1526/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1526/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1526 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1526/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. (Μ.) συζύγου Ν. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρανιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Τύπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-7-2011 και 14-1-2013 αγωγές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 892/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, 5929/2014 μη οριστική και 986/2016 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 1510, 1511, 1512- 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.
Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.
Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησης της είναι το αληθινό συμφέρον του |έ|(γου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.
Για την εξειδίκευση της αοριστίας αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασης τους.
Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του, ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.
Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου.
Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και(τυχόν) αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται, και ότι το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις.
Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμηση του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητας του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλεια του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διάκρισης.
Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ537/2012).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 10/2011,7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του(ανεπαρκής αιτιολογία),ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), Ειδικότερα ,αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολΑΠ 15/2006,1/1999).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Εξάλλου, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθμ. 1ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα στην ερμηνεία ή εφαρμογή της.
Επίσης, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή πρέπει να προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει αυτή ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις και οι ασάφειες σε σχέση με τις παραδοχές της, ώστε από το ίδιο το δικόγραφο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της(αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος: "Οι διάδικοι τέλεσαν στις 5-8-1999 πολιτικό γάμο στη Βαρσοβία της Πολωνίας. Από το γάμο τους αυτό στις 15-7-2008 απέκτησαν την Α.-Α..
Ο γάμος τους κλονίσθηκε και από 8-2-2009 οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση. Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) διατηρεί διαφημιστική εταιρεία στη ... και έχει υψηλό βιοτικό επίπεδο. Διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στο ..., το οποίο αποτελείται από δύο υπνοδωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και μπάνιο. Το δωμάτιο της ανήλικης κόρης του είναι ένας ευχάριστος χώρος με πλούσιο παιδαγωγικό υλικό.
Έχει αναπτύξει ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με την ανήλικη κόρη του, η οποία τον υπεραγαπά και δεν θέλει να τον αποχωρισθεί, επιθυμία της είναι να διαμένει πάντοτε με τον πατέρα της, δυσανασχετεί έντονα και αποκρούει και μόνο τη σκέψη να δια μείνει με τη μητέρα της (ήδη αναιρεσείουσα) από την οποία δείχνει αποστασιοποιημένη συναισθηματικά.
Η γιαγιά της ανήλικης από την πατρική πλευρά έχει ενεργό ρόλο στη φροντίδα της και η ανήλικη έχει αναπτύξει συναισθήματα αγάπης και σεβασμού προς αυτή και με μεγάλη ευχαρίστηση περνά πολλές ώρες στην οικία της γιαγιάς της στο ..., η οποία της εξασφαλίζει άριστες συνθήκες διαβίωσης. Η ενάγουσα-μητέρα της ανήλικης διαμένει στο ...
σε ανεξάρτητη μικρή οικία που βρίσκεται εντός πολυτελούς κτήματος που της έχει παραχωρηθεί δωρεάν από την οικογένεια των εργοδοτών της. Το δωμάτιο της ανήλικης κόρης της είναι όμορφα διακοσμημένο με πλούσιο παιδαγωγικό υλικό, παιχνίδια και βιβλία. Εργάζεται στον τομέα της καθαριότητας και σε διαφημιστική εταιρεία στη διανομή εντύπων.
Είναι νέα και μορφωμένη και μπορεί να εξασφαλίζει από την εργασία της τα αναγκαία για τη διαβίωση της εισοδήματα. Από την έκθεση της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος ψυχιάτρου Ε. Σ. προκύπτει ότι η ενάγουσα μητέρα της ανήλικης ομολόγησε ενώπιον της κατά τη συνάντηση που είχαν στα πλαίσια της διερεύνησης της ψυχοσυναισθηματικής της κατάστασης από την ως άνω ψυχίατρο ότι θεωρεί φυσιολογικό μητέρα και κόρη να κυκλοφορούν γυμνές λόγω ζέστης στην οικία τους και ότι αυτή (μητέρα) μπορεί να φιλεί την ανήλικη κόρη της σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος της και μάλιστα στη γενετήσια περιοχή και δεν θέλει να παραδεχθεί ότι αυτό αποτελεί λανθασμένη αντίληψη και τακτική που μπορεί να δημιουργήσει νοσηρές καταστάσεις στη ψυχοσωματική ανάπτυξη της ανήλικης.
Περαιτέρω η εν λόγω ψυχίατρος αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της συνάντησης των διαδίκων με αυτή η ανήλικη ήταν απρόσμενα προσκολλημένη στον πατέρα της, με τον οποίο μιλούσε ένθερμα και έπαιζε μαζί του, ενώ δεν υπήρξε καμία βλεμματική επαφή της ανήλικης με τη μητέρα της μολονότι αυτή την επεδίωκε με κάθε τρόπο.
Μάλιστα στην προτροπή της ψυχιάτρου να καθίσει σε παραδίπλα μικρό τραπεζάκι για να ζωγραφίσει με μπογιές αυτή αρνήθηκε, διότι θα ένοιωθε άβολα να απομακρυνθεί από τον πατέρα της. Η δε ανήλικη τραβήχτηκε ακόμη πιο πολύ δίπλα στο πατέρα της και άνοιξε ορθάνοικτα τα μάτια της τη στιγμή που η μητέρα της απάντησε με τη σειρά της στην ερώτηση που υπέβαλε (η ψυχίατρος) και στους δύο γονείς για το πως θα ήθελε ο καθένας να δει τη κόρη τους όταν αυτή θα μεγαλώσει.
Με βάση τα ανωτέρω πρέπει να ανατεθεί στον ενάγοντα η άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης Α.-Α., διότι αυτό επιβάλει το συμφέρον του τέκνου, καθόσον ο πατέρας έχει την ικανότητα αλλά και τη δυνατότητα να τη διαπαιδαγωγήσει σωστά και να συμβάλλει στην ομαλή ψυχοσωματική της ωρίμανση". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως, αφού έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ,που είχε κρίνει διαφορετικά, δέχθηκε την αγωγή του τελευταίου και του ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης κόρης των διαδίκων.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512- 1514 και 1518 ΑΚ, εφόσον με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογείται η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ,ότι το συμφέρον της ανήλικης επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου της στον αναιρεσίβλητο πατέρα της.
Η περιλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, όπως και αυτής του άρθρου 4 του Συντάγματος, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη σ’ αυτές" εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή".Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με σαφήνεια και πληρότητα το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου ,έτσι ώστε καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τον πρώτο επίσης λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγω έλλειψης αιτιολογίας.
Η περιλαμβανόμενη στον πρώτο επίσης αναιρετικό λόγο επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, επειδή το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, περιέχει "αντιφάσκουσες" αιτιολογίες, είναι απαράδεκτη ως αόριστη, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις και ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες.
Εξάλλου, οι επικαλούμενες στα πλαίσια του ίδιου λόγου, ελλείψεις "αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος", (όπως ή ίδια η αναιρεσείουσα, ρητώς αναφέρει στο αναιρετήριο),δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από το ίδιο άρθρο(559αριθμ.19ΚΠολΔ),εφόσον το πόρισμα του Εφετείου, που αποτελούσε και αντικείμενο της διαφοράς, ότι δηλαδή το αληθές συμφέρον της ανήλικης είναι να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου της στον αναιρεσίβλητο πατέρα της, ο οποίος κρίνεται κατάλληλος προς τούτο, είναι σαφές.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ,λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 25/2003), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων(ΑΠ851/2015,1976/2008).Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της περί ακαταλληλότητας του αναιρεσιβλήτου στην άσκηση της επιμέλειας της κόρης τους και περί δικής της καταλληλότητας σ’ αυτήν, οι οποίοι ενισχύονται και από τις πραγματογνωμοσύνες των πραγματογνωμόνων Σ. και Χ. και την έκθεση της κοινωνικής λειτουργού. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε ισχυρισμούς που αποτελούν άρνηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και οι οποίοι συνεπώς δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559αριθμ.8ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα,, κατά το αρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα ,αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το αρθρ. 561§1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ683/2013, 1462/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατ’ άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ (ΑΠ100/2007).Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα, κατ’ επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 12 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, αντίστοιχα α) παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη της από 24-11-2015 έκθεσης του τεχνικού συμβούλου παιδοψυχιάτρου Γ.
Ζ. και της από 11-11-2015 ψυχιατρικής γνωμοδότησης του τεχνικού συμβούλου ψυχιάτρου Σ. Β., με την έννοια ότι απέδωσε σ’ αυτές μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία ,ενώ έδωσε μικρότερη βαρύτητα στην 7/2015 παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη της πραγματογνώμονος παιδοψυχίατρου Ε. Χ. και β) δεν έλαβε υπόψη για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος τα εξής αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα προσκομίσει και επικαλεστεί: 1) τα πρακτικά 982/2013 της εκκαλούμενης απόφασης, 2) το .../2012 Πιστοποιητικό Στρατολογικής Κατάστασης από το οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος στις 13-11-2001 κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση επειδή πάσχει από χρόνια καταθλιπτική συνδρομή, 3) την "ομάδα σχετικών 25";4) την .../4-10-2011 ένορκη βεβαίωση του Π.
Χ., από την οποία προκύπτει η παρακολούθηση της από τον αναιρεσίβλητο,5) "την ομάδα σχετικών 28", 6) τα αντίγραφα βιβλίου συμβάντων του Τμήματος Ασφαλείας Βύρωνα, 7) το ... αντίγραφο εγγραφής βιβλίου αδικημάτων-συμβάντων του άνω ΑΤ για παραβίαση της νομοθεσίας περί ενδοοικογενειακής βίας, παραβίαση δικαστικής απόφασης και παραβίαση των διατάξεων περί απειλής και εξύβρισης και 8) το ερωτηματολόγιο των γονέων που προσκομίσθηκε από την Χ.
και από την παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη από το οποίο προκύπτει η προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου. Ο υπό στοιχείο α ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας εκτιμά ελεύθερα τα προαναφερθέντα έγγραφα και η αποδεικτική βαρύτητα που τους προσδίδει ανήκει στην μη ελεγχόμενη αναιρετικά διακριτική του ευχέρεια.
Ο υπό στοιχείο β ανωτέρω λόγος, όσον αφορά τα με αριθμούς 3 και 5 έγγραφα είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ομοίως δε είναι απαράδεκτος και ως προς τα με αριθμό 6 "αντίγραφα βιβλίου Συμβάντων.."εφόσον και αυτά δεν εξειδικεύονται.
Κατά τα λοιπά, ο ανωτέρω, με αριθμό 2 λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ,ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...."σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές τη ς, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα παραπάνω με αριθμούς 1,2,4,7 και 8.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου(αρθρ.176,183ΚΠολΔ),κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2016 αίτηση της Μ. Α. για αναίρεση της 986/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (Ι.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ