Supreme Court annuls appealable judgment for applying old interest rate law instead of new law effective 2019.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's judgment regarding a public service dispute over interest rate calculations. The State argued the lower court incorrectly applied the old 6% rate instead of the new MRO-based rate introduced by Law 4607/2019. The Court ruled the new law was applicable because the claim extended into the period after its effective date, mandating a retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 45, paragraph 3 of Law 4607/2019; The new statutory provision governing public debt interest rates applies to pending claims that extend into the period following its entry into force, superseding previous calculation methods for the relevant duration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1526 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1526/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ζαχαρούλα Χατζηπαύλου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1073/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6576/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 21-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21-6-2022 και με αριθ. κατ. 4920/550/23-6-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 6576/1-12-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσίαν την από 13-10-2017 και με αριθ. κατ. 584264/505389/2017 έφεση και τον ασκηθέντα με το από 31-1-2020 (αριθ.κατ.1094/130/2020) ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετο λόγο έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθ. 1073/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 12-12-2016 και με αριθ. κατ. 89981/2351/2016 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 27-5-2022, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ζ. Α. στο επιδοθέν αντίγραφο και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στις 23-6-2022 ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ τριακονθήμερης προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Με την ως άνω από 12-12-2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε, ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 19-12-1990 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο ..., προκειμένου να απασχοληθεί ως ιδιαιτέρα Γραμματέας.
Ότι αν και υπηρετεί έκτοτε στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο ... και είναι έγγαμη και μητέρα τριών ανηλίκων τέκνων, που γεννήθηκαν στις 22-6-2005, 28-2-2007 και 14-8-2008, το εναγόμενο, αρνείται παράνομα και αντισυμβατικά να της καταβάλλει την προσαύξηση του επιδόματος τέκνων του χρονικού διαστήματος από 1-1-2015 έως 31-12 2016, υπολογιζόμενης επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του 'Ελληνα Πρέσβη στο ....
Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 62.208 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της δήλης ημέρας καταβολής κάθε επιμέρους ποσού, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη με αριθ. 1073/2017 οριστική απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για προσαύξηση τέκνων το συνολικό ποσό των 62.608 ευρώ αντί του αιτουμένου 62.208 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό μέχρι την εξόφληση.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 6576/1-12-2020 απόφαση, που εκδόθηκε επί των ως άνω α) από 13-10-2017 έφεσης και β)από 31-1-2020 πρόσθετου λόγου έφεσης, του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι υφίσταται αξίωση της ενάγουσας κατά το ένδικο χρονικό διάστημα για καταβολή προσαύξησης 12% για κάθε ανήλικο τέκνο επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στο ... ..., ανερχομένου μηνιαίως στο ποσό των 7.200 ευρώ, βάσει της 2/56884/0022/25-7-2008 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών (ΦΕΚ Β/1471/25-7-2008) και ότι δικαιούται για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 62.208 ευρώ,νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει 62.608 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό.
Ακόμη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον προβληθέντα με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρισμό του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπολόγισε την αναλογούσα στο χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως 31-12-2016 προσαύξηση τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του 'Ελληνα Πρέσβη στο ..., ύψους 7.200 ευρώ, αφού αυτό είχε μειωθεί από 1-6-2010 στο ποσό των 5.829,12 ευρώ, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3833/2010 και 3845/2010.
Τον εν λόγω ισχυρισμό απέρριψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι "το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη δεν αποτελεί αποδοχές στις οποίες επιβάλλονται οι περικοπές που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 3833/2010 και οι περαιτέρω περικοπές του ν. 3845/2010, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν, αλλά αποτελεί ειδικό "αποζημιωτικό" επίδομα κάλυψης εξόδων των εργαζομένων στην αλλοδαπή και ανηκόντων στην υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών υπαλλήλων του εκκαλούντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που καταβάλλεται μόνο για όσο χρόνο αυτοί υπηρετούν στην αλλοδαπή, το οποίο αναπροσαρμόζεται (μειώνεται ή αυξάνεται) μόνο από την ειδική επιτροπή του άρθρου 155 παρ. 6 του ισχύοντος Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν.3566/2007) και για τους περιοριστικά αναφερόμενους στις ως άνω διατάξεις λόγους, ήτοι μόνο σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ είτε της αγοραστικής αξίας αυτών με βάση επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ".
Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του ν. 3845/2010, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 131 του ν.419/1976,135 παρ.5 του ν.2594/1998 και 155 παρ.5 του ν. 3566/2007. Σχετικά με τον λόγο αυτό πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Στο άρθρο 155 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του νόμου 3566/2007 (ΦΕΚ Α` 117) Κώδικα Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως η παρ. 4 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ. 38 εδ. α' του ν. 3712/2008 (ΦΕΚ Α` 225), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. 2.
Οι διπλωματικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών αποτελούν κλάδο με ειδικές αποδοχές, λόγω των ειδικών προσόντων, τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντά τους....4.
Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε ευρώ, ή συνάλλαγμα, πέραν των αποδοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται εκάστοτε με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 κοινή υπουργική απόφαση, για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση.
Τα ανωτέρω ποσά που καταβάλλονται απαλλάσσονται από κάθε υπέρ του Δημοσίου.... κράτηση ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση....5. Το ανωτέρω επίδομα καθορίζεται, για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, λαμβανομένων υπόψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης' για το κόστος ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου.
Για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με όμοια απόφαση, σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο είχε καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η ως άνω υπουργική απόφαση επιτρέπεται να έχει αναδρομική ισχύ. 6. Το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ είτε της αγοραστικής αξίας τούτων, με βάση επίσημα στοιχεία.
Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται μετά από γνώμη επιτροπής....καθορίζεται το ποσοστό της αναφερόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αναπροσαρμογής του επιδόματος". Όπως έχει κριθεί υπό το προϋφιστάμενο, αντιστοίχων ρυθμίσεων, νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 131 παρ. 1 Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που είχε κυρωθεί με το ν. 419/2016, άρθρο 135 παρ. 4 και 5 του νέου Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το ν.2594/1998), το επίδομα αλλοδαπής θεσπίσθηκε για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στους οποίους περιλαμβάνεται και το βοηθητικό προσωπικό, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διαφορά κόστους ζωής και οι ειδικές συνθήκες διαβίωσης σε κάθε χώρα, αναλόγως του κλάδου, στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος, του βαθμού, τον οποίο κατέχει και του κόστους ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί.
Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται και λόγω των οικογενειακών βαρών (με την Φ. 083-58/11-3-1988 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών, ΦΕΚ 177Β, ορίσθηκε ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν.1505/1984, ενώ με την 2001800/185/0022/17-3-1993 ΦΕΚ Β 153, ορίσθηκε ότι το εν λόγω επίδομα αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας έως 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών ή 24 ετών, εφόσον αποδεδειγμένα φοιτούν σε Ανώτερα ή Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν.1505/1984, ποσοστά που αυξήθηκαν από 1.1.2001 σε 8%, 12% και 16% αντιστοίχως, δυνάμει της με αριθ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ, ΦΕΚ Β` 390 και, μετά την κατάργησή της, δυνάμει της με αριθ. 2/19609/0022/14-4-2006 ΚΥΑ, (ΦΕΚ Β 553), η προσαύξηση δε αυτή αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής.
Το εν λόγω επίδομα, ενόψει ακριβώς της φύσης και του ανωτέρω σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε, δηλαδή προς κάλυψη των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπηρετούντες στην αλλοδαπή υπάλληλοι, λόγω της υπηρεσίας, που τους έχει ανατεθεί, έχει χαρακτήρα αποζημιωτικό και χορηγείται επιπλέον των καταβαλλομένων στον υπάλληλο αποδοχών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτελούσα προσαύξηση του μισθού των διπλωματικών υπαλλήλων οικογενειακή παροχή του άρθρου 47 παρ.
Α` περιπ.. 4 του ν.3205/2003. Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα, εξέδωσε στις 16-2-2010 την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ` εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9 σε συνδυασμό με το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου.
Επακολούθησε η δημοσίευση, στις 15-3-2010, του ν.3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α 40), με τον οποίο ελήφθησαν διάφορα μέτρα, με σκοπό, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, την "αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία είχε κλονίσει την αξιοπιστία της χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία".
Μεταξύ δε των ληφθέντων μέτρων περιλαμβανόταν η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1), αναδρομικά από 1-1-2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και η θέσπιση νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2).
Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: " ....2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%)....3.
Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά: α) οικογενειακής παροχής....β) χρόνου υπηρεσίας....γ) εφημεριών.....δ) ραδιενέργειας ....ε) ειδικής απασχόλησης....στ) ειδικών συνθηκών εργασίας....ζ) επικίνδυνης εργασίας.....η) καταδυτικού....θ) αναπηρίας και κινδύνου.....ι) μεταπτυχιακών σπουδών....
ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής δημόσιας Διοίκησης....και αποφοίτων Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης), ιβ) κινήτρου απόδοσης....ιγ) ειδικής αποζημίωσης.....καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων. Στη συνέχεια, στις 3-5-2010, υπεγράφη "Μνημόνιο Συνεννόησης" μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.
Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στο ν.3845/2010, "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α` 65/6-5-2010). Με το νόμο αυτό θεσπίσθηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος οικονομικού προγράμματος (άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα), μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιελήφθη και η περαιτέρω μείωση κατά ποσοστό 8% των αμοιβών των υπαλλήλων του Δημοσίου.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του, ως άνω, νόμου 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από 1-6-2010, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: " 1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.3833/2010....μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τους εκατό (8%). 2.
Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν.3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει...". Όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.3873/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του ν.3845/2010 (αναφερομένων σε "πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά" και στα "με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα"), καθώς και από τον επιδιωκόμενο με τις διατάξεις αυτές σκοπό, που συνίστατο, κατά τα προεκτεθέντα, στην άμεση αντιμετώπιση της έκτακτης και εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και στη δημοσιονομική εξυγίανσή της, οι προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές ποσοστιαίες μειώσεις αφορούν, αδιακρίτως, όλα τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις και αμοιβές που χορηγούντο στους εν ενεργεία λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου.
Εξαιρούνται δε μόνο τα επιδόματα που ρητώς αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν.3833/2010, στις ρυθμίσεις της οποίας παρέπεμψε και η παράγραφος 2 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων περί ποσοστιαίων μειώσεων των αποδοχών εμπίπτει, κατά το γράμμα των διατάξεων αυτών, αλλά και ενόψει του σκοπού τους και το προβλεπόμενο στο άρθρο 155 του ν. 3566/2007 επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.
Τούτο δε, διότι το εν λόγω επίδομα, παρά τον αποζημιωτικό του χαρακτήρα, κατά τα προαναφερόμενα, βαρύνει, πάντως, και αυτό τον κρατικό προϋπολογισμό, καταβαλλόμενο ως πρόσθετη παροχή για την υπηρεσία του ευρισκομένου στην αλλοδαπή υπαλλήλου και επιπλέον δεν περιλαμβάνεται στα ρητώς εξαιρούμενα από το πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων επιδόματα.
Κατά την έννοια, δηλαδή, των διατάξεων αυτών, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης και του σκοπού τους, το ζήτημα της φύσης των καταβαλλόμενων επιδομάτων δεν είναι κρίσιμο για την υπαγωγή αυτών στη γενική ως άνω ρύθμιση περί μείωσης των αποδοχών. Εξάλλου, και η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω τέκνων, η οποία δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, ξεχωριστό επίδομα, αλλά αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής, δεν εντάσσεται ούτε αυτή στην ειδικότερη έννοια της οικογενειακής παροχής, που ρητώς εξαιρείται από τις επίμαχες μειώσεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010.
Περαιτέρω, η συναγόμενη βούληση του νομοθέτη να συμπεριλάβει και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής στις ρυθμίσεις των παραπάνω νόμων περί ποσοστιαίας μείωσης των εν γένει αποδοχών δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 155 του ν. 3566/2007, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική διαδικασία καθορισμού και αναπροσαρμογής του προβλεπόμενου στο άρθρο αυτό επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως προεκτέθηκε.
Τούτο δε, διότι το θεσπισθέν με τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 3833/2020 και 3845/2010 μέτρο των ποσοστιαίων μειώσεων των εν γένει αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου είναι γενικό και δεν αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Επίσης, οι εν λόγω ρυθμίσεις, εφόσον συνεπάγονται μείωση και όχι στέρηση των αποδοχών και επιδομάτων, τούτο δε προς εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν λόγους δημόσιου συμφέροντος, δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στην απορρέουσα από το άρθρο 2 του Συντάγματος αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. (ΑΠ 518/2022, ΣτΕ 1368/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 518/2022, ΑΠ 235/2019).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 518/2022). Κατόπιν των παραπάνω παραδοχών ότι οι προβλεπόμενες στους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 μειώσεις αφορούν και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να κρίνει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορριπτέο ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος περί εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.3833/2020 και του άρθρου τρίτου του ν.3845/2010, όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και, κατ` επέκταση, της προσαύξησης αυτού λόγω τέκνων, που το αναιρεσείον είχε προβάλλει με τον πρώτο λόγο έφεσης παραβίασε ευθέως τις εν λόγω διατάξεις, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον προαναφερθέντα πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.
Με το άρθρο 45 του ν. 4607/24.4.2019 (ΦΕΚ Α 65) ορίζονται τα εξής: "1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRΟ) που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α` 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.
Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων.
Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος".
Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρ. 45 του ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως (κατ` άρθρ. 21 του Κώδικα Δικών Δημοσίου) στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης.
Με τη διάταξη, δε, του άρθρ. 3 ενοποιείται η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επίτοκο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, διατείνεται ότι κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, η οποία σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού, εφαρμόζεται από 1.5.2019, σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο βρίσκονται, με αποτέλεσμα να το υποχρεώσει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 62.208 ευρώ με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε με τις από 3-11-2020 προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος, αφού η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24.4.2019, ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δηλαδή την 1η-12-2020, και καταλάμβανε (παρ. 3 του άρθρ. 45 ν. 4607/2019) και την εκκρεμή κατά το χρόνο που άρχισε να ισχύει (δηλαδή από τις 24.4.2019) ένδικη αξίωση της ιδιώτη - ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, για τόκο, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και μετέπειτα (1/5/2019).
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση με το νόμιμο τόκο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρόνο που η περί τόκου αξίωση του ενάγοντος ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την 1.5.2019, αφού από τότε και μετά ο οφειλόμενος τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019 και όχι κατ` άρθρ. 21 του Κώδικα Δικών Δημοσίου.
Συνεπώς, ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των παραπάνω, κατά παραδοχή ως βάσιμων αμφοτέρων των αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 6576/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ