Legislator Case Law & Legislation
1526/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments and inadmissible evidence usage claims.

Case Number 1526/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered a specific bank document and failed to order an expert appraisal of gold value, but these claims were rejected as vague and unsupported by the record. The court ruled that the appealed document was legally admissible evidence and the appellant failed to demonstrate procedural violations during the trial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 11a Civil Procedure Code; Art. 562 para. 2 Civil Procedure Code: An appeal based on the improper consideration of evidence is inadmissible if the argument is vague or if the evidence in question is legally admissible under the Code.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal inadmissibility Evidence admissibility Vague appeal arguments Expert appraisal order

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 11a Civil Procedure Code
Art. 562 para. 2 Civil Procedure Code
Art. 495 para. 3 Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 191 para. 2 Civil Procedure Code
Art. 339 Civil Procedure Code
Art. 242 para. 2 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1526 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1526/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Σ. Ρ. του Β., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δήμο - Δημήτριο Παπαναστασίου.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Μ. - Γ. θυγατέρας Μ. Λ., κατοίκου ... Αττικής,

2) α. Κ. χήρας Ε. Α., κατοίκου ... Αττικής,

β. Γ. Α. του Ε., κατοίκου ... Αττικής,

γ. Α. θυγατέρας Ε. Α., κατοίκου ... Αττικής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου και νυν εκλιπόντος Ε. Α. του Γ.,

3) Μ. θυγατέρας Θ. Μ., κατοίκου … Αθηνών,

4) Δ. Α. του Γ., κατοίκου ...,

5) Μ. συζύγου Δ. Α., το γένος Α. Κ., κατοίκου ...,

6) Ε. συζύγου Δ. Α., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ... Αττικής και

7) Μ. συζύγου Ν. Σ., το γένος Χ. Β., κατοίκου ... .

Οι 2βος, 2γη και 5η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ άπαντες οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Κοναξή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17.09.2010, 10.09.2010, 13.09.2010 και τις δύο από 13.09.2010 αγωγές της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, του αρχικού διαδίκου Ε. Α. και της ήδη πέμπτης αναιρεσιβλήτου, των ήδη τέταρτου και πέμπτης αναιρεσιβλήτων και των ήδη πέμπτης και έκτης αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6430/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5039/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13.05.2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα ..., ... και .../21-7-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Βασιλείου Κουτσογιάννη αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 13.05/2016 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στους υπό στοιχεία 2β, 2γ και 5 των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως. Όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθ. 5039/30-10-2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 6430/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και έκανε δεκτές α) την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και β) την αγωγή του δικαιοπαρόχου των υπό στοιχεία 2α, 2β και 2γ αναιρεσιβλήτων και της τρίτης αναιρεσίβλητης και εν μέρει δεκτές α) την αγωγή του τέταρτου και της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων και β) την αγωγή της έκτης και της έβδομης των αναιρεσιβλήτων, όλες στρεφόμενες κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Με τη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτη και του δανειστή κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπλήρωσης της παροχής, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλόμενη σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη.

Λειτουργεί ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των μεταβολών, που επήλθαν μετά τη σύναψη της σύμβασης, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ' απόκλιση από τα συμφωνημένο, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1337/2018).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, επέρχεται μεταβολή των συνθηκών, η οποία δεν συγκεντρώνει μεν τους όρους του άρθρου 388 Α.Κ., καθιστά όμως την εκπλήρωση της παροχής, για κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών, ιδιαιτέρως επαχθή, σε βαθμό τέτοιο, ώστε να υπάρχει υπέρβαση του, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικό ήθη, κινδύνου, που μπορούσε να αναλάβει το συμβαλλόμενο αυτό μέρος (ΟλΑΠ 9/1997, 1337/2018).

Μεταβολή των συνθηκών υπάρχει και όταν μεσολαβήσει νομισματική έκπτωση ή ουσιώδης υποτίμηση του νομίσματος από τον χρόνο της παροχής μέχρι τον χρόνο απόδοσης της παροχής. Στην περίπτωση αυτή η αξία του χρόνου της παροχής θα αναχθεί με βάση την αρχή της καλής πίστης στο ισάξιό της κατά τον χρόνο αποδόσεως της παροχής (ΑΠ 1383/2013), ενώ το δικαστήριο που δικάζει μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανάλυση των σχετικών αποδείξεων (ΑΠ 1233/2009).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία», ώστε στο πλαίσιο της άνω διάταξης να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 141/2020).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε αγωγές των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ζητούν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί αυτός να τους αποδώσει το τίμημα πωλήσεως των αναφερομένων στις αγωγές ακινήτων, το οποίο του προκατέβαλαν δυνάμει συμβολαιογραφικών προσυμφώνων πωλήσεως, με τα οποία ο αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση να τους μεταβιβάσει με πώληση τα ακίνητα αυτά, με αναγωγή κατά το άρθρο 288 Α.Κ. του ποσού, που πρέπει να τους καταβάλει, στις τιμές του χρόνου άσκησης των αγωγών, επειδή η εκπλήρωση της παροχής του κατέστη αδύνατη, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Σύμφωνα όμως με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο,..., σε συνδυασμό με το... προσκομιζόμενο έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά το χρονικό διάστημα από την καταβολή εκ μέρους των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) του ποσού του τιμήματος, ήτοι από τις 31.10.1994, 06.06.1995 και 20.07.1995, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2009, που οι ενάγοντες ζητούν (δεδομένου ότι άσκησαν τις αγωγές τους μεταγενέστερα στις 14.12.2010 και 28.12.2010), ήτοι μέχρι τον χρόνο εκπλήρωσης της παροχής από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), έχει μεσολαβήσει σημαντική μεταβολή των οικονομικών συνθηκών με αύξηση του τιμαρίθμου και για τον λόγο αυτόν, πρέπει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να καταβάλει ο εναγόμενος σε κάθε ενάγοντα το ισότιμο του ποσού των 3.900.000 δρχ.

ή 11.445,34 ευρώ, που οι ενάγοντες κατέβαλαν, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Με βάση συνεπώς, την εξέλιξη του δείκτη τιμών καταναλωτή, που καταρτίζει η Ε.Σ.Υ.Ε για λογαριασμό της τράπεζας της Ελλάδος από το 1993, που απέχει μόλις ενάμιση έτος από το 1994 και 1995, που οι ενάγοντες κατέβαλαν το ως άνω ποσό (καθώς οι δόσεις ήταν μικρού μεγέθους και σε κάθε περίπτωση εξοφλήθηκαν σε δύο έτη), σύμφωνα με τον οποίον το ποσό του 1.000.000 δρχ.

ισοδυναμεί με το ποσό των 5.973,45 ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2009, το ισάξιο του καταβληθέντος ποσού των 3.900.000 δραχμών, είναι 23.296,45 ευρώ (5.973,45 € Χ 3.900.000 δρχ. / 1.000.000 δραχμές = 23.296,45 ευρώ...)|».

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι το ποσό του τιμήματος που πρέπει να αποδώσει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο αναιρεσείων στους αναιρεσίβλητους πρέπει να αναχθεί στις τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής και έτσι έκανε και κατ' ουσίαν δεκτό το σχετικό αίτημα των αγωγών των αναιρεσιβλήτων.

[IV] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 288 Α.Κ. και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πόρισμά της, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 288 Α.Κ. για αναγωγή, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, του ποσού του τιμήματος που προκατέβαλαν οι αναιρεσείοντες τα έτη 1994 και 1995 και υποχρεούται να τους αποδώσει ο αναιρεσείων κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, στις τιμές των χρόνων άσκησης των αγωγών το έτος 2010, λόγω της ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών και της επελθούσης σημαντικής αύξησης του τιμαρίθμου, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και τις νομισματικές υποτιμήσεις και διακυμάνσεις κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, αφού κρίσιμη είναι μόνον η τελική σύγκριση του χρόνου καταβολής του τιμήματος από τους αναιρεσίβλητους και του χρόνου που ζητούν την απόδοσή του με την άσκηση των αγωγών τους, από την οποία προκύπτει και η ανάγκη αναπροσαρμογής του τιμήματος, που πρέπει να αποδοθεί καθώς και η έκτασή της.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

[V] Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος «πράγματα» είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή ως «πράγματα» θεωρούνται οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης κ.λπ. όχι δε και οι αρνητικοί των ουσιωδών ανωτέρω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου, ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 486/2017). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 23/2020).

Περαιτέρω κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ «το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης», κατά δε την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου «το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης».

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς «ειδικές» αλλά «ιδιάζουσες» γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα τα οποία απαιτούν, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ (ΑΠ 1862/2007).

Συνεπώς, για το ορισμένο του σχετικού από το άρθρο 559 αρ. 10 λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρει ότι παρότι το ουσιαστικό δικαστήριο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι για κάποιο κρίσιμο ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όμως δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν και υποβλήθηκε σχετικό αίτημα (ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 463/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δέχθηκε τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ότι πρέπει να γίνει αναπροσαρμογή του αποδοτέου από αυτόν τιμήματος στον χρόνο άσκησης της αγωγής, χωρίς απόδειξη, αρκούμενη μόνο στο 9813/2019 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, χωρίς να λάβει υπόψη και την αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας, τόσο κατά τον χρόνο της παροχής όσο και κατά τον χρόνο απόδοσης αυτής, διατάσσοντας όπως όφειλε πραγματογνωμοσύνη, αφού για το ζήτημα αυτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την παραδοχή του πραγματικού ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων περί της ανάγκης αναπροσαρμογής της παροχής, το Εφετείο, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι (έγγραφα, ένορκη κατάθεση μάρτυρα, ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις), κάνοντας ειδική μνεία στο 9813/2019 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος και συνεπώς δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτό χωρίς απόδειξη.

Κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος, γιατί ο αναιρεσείων, πέραν του ότι το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και όχι με βάση την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας, δεν επικαλείται στην αίτηση αναίρεσης ότι το Εφετείο έκρινε ότι για την εκτίμηση της αξίας της χρυσής λίρας απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και παρά ταύτα δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν και τούτο ζητήθηκε από τον ίδιο.

[VI] Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο, που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ’ αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός ότι το ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο δεν ήταν επιτρεπτό, σύμφωνα με τον νόμο, να έχει προταθεί κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και το περιστατικό αυτό να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1510/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά την νοηματική του εκτίμηση, ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. α' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι λήφθηκε εσφαλμένα υπόψη ως αποδεικτικό μέσο το 9813/2009 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο δεν συνιστά αποδεκτό αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στην αίτηση αναίρεσης ότι είχε προτείνει στο Εφετείο ότι το έγγραφο αυτό είναι μη αποδεκτό αποδεικτικό μέσο, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, αφού το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, που προσβάλλεται, είναι νόμιμο έγγραφο, το οποίο περιλαμβάνεται ρητά στα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ και συνεπώς αποτελεί επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο.

[VII] Κατ’ ακολουθίαν την ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν στο δικαστήριο τούτο και κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 13.05.2016 αίτηση του Σ. Ρ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5039/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και -

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ