Legislator Case Law & Legislation
1526/2011 AI generated

1526/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1526/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Νοεμβρίου 2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 341/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2430/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των παραπάνω απόφασεων ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία, με την από 21 Απριλίου 2010 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1526/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολομ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1526 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 15262011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI LIFE Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Κυριακή Τζωρτζίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιστικό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Νοεμβρίου 2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 341/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2430/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των παραπάνω απόφασεων ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία, με την από 21 Απριλίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 23 Αυγούστου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σε περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΑΠ 1253/2008, ΑΠ889/2011, ΑΠ769/2008).

Επομένως η αναίρεση, καθ' ό μέρος ασκείται κατά της υπ' αριθμό 341/2006 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία, μετά την απόρριψη της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής, ενσωματώθηκε στην εφετειακή, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 889/2011).- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, η οποία θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων, αλλά και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, η οποία τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολομ.

ΑΠ 8/2001, ΑΠ364/2011, ΑΠ9/2010,ΑΠ265/2009). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.

ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 36.1/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι ο ανακόπτων προσλήφθηκε στις 1-8-1996 από την καθ' ής ασφαλιστική εταιρεία, δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διαρκείας, ως περιφερειακός διευθυντής ανάπτυξης.

Παλαιότερα δε ο ανακόπτων είχε εργασθεί από το 1986 έως το 1990 ως ασφαλιστικός σύμβουλος και από το έτος 1990 έως το 1996 ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων. Στις 9/4/2003 ο ανακόπτων παραιτήθηκε οικειοθελώς από της εργασίας του προς την καθ' ής, η οποία απεδέχθη την παραίτηση αυτή και λύθηκαν οι μεταξύ τους υφιστάμενες συμβάσεις, ήτοι της εξηρτημένης εργασίας και των δύο μισθώσεων έργου (διάθεση μεριδίων, αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειριζόταν η καθ' ής), που τον συνέδεαν με αυτή και με τις θυγατρικές της εταιρείες.

Συνήφθη δε και το από 9/4/2003 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ρυθμίζονταν οι μεταξύ των διαδίκων οικονομικές διαφορές. Κατά τη διάρκεια που ο ανακόπτων παρείχε την εργασία του, ως περιφερειακός διευθυντής ανάπτυξης στην καθ' ής, εγγυήθη ως πρωτοφειλέτης, στην από 15/1/2002 έγγραφη σύμβαση συνάψεως δανείου ποσού 17.608,00 ευρώ, που συνήφθη μεταξύ της καθ' ής και άλλου σε αυτή εργαζομένου ονόματι Μ.

Μ., υπέρ του τελευταίου. Με τη σύμβαση αυτή ο δανειολήπτης εργαζόμενος θα αποπλήρωνε το δάνειο με τοκοχρεωλυτικές δόσεις και συνεφωνήθη (όρος 3) ότι σε περίπτωση που αυτός δεν καταβάλει έστω και μία δόση, καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό του δανείου. Η τελευταία δόση έπρεπε να καταβληθεί από τον ως άνω εργαζόμενο στην καθ' ής στις 29/9/2003.

Χάριν εξασφάλισης του δανείου, η καθ' ής εξέδωσε μία λευκή συναλλαγματική ως προς όλα τα στοιχεία της, πλην του ποσού και των υπογραφών αυτής, του αποδέκτη εργαζομένου και του ανακόπτοντος τριτεγγυητού. Συνεφωνήθη δε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι, η συναλλαγματική αυτή θα συνεπληρούτο ως προς τα ελλείποντα στοιχεία της, από την καθ' ής.

Στις 4/6/2004 λύθηκε η μεταξύ αυτής και του ως άνω δανειολήπτη εργαζομένου σύμβαση εργασίας. Καθ' όλο δε το χρονικό διάστημα που αυτός εργαζόταν, καίτοι δεν είχε καταβάλει καμμία τοκοχρεωλυτική δόση του δανείου, εν τούτοις η καθ' ής, δεν επεδίωξε την είσπραξη αυτών από τις χορηγούμενες προς αυτόν αμοιβές, για την εκτέλεση της εργασίας του, ούτε .αξίωσε την επιστροφή ολοκλήρου του ποσού του δανείου, κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, παρά τις σχετικές υποδείξεις συνεργατών της, όπως του Ν.

Σ., με την από 11/8/2003 επιστολή του προς την καθ' ής. Μετά την αποχώρηση του δανειολήπτη εργαζομένου εκ της εργασίας του, λόγω λύσεως της σχέσης αυτής, η καθ' ής συνεπλήρωσε την προμνησθείσα λευκή συναλλαγματική, ως προς τα ελλείποντα στοιχεία της, και με βάση αυτή προέβη στην υποβολή σχετικής αίτησης ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εξεδόθη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εις βάρος του ανακόπτοντος τριτεγγυητού της εν λόγω συναλλαγματικής.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καθώς και τις ρητές καταθέσεις των δύο μαρτύρων του ανακόπτοντος -σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο ως άνω αποδεικτικό υλικό- που καταθέτουν ότι η καθ' ής επεδίωξε να εκδώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εις βάρος του ανακόπτοντος για ολόκληρο το ποσό του δανείου, προκειμένου να εκδικηθεί αυτόν, επειδή αυτός παραιτήθηκε της εργασίας του προς αυτή και παρέχει τις υπηρεσίες του, ως περιφερειακός διευθυντής ανάπτυξης, στην ανταγωνιστική προς αυτήν ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΚΑΣ", αποδεικνύεται, κατά την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο, ότι το επίδικο δικαίωμα η καθ' ής το ασκεί, σύμφωνα με τη μείζονα πρόταση, καταχρηστικώς, επειδή η άσκηση αυτού γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως νόμιμα και βάσιμα και ο ανακόπτων διαλαμβάνει στον σχετικό λόγο της ανακοπής, τον οποίο η εκκαλουμένη είχε δεχθεί ως βάσιμο και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Ακολούθως απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν τούτων ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ δεν παραβίασε αυτή του άρθρου 32 του Ν. 5325/1932. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, οι πρώτος δεύτερος και πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, ο ανακόπτων, με το σύνολο αυτής και ειδικώτερα με τον τέταρτο λόγο αυτής, ζήτησε να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής και για το λόγο ότι η καθής άσκησε καταχρηστικώς την αξίωσή της κατ' αυτού, ώστε το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε.

Επομένως ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 701/2008).

Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994 και 2479/1997, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ. ΑΠ 12/1991).

Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις διαδικασίες των μονομελών πρωτοδικείων (ΑΠ 1248/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 418/5,7, ΑΠ 555/93). Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 § 7 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικ. από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, δηλαδή η οριστική απόφαση εκδόθηκε με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-4-2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI LIFE A.E.A.ΖΩΗΣ" περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 2430/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμό 341/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011.-

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ