά με τιμή χρέωσης 0,2582 ευρώ [όπως προκύπτει από το υπ' αρ.
πρωτ. ...-2007 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου], δηλαδή συνολικά οφειλόμενο ποσό 72.964 ευρώ, στο υπ' αρ. πρωτ. ...-200 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου αναφέρεται οφειλή 79.679 ευρώ. Αντίστοιχα για το έτος 2002 ο Δήμος Αίγινας φαίνεται ότι προμηθεύτηκε 394.979 κυβικά με τιμή χρέωσης 0,2582 ευρώ, δηλαδή συνολικό οφειλόμενο ποσό 101.983,58 ευρώ, ενώ στο υπ' αρ.
πρωτ. ...-2007 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου αναφέρεται οφειλή 111.345,66 ευρώ. Για το έτος 2003 ο Δήμος Αίγινας φαίνεται ότι προμηθεύτηκε 257.733 κυβικά με τιμή χρέωσης 0,3096 ευρώ, δηλαδή συνολικό οφειλόμενο ποσό 79.794,14 ευρώ, ενώ στο υπ' αρ. πρωτ. ...-2007 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου αναφέρεται οφειλή 87.119,23 ευρώ.
Για το έτος 2004 ο Δήμος Αίγινας φαίνεται ότι προμηθεύτηκε 291.154 κυβικά με τιμή χρέωσης 0,45 ευρώ, δηλαδή συνολικό οφειλόμενο ποσό 131.019,30 ευρώ, ενώ στο υπ' αρ. πρωτ. ...-2007 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου αναφέρεται οφειλή 143.046,86 ευρώ. Τέλος, για το έτος 2005 ο Δήμος Αίγινας φαίνεται ότι προμηθεύτηκε 212.428 κυβικά με τιμή χρέωσης 0,46 ευρώ, δηλαδή συνολικό οφειλόμενο ποσό 97.716,88 ευρώ, ενώ στο υπ' αριθ.
πρωτ. ...-2007 έγγραφο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου αναφέρεται οφειλή 107.674,23 ευρώ. Ως εκ τούτου από τα συγκοινοποιούμενα έγγραφα προκύπτει οφειλή συνολικά 483.477,90 (= 72.964 + 101.983,58 + 79.794,14 + 131.019,30 + 97.716,88) ευρώ, ενώ, κατόπιν αφαίρεσης του ήδη καταβληθέντος ποσού των 40.174,72 ευρώ, η οφειλή που προκύπτει από τα συγκοινοποιούμενα έγγραφα ανέρχεται σε 443.303,18 ευρώ.
Ωστόσο, στην υπ' αρ. ...-2012 ατομική ειδοποίηση και τον δι' αυτής γνωστοποιηθέντα υπ' αρ. ... χρηματικό κατάλογο με α/α 1 και ημερομηνία λήξης την ...-2013 της Ταμειακής Υπηρεσίας του καθ' ου (Δήμου Αγκιστρίου), αναγράφεται το ποσό των 488.691,06 ευρώ χωρίς να προκύπτει από ποια αιτία προέρχεται το υπολειπόμενο ποσό των 45.387,88 ευρώ, αν αυτό συνιστά νόμιμους τόκους, προσαυξήσεις, τόκους υπερημερίας ή έξοδα.
Η προαναφερόμενη δε ασάφεια και αοριστία δεν αίρεται από το υπ' αρ. πρωτ. ...-2008 έγγραφο του ανακόπτοντος (Δήμου Αίγινας) που προσκομίζει και επικαλείται το καθ' ου (Δήμος Αγκιστρίου), που απευθύνεται προς το ίδιο [(πρώην) Κοινότητα Αγκιστρίου-Δήμο Αγκιστρίου], καθώς και την επισυναπτόμενη σ' αυτό αναλυτική κατάσταση, η οποία υπογράφεται από τον Πρόεδρο της (πρώην) Κοινότητας Αγκιστρίου-Δήμου Αγκιστρίου-καθ' ου, καθόσον στα έγγραφα αυτά αναγράφονται οι απόψεις των διαδίκων ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού, και συγκεκριμένα κατά το ανακόπτον, κατά την 31-12-2005, όφειλε στο καθ' ου, σε ανοικτό λογαριασμό, 133.016,82 ευρώ, ενώ κατά το καθ' ου, το ποσό που του όφειλε το ανακόπτον ανερχόταν σε 488.691,06 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζεται, όμως, εάν τα αναφερόμενα στο δεύτερο έγγραφο, μεταξύ άλλων, ποσά ΦΠΑ και Ν.Δ. 1068/1942, που συνιστούν επιμέρους ποσά του συνολικού ποσού των 488.691,06 ευρώ, συμφωνήθηκε να επιβαρύνουν, ή με ποιο άλλο νόμιμο τρόπο επιβαρύνουν, το ανακόπτον, κοινοποιώντας και το αντίστοιχο έγγραφο.
Εξαιτίας των ως άνω παραλείψεων επήλθε δικονομική βλάβη του ανακόπτοντος - εφεσίβλητου, καθώς δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τη νομιμότητα, τη βασιμότητα και το πραγματικό ύψος της οφειλής του, ήτοι δεν δύναται να αμυνθεί αποτελεσματικά κατά του νομίμου τίτλου που την ενσωματώνει. Η εν λόγω δικονομική του βλάβη δεν μπορούσε να καλυφθεί με άλλον τρόπο, όπως με την προσκόμιση εγγράφων από το καθ' ου στο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά μόνο με την ακύρωση των ως άνω αόριστων εγγράφων.
Κατόπιν αυτών έπρεπε να γίνει δεκτός ο άνω λόγος ανακοπής και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη υπ' αρ. ...-2012 ατομική ειδοποίηση και ο προσβαλλόμενος δι' αυτής γνωστοποιηθείς χρηματικός κατάλογος της Ταμειακής Υπηρεσίας του καθ' ου (Δήμου Αγκιστρίου).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε α) την υπ' αρ. ...-201 ατομική ειδοποίηση και β) τον δι' αυτής γνωστοποιηθέντα υπ' αρ. ... χρηματικό κατάλογο με α/α 1 και ημερομηνία λήξης την ...-2013 της Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου Αγκιστρίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και επίσης ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα προκύψαντα απ' αυτές πραγματικά περιστατικά και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και κατ' αποδοχή της ανακοπής του αναιρεσίβλητου είχε ακυρώσει την άνω ατομική ειδοποίηση και τον δι' αυτής γνωστοποιηθέντα χρηματικό κατάλογο της Ταμειακής Υπηρεσίας του Δήμου Αγκιστρίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 61 του π.δ. 16/1989, διότι υπό τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία α) στην ένδικη ατομική ειδοποίηση και στον δι' αυτής γνωστοποιηθέντα υπ' αρ. ...
χρηματικό κατάλογο με α/α 1 και ημερομηνία λήξης την ...-2013 της Ταμειακής Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος αναφέρεται μόνο η συνολική οφειλή χωρίς ειδικότερη αναφορά - ανάλυση του τρόπου με τον οποίο προήλθε το χρέος, ενώ δεν αναφέρεται και η αιτία της οφειλής, καθώς δεν προσδιορίζεται και δεν εξειδικεύεται η τυχόν μεταξύ τους (διαδίκων) νομίμως συναφθείσα σύμβαση υδροδότησης, β) δεν προκύπτει ότι πριν την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής είχαν περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο ανακόπτον έγραφα που να εξειδικεύουν την οφειλή του, ούτε γίνεται ο διαχωρισμός κατά κεφάλαιο και τυχόν τόκους ή προσαυξήσεις ή έξοδα, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια η σύνταξη του νομίμου τίτλου και της βεβαίωσης της οφειλής αυτής, γ) δεν συγκοινοποιείται τυχόν νομίμως συναφθείσα σύμβαση υδροδότησης ή αναγνώρισης χρέους, ενώ από τα συγκοινοποιούμενα έγγραφα δημιουργείται σύγχυση ως προς το ύψος της οφειλής, δ) εξαιτίας των ως άνω παραλείψεων επήλθε δικονομική βλάβη του αναιρεσίβλητου, καθώς δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τη νομιμότητα, τη βασιμότητα και το πραγματικό ύψος της οφειλής του, ήτοι δεν δύναται να αμυνθεί αποτελεσματικά κατά του νομίμου τίτλου που την ενσωματώνει, και ε) η εν λόγω δικονομική του βλάβη δεν μπορούσε να καλυφθεί με άλλον τρόπο, όπως με την προσκόμιση εγγράφων από το αναιρεσείον στο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά μόνο με την ακύρωση των ως άνω αόριστων εγγράφων, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων αυτών και, ως εκ τούτου, αποδοχής του πρώτου λόγου της ανακοπής του αναιρεσίβλητου και συνακόλουθα ακυρώσεως της άνω ατομικής ειδοποίησης και του δι' αυτής γνωστοποιηθέντος χρηματικού καταλόγου της Ταμειακής Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων, ισχυριζόμενο ότι από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει με σαφήνεια η αιτία της οφειλής, ενώ αναφέρεται και το συνολικό ύψος της οφειλής, και συνεπώς ο αναιρεσίβλητος Δήμος είχε τη δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής του στη σχετική δίκη, το δε δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα που είχαν γνωστοποιηθεί στο αναιρεσίβλητο σε διάφορους χρόνους και πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, τα οποία και σαφώς προσκομίστηκαν με τις προτάσεις του ιδίου (αναιρεσείοντος) τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο Εφετείο.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) το υπ' αριθ. ....2008 έγγραφο του αναιρεσιβλήτου, το οποίο προσκόμισε το ίδιο (αναιρεσείον) με αρ. σχετικού 6, στο οποίο επισυνάπτεται αναλυτική κατάσταση της ένδικης οφειλής του από την κατανάλωση ύδατος που είχε προμηθευτεί από το Δήμο τους με την ανωτέρω σύμβαση, η οποία υπογράφεται από τον τότε Πρόεδρο της τότε Κοινότητάς τους Ι.
Α., στην οποία αναλυτική κατάσταση, της οποίας είχε λάβει γνώση το αναιρεσίβλητο, μνημονεύεται ρητά και το υπ' αριθ. ....2006 έγγραφο του αναιρεσιβλήτου, όπου το ίδιο το αναιρεσίβλητο δηλώνει ότι από 1.5.2001 έως 30.9.2005 έχει προμηθευτεί από τον ... υδρομετρητή της ΕΥΑΔΑΠ 1.438.985 κυβικά νερού και άρα από τότε γνώριζε ακριβώς την κατανάλωση ύδατος που είχε προμηθευτεί από το Δήμο τους, επί πλέον δε στην άνω αναλυτική κατάσταση γίνεται μνεία ότι επισυνάπτονται σ' αυτήν και αναλυτικά τιμολόγια της ΕΥΔΑΠ με την ισχύουσα κάθε φορά τιμή χρέωσης, β) την από 3.8.2001 σύμβαση μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου και γ) την από 8.11.1999 σύμβαση ύδρευσης της ΕΥΔΑΠ, εάν δε είχε λάβει υπόψη του τα άνω έγγραφα θα είχε καταλήξει σε ένα τελείως διαφορετικό συμπέρασμα.
Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και "... τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς...", όπως επί λέξει αναφέρει, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, το πρώτο των οποίων μάλιστα και την επισυναπτόμενη σ' αυτό αναλυτική κατάσταση μνημονεύει στη συνέχεια, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι αν το Εφετείο είχε λάβει υπόψη του όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα, των οποίων όλων είχε λάβει γνώση το αναιρεσίβλητο, και δη τα άνω έγγραφα, θα είχε καταλήξει σε ένα διαφορετικό τελείως συμπέρασμα, ως προς τη συνολική χρέωση του τελευταίου, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
την επισυναπτόμενη σ' αυτό αναλυτική κατάσταση, Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 281 παρ. 2 Ν. 3463/2008 - Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 (ΑΠ 189/2021, ΑΠ 3/2020), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
Σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β υποπερ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά αποφάσεως Εφετείου, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο Γραμματέας, διαφορετικά (σε περίπτωση, δηλαδή, μη κατάθεσης του αντίστοιχου παραβόλου) το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως απαράδεκτο.
Το παράβολο, όμως, αυτό δεν απαιτείται για τους ΟΤΑ, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο σ' αυτούς, κατά το άρθρο 276 παρ. 1 Ν. 3463/2006, άρθρο 19 παρ. 1 του από 26.6/10.7.1944 ν.δ, "περί κώδικος νόμων και δικών του Δημοσίου" (ΑΠ 339/2023, ΑΠ 650/2015), σε συνδυασμό και με τη διάταξη της παρ. 4 εδ. β' του άρθρου 28 Ν. 2579/1998, κατά την οποία τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΟΤΑ), αν και δεν υποχρεούνταν, από προφανή παραδρομή, κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ' αυτό ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, παράβολο ποσού 450 ευρώ, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως στη συνταχθείσα απ' αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ένδικου αυτού μέσου, και επομένως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ' αυτό (ΑΠ 504/2017, ΑΠ 650/2015, ΑΠ 1125/2013), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Οκτωβρίου 2022 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΚΙΣΤΡΙΟΥ", για αναίρεση της με αριθ. 413/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την απόδοση στο αναιρεσείον του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτό.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ