1526/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-1996 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Σ. του Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/1997 μη οριστική, 16/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2006 του Εφετείου Πατρών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1360/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 719/2010 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-3-2011 αίτησή τους και με τους από 10-4-2012 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated1526/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1526 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1526/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Σ. του Ι. και Ε., κατοίκου ..., 2. Χ. Σ. του Ι. και Ε., κατοίκου ... και 3. Φ. Σ. του Ι. και Ε., κατοίκου ..., ως αποκλειστικών εκ διαθήκης κληρονόμων του Ι. Σ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Πεγιάνοβιτς.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Β. Δ., θυγ. Σ. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-1996 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Σ. του Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/1997 μη οριστική, 16/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2006 του Εφετείου Πατρών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1360/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 719/2010 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-3-2011 αίτησή τους και με τους από 10-4-2012 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Εξάλλου η επιταγή του αρθ.340 εδαφ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθηση του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβάλει αυτοί. (ΑΠ 1391/1992 Δνη 35, 1277).
Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1987/2007 Δνη 49, 501). Τέλος, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος (ΑΠ 31/1999 Δνη 40, 572).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης και πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, πρόσθετο λόγο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης, του δικαιοπαρόχου-πατέρα των ήδη αναιρεσειόντων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, κατά τη βάση της ότι η διαθέτις κατά τη σύνταξη της δεν είχε την ικανότητα να διαβάζει χειρόγραφα, και, έτσι, στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η Ζ. Σ., ηλικίας 76 ετών, που απεβίωσε στις 9-7-1994 στην Αθήνα, κάτοικος στη ζωή του χωριού ..., ήταν άγαμη και κάτοχος μεγάλης περιουσίας, που την αποτελούσαν διαμερίσματα στον Πύργο Ηλείας και στην Αθήνα, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και παραθαλάσσια οικόπεδα στην ευρύτερη περιοχή του Πύργου Ηλείας, αλλά και καταθέσεις μετρητών σε Τράπεζες ύψους πολλών εκατομμυρίων δραχμών.
Ο Ι. Σ. (ενάγων) και ο Σ. Σ., πατέρας της εναγομένης, ήσαν πρώτοι εξάδελφοι της Ζ. Σ. και μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς της. Το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1993 η Ζ. Σ., που έπασχε από καρκίνο του μαστού, υποβλήθηκε από τον ανεψιό της Γ. Σ. (πρώτο των εφεσίβλητων), γιο του Ι. Σ., σε χειρουργική αφαίρεση του δεξιού μαστού στην κλινική "ΣΩΤΗΡ" Ν.
Ηρακλείου Αττικής. Μετά την επέμβαση υποβλήθηκε σε ακτινοβολίες, παραμένοντας μέχρι τις αρχές του μηνός Μαρτίου 1994 στην Αθήνα, οπότε και επέστρεψε στο χωριό της όπου έμεινε μέχρι το μήνα Απρίλιο του ιδίου έτους, για να επανέλθει και πάλι στην Αθήνα για περαιτέρω ιατρική παρακολούθηση. Στις 28-4-1994, ευρισκόμενη στην οικία του αδελφού της Σ.
Σ., υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Πατησίων (πρώην Ν.Ι.Κ.Ε), μετά δε τη βελτίωση που παρουσίασε η κατάσταση της υγείας της μετεφέρθηκε στις 17-5-1994 στο Νοσοκομείο "ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ", ώστε να υπάρξει νέος κύκλος ακτινοβολιών, σε μία προσπάθεια για ανάσχεση της εξελίξεως του όγκου, επειδή από την αξονική τομογραφία που της έγινε διαπιστώθηκε ότι από το δεξιό μαστό υπήρχαν μεταστατικά καρκινώματα στον εγκέφαλο και σε διάφορα σημεία του σώματος της.
Στις 19-5-1994 η Ζ. Σ., νοσηλευόμενη στο ανωτέρω νοσοκομείο, συνέταξε δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Μητρέλη, με την παρουσία τριών μαρτύρων. Η διαθήκη αυτή με αριθμό .../19-5-1994 δημοσιεύθηκε στις 23-9-1994 με το 2597/1994 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αυτήν δε εγκαθιστούσε κληρονόμους της τον ενάγοντα Ι.
Σ., τον Σ. Σ. και τον Γ. Σ., τέκνο του πρώτου εξαδέλφου της Α. Σ. που είχε προαποβιώσει. Πέντε ημέρες μετά τη σύνταξη της δημόσιας αυτής διαθήκης και συγκεκριμένα στις 24-5-1994 η Ζ. Σ. μέσα στο θάλαμο νοσηλείας της συνέταξε την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία εγκαθιστά μοναδική κληρονόμο της την εναγομένη, η οποία είναι θυγατέρα του πρώτου εξαδέλφου της Σ.
Σ.. Η διαθήκη αυτή, η οποία έχει γραφεί από το μέσο και προς το δεξιό άκρο ενός λευκού φύλλου μπλοκ σπιράλ με στυλογράφο ρευστής μελάνης έντονης μπλε απόχρωσης (λεπτός μαρκαδόρος), καταλαμβάνοντας είκοσι τέσσερις (24) στίχους στην πρώτη σελίδα και οκτώ (8) στίχους στη δεύτερη, δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία στις 7-9-1994 από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, μετά από αίτηση της εναγομένης Α.
Δ.. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η Ζ. Σ. κατά το χρόνο σύνταξης της παραπάνω διαθήκης της έπασχε από προϊούσα χωροκατακτητική εγκεφαλική μάζα συνεπεία μεταστατικού καρκινώματος του δεξιού μαστού, και ότι λόγω της βαριάς αυτής καταστάσεως της υγείας της δεν ήταν ικανή να διαβάζει χειρόγραφα και, συνεπώς, ήταν ανίκανη να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό του ενάγοντος, από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο απόσπασμα από το βιβλίο πορείας της νόσου της διαθέτιδος, του παραπάνω νοσοκομείου προκύπτει ότι, η τελευταία στις 23-5-1994 εξετάστηκε από τους ακτινοθεραπευτές Ν. Κ. και Σ. Μ. (ο τελευταίος ειδοποιήθηκε από τους συγγενείς της ασθενούς) και αποφασίσθηκε να μη γίνει ακτινοβολία λόγω της πολλαπλότητας των μεταστάσεων και επιδείνωσης της γενικής κατάστασης της διαθέτιδος.
Επίσης ο ιατρός του ίδιου νοσοκομείου Ν. Κ. στο βιβλίο πορείας της νόσου της διαθέτιδος αναγράφει ότι στις 23-5-1994 εξέτασε την ασθενή Ζ. Σ., η οποία είναι τελικού σταδίου, και ότι η ασθενής για το (δυσανάγνωστη λέξη) πρόβλημα της RΤ στην ΣΣ δεν αλγεί, δεν συνεργάζεται στο μηχάνημα και η κατάστασή της είναι βαριά και ότι για τους ανωτέρω λόγους δεν συνιστάται η παρηγορητική RT.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας της διαθέτιδος Ζ. Σ. στις 23-5-1994 ήταν βαριά λόγω των πολλαπλών μεταστάσεων του καρκίνου σε διάφορα ζωτικό της όργανα (ήπαρ, πνεύμονες, εγκέφαλο) και η ακτινοθεραπεία που της γινόταν ήταν πλέον παρηγορητική, εφόσον αυτή βρισκόταν στο τελικό στάδιο και δεν υπήρχε πλέον περίπτωση θεραπείας της.
Αυτό προφανώς είχε διαγνωσθεί και τις προηγούμενες ημέρες και ο ανωτέρω ιατρός (Ν. Κ.) είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις του για τη συνέχιση της θεραπείας με τη διενέργεια ακτινοβολιών και για το λόγο αυτό οι συγγενείς της διαθέτιδος ζήτησαν την εξέταση της από τον ιατρό ακτινοθεραπευτή - ογκολόγο Σ. Μ., ο οποίος συμφώνησε με τη γνώμη του ανωτέρω ιατρού και έτσι διακόπηκε η ακτινοθεραπεία.
Ο τελευταίος αυτός ιατρός στην από 31-5-1994 ιατρική γνωμάτευση του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 23-5-1994 που επισκέφθηκε τη Ζ. Σ., ύστερα από πρόσκληση των συγγενών της, αυτή δεν ήταν σε θέση να μετακινείται ευχερώς, είχε όμως καλή επικοινωνία με το περιβάλλον και διαύγεια πνεύματος. Εξάλλου σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από 11-10-1994 ιατρικό σημείωμα της ιατρού Χ.
Τ., η Ζ. Σ., κατά την είσοδό της στις 26-5-1994 στο διαγνωστικό και θεραπευτικό κέντρο "αττικό θεραπευτήριο" προς συνέχιση της θεραπείας της, είχε όψη πάσχοντος και σχετικά καλή επικοινωνία με το περιβάλλον, μέτρια συνεργασία και διαύγεια πνεύματος. Από τα προαναφερόμενα έγγραφα αποδεικνύεται, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης η διαθέτιδα είχε διαύγεια πνεύματος και ήταν ικανή να διαβάζει χειρόγραφα, είχε δηλαδή την ικανότητα να διαβάζει αυτά που έγραφε και να κατανοεί πλήρως το περιεχόμενό τους.
Η από 10-3-1995 ιατρική γνωμάτευση - βεβαίωση του ιατρού Σ. Ρ., ο οποίος ήταν ιατρός του νοσοκομείου "ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ", όπου νοσηλεύθηκε η διαθέτις από 17-5-1994 έως 26-5-1994, με την οποία βεβαιώνει, μεταξύ άλλων, ότι η κατάσταση της υγείας της τελευταίας παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι τις 23-5-1994, οπότε κατά την πρωϊνή ιατρική επίσκεψη διαγνώσθηκε αιφνίδια επιδείνωση της γενικής κατάστασης της συνοδευόμενη από σύγχυση, λήθαργο και μη συνειδητή συνεργασία με το περιβάλλον, οφειλόμενη στην προϋπάρχουσα προϊούσα χωροκατακτητική επεξεργασία (καρκινικές μεταστάσεις στον εγκέφαλο), ως προς την περιγραφή της καταστάσεως της υγείας της διαθέτιδος και ιδίως προς την εκτίμηση του ότι το πρωί της 23-5-1994 ήταν σε κατάσταση συγχύσεως - λήθαργου και μη συνειδητής συνεργασίας με το περιβάλλον δεν κρίνεται αληθής, καθόσον δεν επιβεβαιώνεται από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, εάν ήταν αλήθεια τα παραπάνω αναφερόμενα στην από 10-3-1995 ιατρική γνωμάτευση - βεβαίωση του ιατρού Σ. Ρ., αυτός θα το ανέγραφε και στο οικείο βιβλίο του νοσοκομείου, στο οποίο νοσηλευόταν η διαθέτις, αφού, όπως ο ίδιος καταθέτει, εξεταζόμενος ως μάρτυρας του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι σημειώσεις στο βιβλίο με την ένδειξη "πορεία νόσου της ασθενούς" είναι γραμμένες από τον ίδιο (βλ.
τέλος 3ου φύλλου της 152/1998 εισηγητικής έκθεσης). Όπως όμως προαναφέρθηκε, στο βιβλίο αυτό ο ίδιος έγγραψε ότι αποφασίσθηκε να μη γίνει ακτινοβολία "λόγω της πολλαπλότητας των μεταστάσεων και επιδείνωσης της γενικής καταστάσεως της ασθενούς". Εάν, επομένως, η διαθέτις την ημέρα αυτή (23-5-1994) βρισκόταν στην κατάσταση που περιγράφει στην μετά ένα χρόνο περίπου δοθείσα στον ενάγοντα παραπάνω ιατρική βεβαίωση -γνωμάτευση, οπωσδήποτε θα την ανέγραφε στο τηρούμενο από το παραπάνω νοσοκομείο βιβλίο πορείας της νόσου της διαθέτιδας, αφενός μεν διότι υπήρχε ραγδαία επιδείνωση της γενικής κατάστασης της σε σχέση με τις προηγούμενες ημέρες, όπου η κατάσταση της κρίνεται "καλή", αφετέρου δε για να ενισχύσει την απόφαση διακοπής της ακτινοθεραπείας.
Εξάλλου, αν η διαθέτις το πρωί της 23-5-1994 βρισκόταν σε λήθαργο και δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, δεν είχε κανένα νόημα να επιτρέψει ο ενάγων, ο οποίος ήταν παρών, στις επισκέπτριες Ε. Α. και Ε. Α. - Ψ., δικηγόρο και συμβολαιογράφο Πύργου, αντίστοιχα, να παραμείνουν με τη διαθέτιδα. Οι τελευταίες εξεταζόμενες ως μάρτυρες της εναγομένης, καταθέτουν, ότι, όταν επισκέφθηκαν την ασθενή Ζ.
Σ., που τη γνώριζαν από τον Πύργο, - η πρώτη από αυτές μάλιστα είχε χειρισθεί υποθέσεις της σχετικά με την αποδοχή και τη δήλωση φόρου κληρονομιάς του αδελφού της Σ. -, η ασθενής είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος, χάρηκε που τις είδε και όταν ο ενάγων και οι Σ. και Γ. Σ. βγήκαν από το θάλαμο νοσηλείας της, εκμυστηρεύθηκε στις δύο γυναίκες ότι πριν λίγες ημέρες είχε πιεσθεί να συντάξει διαθήκη ενώπιον συμβολαιογράφου και μαρτύρων και για το λόγο αυτό ζήτησε από την μάρτυρα Ε.
Α. -Ψ. λόγω της ιδιότητας της ως συμβολαιογράφου, να της συντάξει νέα διαθήκη. Ότι η τελευταία της απάντησε πως δεν μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο, διότι ήταν εκτός έδρας, της εξήγησε όμως ότι μπορούσε η ίδια να γράψει μόνη της τη διαθήκη της, αρκεί μόνο να την έγραφε όλη με το χέρι της, αναγράφοντας ημερομηνία και θέτοντας την υπογραφή της και ότι στη συνέχεια αυτές αποσύρθηκαν διακριτικά στον εξώστη του δωματίου και παρέμεινε κοντά στην ασθενή μόνο η αποκλειστική νοσοκόμα, η οποία την ανασήκωσε και της κρατούσε ένα περιοδικό, πάνω στο οποίο ακούμπησε η Ζ.
Σ. ένα φύλλο χαρτί και έγραψε την επίμαχη διαθήκη. Η κατάθεση των ανωτέρω μαρτύρων της εναγομένης ιδίως ως προς την κατάσταση της πνευματικής υγείας της διαθέτιδος, συμπίπτει με την απολογία της Α. Μ., που εκτελούσε χρέη αποκλειστικής νοσοκόμας της διαθέτιδος κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, ενώπιον της Ανακρίτριας του IIου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατηγορούμενης για τα αδικήματα της απλής συνέργειας σε πλαστογραφία με χρήση από κοινού με σκοπό περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 1717/2002 βούλευμά του, που κατέστη αμετάκλητο, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτού με την 1400/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον της για τις άνω πράξεις.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται, ότι τα μεταστατικά καρκινώματα στον εγκέφαλο και σε διάφορα σημεία του σώματός της δεν επηρέασαν την κατάσταση της πνευματικής υγείας της διαθέτιδος Ζ. Σ. και ότι η τελευταία, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, ήταν ικανή να διαβάζει χειρόγραφα, δηλαδή είχε τη δυνατότητα να διαβάζει αυτό που έγραφε και να κατανοεί πλήρως το περιεχόμενο τους.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το συνομολογούμενο γεγονός των γραμματικών γνώσεων της διαθέτιδος (ήταν απόφοιτος του Σχολαρχείου) καθώς και από το αποδεικνυόμενο γεγονός ότι αυτή δεν είχε κάποια πάθηση των οφθαλμών της, η οποία την εμπόδιζε να διαβάζει τα γραφόμενα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης του δικαιοπαρόχου-πατέρα των ήδη αναιρεσειόντων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, κατά τη βάση της ότι η διαθέτις κατά τη σύνταξη της ιδιόγραφης διαθήκης δεν είχε την ικανότητα να διαβάζει χειρόγραφα, έπρεπε ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Ακολούθως και μετά την αναίρεση της 24/2006 απόφασης του με την 1360/2008 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που την είχε κάνει δεκτή και ως προς τη βάση της αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η διαθέτις Ζ. θυγ. Β. Σ. κατά το χρόνο (24-5-1994) σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης είχε την ικανότητα να διαβάζει χειρόγραφα.
Επομένως, οι ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους ίδιους αναιρετικούς λόγους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε κυρίως στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια της εναγομένης, στις οποίες απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία σε σχέση με τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος και δικαιοπαρόχου αυτών.
Οι λόγοι αυτοί αναφορικά με τις πιο πάνω αιτιάσεις τους είναι απαράδεκτοι, επειδή η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν, εναπόκειται στην κυριαρχικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα πού έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά - πράγματα- ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.
Οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης και πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος, επομένως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι η διαθέτις κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης είχε την ικανότητα να διαβάζει χειρόγραφα, δηλαδή δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων αποδείξεων (ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων, έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, εγγράφων).
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο λόγο της αναίρεσης και πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετο λόγο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι η διαθέτις κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης είχε την ικανότητα να διαβάζει χειρόγραφα, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα σ'αυτούς ειδικότερα μνημονευόμενα (κατά τρόπο ορισμένο) αποδεικτικά μέσα:
α)τις καταθέσεις των μαρτύρων Φ. Σ. και Σ. Ρ. (που περιλαμβάνονται στην Εισηγητική Έκθεση), β)το Δελτίο πορείας νόσου από 18-5-1994 έως 26-5-1994, γ)το Δελτίο πορείας νόσου ακτινοθεραπευτικού της 23-5-1994, δ)την ένορκη βεβαίωση (υπ' αρ. 552/1995) της Σ. Τ. και ε)την ένορκη βεβαίωση (υπ' αρ. 561/1995) της Ε. Σ.. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το αμέσως παραπάνω ζήτημα και "από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιέχονται στις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες από τους διαδίκους 139/2007, 152/1998 και 214/1999 εισηγητικές εκθέσεις, οι οποίες (καταθέσεις) εκτιμώνται η καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και ως προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατά το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα...και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσάγουν οι διάδικοι, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης".
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και, επομένως, οι πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
IV. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η διαθέτις κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης είχε την ικανότητα να διαβάζει χειρόγραφα, αγνοώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αν τα ελάμβανε υπόψη, θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση και κατά τα οποία "καρκινοπαθής, με μετάσταση στον εγκέφαλο, και μάλιστα, ετοιμοθάνατος, "τελικού σταδίου" (σύμφωνα και με το δελτίο "ΠΟΡΕΙΑΣ ΝΟΣΟΥ" του "ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΥ" του ιδίου ως άνω Νοσοκομείου, της 23.5.1994), σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να μπορεί να αναγιγνώσκει χειρόγραφα". Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι η ύπαρξη της νόσου του καρκίνου, έστω και προχωρημένου βαθμού, που εδέχθη και το Εφετείο στην ένδικη διαφορά στο πρόσωπο της διαθέτιδος, δεν επάγεται, καθεαυτή απώλεια της συνειδήσεως ή της χρήσεως του λογικού ή αδυναμία αναγνώσεως χειρογράφου κατά τους γενικώς στην ιατρική επιστημονική κοινότητα κρατούντες κανόνες.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο και κατ' ορθή εκτίμηση του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον ουσιώδη ισχυρισμό τους ότι η διαθέτις κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης δεν είχε την ικανότητα να διαβάζει χειρόγραφα ως ουσία αβάσιμο "με τις ίδιες ακριβώς ανεπαρκείς αιτιολογίες και αποδείξεις που είχε λάβει υπόψη και η προηγούμενη απόφαση της ουσίας που είχε αναιρεθεί" και με "επιλεκτική επεξεργασία του αποδεικτικού υλικού και, προεχόντως, από τη χρήση αυτούσιων ολόκληρων τμημάτων της πρώτης εφετειακής απόφασης (πρόκειται για πιστή αντιγραφή τους), ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ, χωρίς αναφορά και ειδική εκτίμηση κάποιου άλλου αποδεικτικού στοιχείου (ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΛΛΟ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ που να θεμελιώνει ευθέως την ικανότητα αναγνώσεως χειρογράφων, της διαθέτιδας), καθίσταται βέβαιο ότι το εκδόσαν την αναιρεσιβαλλόμενη Δικαστήριο κατέληξε σε ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΑ ΜΟΝΟ νέα κρίση, ήτοι σε ΚΑΜΙΑ ΝΕΑ ΚΡΙΣΗ επί της ουσίας ...", δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση (1360/2008) του παρόντος δικαστηρίου, το οποίο παρέπεμψε τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων προς εξέταση στο ως άνω δικαστήριο (Εφετείο).
Ο ερευνώμενος όμως αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξέτασε αυτοτελώς τον ουσιώδη αυτόν ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί του ότι η διαθέτις κατά το χρόνο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης δεν είχε την ικανότητα να διαβάζει χειρόγραφα και τον απέρριψε ως ουσία αβάσιμο, καταλήγοντας στο σχετικό σαφές πόρισμά του με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όπως εκτίθενται παραπάνω, συμμορφούμενο έτσι, προς την ως άνω αναιρετική απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2011 αίτηση του Γ. Σ. κ.λπ. για αναίρεση της 719/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών, καθώς και τους από 10-4-2012 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡOΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ