Supreme Court allows appeal against second instance judgment for procedural errors and failure to consider evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by a company in liquidation against a second-instance judgment dismissing their lawsuit. The appellants argued that the lower court incorrectly failed to consider specific documents submitted by the defendants, violating procedural rules regarding evidence. The court found these arguments valid and ordered the case remitted to a new panel of judges for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court fails to consider evidence submitted by the opposing party, and such a judgment must be set aside and remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1525 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1525/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας με την επωνυμία Α. Π. ΕΠΕ, που εδρεύει στην Αθήνα, τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Π. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κοντοζαμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π. του Α., κατοίκου ... και 2) εταιρείας με την επωνυμία PRECISA ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΕΙΔΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χατζηγιαννάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σταθόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1386/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 762/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-5-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 577 ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 64 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα νομικά πρόσωπα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί, κατά δε το άρθρο 73 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 62 έως 72. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72 ΑΚ, 18 ΕμπΝ, 46 και 47 ν. 3190/1955, 62 και 286 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η λύση του νομικού προσώπου της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθαρίσεως. Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο (ΑΠ 1296/2023, ΑΠ 1757/2014, ΑΠ 216/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναιρέσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ και να καθορίζονται σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 1172/2008).
Εξάλλου, το άρθρο 26 §§ 1, 2 του Ν. 3190/1955 ορίζει ότι "1. Οι διαχειρισταί ευθύνονται εις αποζημίωσιν, εφόσον δε ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, έναντι της εταιρίας, εκάστου των εταίρων και των τρίτων δια παραβάσεις του παρόντος νόμου και του καταστατικού ή δια πταίσματα περί την διαχείρησιν αυτών. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αξίωσις των κατ' ιδίαν εταίρων και των τρίτων δύναται ν' ασκηθεί εφόσον η συνέλευσις των εταίρων απέρριψε πρότασιν περί εγέρσεως αγωγής εκ μέρους της εταιρίας, ή εφόσον δεν ελήφθη απόφασις της συνελεύσεως εντός ευλόγου χρόνου".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι διαχειριστές της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ευθύνονται σε αποζημίωση, αν δε ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, απέναντι στην εταιρία, στους εταίρους και στους τρίτους για παραβάσεις του νόμου, του καταστατικού ή για πταίσματα κατά την διαχείριση. Στην περίπτωση αυτήν η συνέλευση των εταίρων μπορεί να αποφασίσει την μη απαλλαγή των υπαιτίων από την ευθύνη ή και την ενάσκηση των αξιώσεων της εταιρίας κατ' αυτών για αποζημίωση με την άσκηση κατ' εκείνων της εταιρικής αγωγής (άρθρο 14 § 2 στοιχ.
β' και δ' Ν. 3190/1955). Δύναται όμως η συνέλευση και όταν ο διαχειριστής εζημίωσε υπαιτίως την εταιρία, να τον απαλλάξει από κάθε ευθύνη για αποζημίωση, να παραιτηθεί από τις εναντίον του αξιώσεις ή να αποφασίσει την μη ενάσκηση της εταιρικής αγωγής. Όταν όμως δεν αποκαθίσταται η ζημία της εταιρικής περιουσίας, τελικώς ζημιώνονται εμμέσως οι εταίροι, αλλά ενδεχομένως και οι εταιρικοί δανειστές, σε περίπτωση κατά την οποίαν η εταιρική περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή των.
Ο νόμος 3190/1955 έλαβε υπόψη το συμφέρον των προσώπων αυτών και με τις διατάξεις του άρθρου 26 επεξέτεινε την ευθύνη των διαχειριστών απέναντι στους εταίρους αλλά και στους τρίτους. Βεβαίως, η ευθύνη των διαχειριστών απέναντι στα ως άνω πρόσωπα έχει επικουρικό χαρακτήρα, ενεργοποιείται δηλαδή μόνον εφόσον δεν ασκηθεί η εταιρική αγωγή από την εταιρία.
Έτσι, εφόσον η συνέλευση των εταίρων αποφασίσει την μη έγερση κατά των διαχειριστών της εταιρικής αγωγής ή δεν λάβει απόφαση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, κάθε εταίρος αλλά και κάθε τρίτος μπορούν να ασκήσουν την εταιρική αγωγή με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως στην εταιρία, ως μη δικαιούχοι διάδικοι (ΑΠ 807/2022, ΑΠ 1141/2018, ΑΠ 1280/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, 1) Α. Π. και 2) Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Α. Π. ΕΠΕ", άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, 1) Ν. Π. και 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "PRECISA ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΕΙΔΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", την από 16.5.2011 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθεταν ότι η δεύτερη ενάγουσα ΕΠΕ συστάθηκε το έτος 1981 με καταστατικό σκοπό την αντιπροσώπευση οίκων εσωτερικού και εξωτερικού, την εκτέλεση εισαγωγών και εξαγωγών παντός αντικειμένου, το εμπόριο σιδηρικών - εργαλείων, ειδών καγκελαρίας κ.λ.π.
Ότι μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του καταστατικού της, με τελευταία αυτή που έλαβε χώρα το έτος 2003, μόνοι εταίροι είναι η πρώτη από αυτές και η πρώτη εναγομένη με ποσοστό 50% η κάθε μία, οι οποίες και ορίστηκαν συνδιαχειρίστριες, με δικαίωμα να ενεργούν είτε από κοινού είτε και μεμονωμένα. Ότι δυνάμει ρητού όρου του καταστατικού της δεύτερης των εναγουσών επεκτάθηκε η απαγόρευση μη ανταγωνισμού της εταιρίας και στους εταίρους αυτής.
Ότι η πρώτη των εναγόμενων, προφασιζόμενη τα προβλήματα που η ίδια δημιουργούσε στις μεταξύ τους σχέσεις, στις 6-11-2009 παραιτήθηκε από την συνδιαχείριση της εταιρίας, με αίτησή της δε απευθυνόμενη στο παρόν Δικαστήριο προηγουμένως είχε ζητήσει την λύση της δεύτερης των εναγουσών εταιρίας, ενώ ο πραγματικός της σκοπός ήταν να ξεκινήσει να αναπτύσσει κρυφά από την ίδια (πρώτη ενάγουσα) ανεξάρτητη επιχειρηματική δραστηριότητα με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο δραστηριότητας με την δεύτερη των εναγουσών, ανταγωνιζόμενη αθέμιτα αυτήν, με περαιτέρω σκοπό την βλάβη της.
Ότι βάσει του ανωτέρω σχεδίου της και καθ' ον χρόνο αυτή (πρώτη των εναγομένων) ασκούσε καθήκοντα συνδιαχείρισης και παρέμενε και εταίρος, προέβη σε υπαίτιες παραβάσεις του νόμου και του καταστατικού, από τις οποίες επήλθε άμεση ζημία στην δεύτερη των εναγουσών εταιρία και συγκεκριμένα παράνομα και αθέμιτα μεθόδευσε 1) την αποδυνάμωση της δεύτερης εξ αυτών εταιρίας μέσω της απόλυσης υπαλλήλων της, 2) την λύση της, 3) εν συνεχεία δε, υποκρυπτόμενη πίσω από τον τυπικά φαινόμενο κατά το καταστατικό της δεύτερης εναγόμενης διαχειριστή, Σ.
Π., την ίδρυση της δεύτερης των εναγομένων μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με καταστατικό σκοπό ίδιο με αυτόν της δεύτερης εξ αυτών, στην οποία μετάφερε όλα τα εμπορικά απόρρητα της τελευταίας ενάγουσας και την συσσωρευμένη τεχνογνωσία της, καθώς και τους προηγουμένως απολυθέντες υπαλλήλους της δεύτερης εταιρίας, και τέλος 4) την δόλια απόσπαση της επί σειρά ετών βασικής πελάτισσας της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "CISA SpA".
Ότι πλέον ειδικότερα η πρώτη των εναγομένων, ενόσω είχε την ιδιότητα της συνδιαχειρίστριας της δεύτερης εξ αυτών, προέβη στις κάτωθι αθέμιτες και παράνομες πράξεις: α) το έτος 2007 απέλυσε παράνομα και αθέμιτα τον μοναδικό υπάλληλο της δεύτερης εξ αυτών, ο οποίος ασχολείτο με τον τομέα της εμπορίας ξενοδοχειακού εξοπλισμού, Χ.
Κ., με σκοπό να αποδυναμώσει τον σχετικό τομέα και να πλήξει αυτήν (την εταιρεία), αποτέλεσμα δε της απόλυσης αυτής ήταν η δεύτερη εξ αυτών, η οποία το έτος 2007 είχε κέρδος 66.991,43 € από τον ως άνω τομέα, να υποστεί σταδιακή μείωση των κερδών της, και να απωλέσει συνολικά το ποσό των 147.825,59 ευρώ, το οποίο μετά βεβαιότητας θα αποκέρδαινε κατά τα αναφερόμενα έτη, β) απέσπασε αθέμιτα από την δεύτερη εξ αυτών τις υπαλλήλους Ξ.
Π. και Ε. Κ., οι οποίες ασχολούνταν αποκλειστικά με την αντιπροσωπεία "CISA SpA", απολύοντας αυτές αναιτιολόγητα και προσλαμβάνοντας αυτές διαδοχικά στην δεύτερη των εναγομένων, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η δεύτερη εξ αυτών με το συνολικό ποσό των 52.021,73 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε σε αυτές (υπαλλήλους) ως αποζημίωση απόλυσης, γ) μεθόδευσε την λύση της συνεργασίας της δεύτερης εξ αυτών με την ως άνω αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "CISA SpA", με αποτέλεσμα να απωλέσει αυτή κέρδη, που μετά βεβαιότητας θα αποκέρδαινε την επόμενη πενταετία από την λήξη της σύμβασης με την ως άνω εταιρία ετησίως, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό του (200.000 ευρώ ετησίως X 5 έτη =) 1.000.000 ευρώ και δ) τέλος, από τις ως άνω ενέργειες της πρώτης των εναγομένων επλήγη η φήμη και η πίστη της δεύτερης εξ αυτών εταιρίας.
Επιπλέον ότι η δεύτερη των εναγόμενων εταιρία ανταγωνίζεται αθέμιτα και παράνομα την δεύτερη εξ αυτών, εκμεταλλευόμενη αθέμιτα την οργανωτική δομή της, τις επιχειρηματικές επαφές της με πελάτες, την προώθηση και διαμόρφωση των προϊόντων της εταιρείας "CISA SpA" και γενικότερα την τεχνογνωσία της ιδίας (δεύτερης ενάγουσας) όσον αφορά στην πώληση των προϊόντων της εταιρείας "CISA SpA", μέσω των ως άνω παράνομων ενεργειών της πρώτης των εναγόμενων και την γνωστοποίηση από μέρους της όλων των εμπορικών απορρήτων της δεύτερης εξ αυτών.
Ότι κατά τις έκτακτες γενικές συνελεύσεις των εταίρων της δεύτερης εξ αυτών με θέμα την λήψη απόφασης για την άσκηση αγωγής σε βάρος της πρώτης των εναγομένων - πρώην συνδιαχειρίστριας δεν λήφθηκε σχετική απόφαση, λόγω άρνησης της πρώτης των εναγομένων για την έγερση αυτής, με αποτέλεσμα πλέον η πρώτη εξ αυτών να νομιμοποιείται ενεργητικά υπό την ιδιότητά της ως εταίρου της δεύτερης εταιρίας να ασκήσει ως μη δικαιούχος διάδικος την ένδικη αγωγή για λογαριασμό της δεύτερης εξ αυτών.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησαν, α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία, στην δεύτερη των εναγουσών το ως άνω ποσό (κονδύλιο γ) του 1.000.000 ευρώ, β) να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να καταβάλει στην δεύτερη των εναγουσών ΕΠΕ το ως άνω συνολικό ποσό (κονδύλια α, β και δ) των 299.847,32 ευρώ, και γ) να υποχρεωθεί η δεύτερη των εναγομένων να καταβάλει στην δεύτερη ενάγουσα το ως άνω ποσό (κονδύλιο δ) των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Άλλως και επικουρικά, και δη υπό την αίρεση της απόρριψης της αγωγής, κατά το μέρος που επιδιώκεται μ' αυτήν η ικανοποίηση της απαίτησης της δεύτερης ενάγουσας κατά της πρώτης εναγομένης, ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 649.923,666 (κατά το ποσοστό συμμετοχής της στην εταιρεία), λόγω της αντανακλαστικής ζημίας, την οποία υπέστη από τις εκτιθέμενες παράνομες ενέργειες της πρώτης των εναγομένων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 1386/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: 1) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή, καθ' ο μέρος αφορά στην πρώτη των εναγουσών ατομικά, λόγω ακυρότητας του ένδικου δικογράφου, εξαιτίας της άσκησης της αγωγής υπό την αίρεση της απόρριψης αυτής ως προς την δεύτερη ενάγουσα, και σε κάθε περίπτωση ως μη νόμιμη, λόγω του ότι δεν πρόκειται για άμεσα ζημιωθείσα, 2) απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το ως άνω υπό στοιχείο α' κονδύλιο, ύψους 147.825,59 ευρώ, και 3) κατά τα λοιπά κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, μετά δε από ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο το ως άνω υπό στοιχείο γ' κονδύλιο, ύψους 1.000.000 ευρώ, και έγινε εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη η αγωγή ως προς την δεύτερη ενάγουσα ΕΠΕ και υποχρεώθηκαν η μεν πρώτη εναγόμενη (Ν.
Π.) να της καταβάλει το ποσό των 52.021,73 ευρώ, που αντιστοιχεί στο υπό στοιχείο β' κονδύλιο, η δε δεύτερη εναγόμενη μονοπρόσωπη ΕΠΕ το ποσό των 80.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (κονδύλιο δ'). Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι και δη α) η πρώτη εναγομένη άσκησε την από 30-6-2016 έφεση κατά των εναγουσών, β) η δεύτερη εναγομένη άσκησε την από 4-7-2016 έφεση κατά των εναγουσών, και γ) οι ενάγουσες άσκησαν την από 28-9-2016 έφεση κατά των εναγομένων, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθ. 762/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές όλες οι εφέσεις και ως ουσία βάσιμες, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή, η οποία α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς την πρώτη των εναγουσών (Α.
Π.), καθ' ο μέρος προβάλλει ατομική αξίωσή της, λόγω ακυρότητας του ένδικου δικογράφου, εξαιτίας της άσκησης της αγωγής υπό την αίρεση της απόρριψης αυτής ως προς την δεύτερη ενάγουσα, και σε κάθε περίπτωση ως μη νόμιμη, λόγω του ότι δεν πρόκειται για άμεσα ζημιωθείσα, β) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή ως προς την δεύτερη των εναγομένων, με την αιτιολογία ότι η πρώτη των εναγομένων (Ν.
Π.) δεν ενάγεται ούτε ως καταστατικό όργανο της δεύτερης των εναγομένων μονοπρόσωπης ΕΠΕ ούτε ως πρόσωπο που αντλεί την εξουσία αντιπροσώπευσης της ΕΠΕ υπό άλλη ιδιότητα στο καταστατικό προσδιοριζόμενη, ούτε ως ενεργούσα εμφανείς πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης της μονοπρόσωπης ΕΠΕ, αλλά ούτε και ως προστηθείσα του τελευταίου νομικού προσώπου, ώστε να είναι δυνατή η εναγωγή της με την διάταξη του άρθρου 71 ή 922 του ΑΚ, αλλά της αποδίδεται η ιδιότητα του de facto διαχειριστικού οργάνου της εναγομένης μονοπρόσωπης ΕΠΕ, ιδιότητα που δεν αρκεί για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 71 του ΑΚ, πολλώ δε μάλλον διότι δεν επικυρώνει και περιστατικά άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, γ) απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το ως άνω υπό στοιχείο α' κονδύλιο, ύψους 147.825,59 ευρώ, και δ) κατά τα λοιπά κρίθηκε νόμιμη ως προς όλες τις ως άνω συρρέουσες νομικές της βάσεις, μετά δε από την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς την δεύτερη των εναγομένων, έγινε εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη ως προς την πρώτη των εναγομένων (Ν.
Π.), ως ειδική πλαγιαστική αγωγή του άρθρου 26 παρ.1 του νόμου 3190/1955, και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στη δεύτερη των εναγουσών το συνολικό ποσό των 52.021,73 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής και μέχρις την εξόφληση. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι ενάγουσες με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, για τους λόγους που διαλαμβάνονται σ' αυτήν.
Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τους αρ. 1, 11γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης, παρά το νόμο, μη λήψεως υπόψη των από 15.12.2008, 6.3.2009, 20.3.2009 και 24.3.2009 εκτυπώσεων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η απορριπτική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης επί της αγωγής τους κατά της πρώτης εναγομένης, με την αιτίαση της ευθείας άλλως εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 914, 919 ΑΚ, 1 και 16 του ν.146/1914, 20 και 26 του ν. 3190/1955 και με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠοΔ, προσβάλλεται η απορριπτική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης επί της αγωγής τους κατά της δεύτερης εναγομένης, με την αιτίαση της ευθείας άλλως εκ πλαγίου παραβίασης των αυτών ως άνω διατάξεων.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε παραδεκτά ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία λύθηκε με την υπ' αριθ. 2200/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έγινε τελεσίδικη κατόπν απορρίψεως, με την υπ' αριθ. 3790/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, της κατ' αυτής ασκηθείσας έφεσης και έκτοτε τελεί υπό εκκαθάριση, καθόσον, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα από τις αναιρεσείουσες έγγραφα, μετά την από 16.9.2019 αίτηση της δεύτερης αναιρεσείουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1265/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διορίσθηκε προσωρινή εκκαθαρίστρια της υπό εκκαθάριση τελούσας πρώτης αναιρεσείουσας η δεύτερη αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, κατά τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (12.5.2021), η πρώτη αναιρεσείουσα, Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Α. Π. ΕΠΕ", δεν εστερείτο διοίκησης και εκπροσώπησης, ούτε και της ικανότητας να είναι διάδικος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη αναιρεσείβλητη με τις από 4.11.2022 προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε την 7.11.2022 ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, ενόψει της αρχικά προσδιορισθείσας για την 28.11.2022 δικασίμου, και ως εκ τούτου παραδεκτά ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα.
Σημειωτέον ότι ήδη και η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμμένει στον άνω ισχυρισμό της, καθόσον στις από 25.10.2023 συμπληρωματικές της προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε την 26.10.2023 ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, δεν κάνει καμία νύξη περί τούτου, περιοριζόμενη μόνο στον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, ήτοι την Α.
Π., επικαλούμενη ότι στην αίτηση αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται κανένας λόγος σχετικά με την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που ασκήθηκε ατομικά από την δεύτερη αναιρεσείουσα. Καθόσον αφορά λοιπόν τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό, τον οποίο είχε προβάλλει η πρώτη αναιρεσίβλητη και με τις από 4.11.2022 προτάσεις της, προβάλλει δε ήδη και η δεύτερη αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, είναι αληθές ότι στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται λόγος, με τον οποίο να πλήττεται η κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αναφορικά με την επικουρική εναγωγή των αναιρεσιβλήτων ατομικά από μέρους της πρώτης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, όπως δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την κρίση της περί απορρίψεως ως απαραδέκτου, λόγω αοριστίας, του υπό στοιχ.
α' κονδυλίου της ένδικης αγωγής, ύψους 147.825,59 ευρώ. Όμως η δεύτερη αναιρεσείουσα, κυρίως είχε ασκήσει την ένδικη αγωγή πλαγιαστικά για την πρώτη αναιρεσείουσα, ως μη δικαιούχος διάδικος, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του ν. 3190/1955, επικουρικά δε και ατομικά, για την περίπτωση δηλαδή απορρίψεως της αγωγής ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, υπό την ιδιότητα αυτή της πλαγιαστικώς ενάγουσας νομιμοποιείται στην άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, ως προς το προσβαλλόμενο απορριπτικό μέρος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως έχουσα έννομο συμφέρον, προβάλλει δε και τους άνω λόγους αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα πληττόμενα με τους λόγους αναιρέσεως κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.
Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε.
Η απαγορευτική ρήτρα της ανωτέρω διατάξεως προϋποθέτει για την εφαρμογή της ανταγωνιστική συμπεριφορά, αντικειμένη στα χρηστά ήθη και ανταγωνιστικό σκοπό, με την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ, ενώ δεν απαιτεί και επιδίωξη βλάβης του ανταγωνιστή. Η ανταγωνιστική συμπεριφορά συνδέεται με επιχειρήσεις του ίδιου ή συγγενικού κλάδου, με εναλλάξιμα προϊόντα ή υπηρεσίες και με ταυτότητα κύκλου αποδεκτών ή πελατών, ενώ, κάθε ανταγωνιστικά πρόσφορη επιχειρηματική πράξη θεωρείται ότι ενέχει και ανταγωνιστική πρόθεση εκείνου που την επιχειρεί, δηλαδή, ότι γίνεται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης του στην αγορά.
Η εν λόγω ανταγωνιστική πράξη καθίσταται αθέμιτη ή παράνομη, όταν αντίκειται στα χρηστά ήθη. Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν, κατ` αρχήν, οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας, με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.
Ωστόσο, η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά, οφείλει να διαμορφώνεται, με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων, που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.
Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ` επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 659/2023, ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 483/2021). Αντίθετη στα χρηστά ήθη είναι η συνιστώσα τον ανταγωνισμό πράξη, και όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1042/2009).
Η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων, ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι, χωρίς άλλο, αθέμιτη. Για να χαρακτηρισθεί αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 419/2018). Τέτοιο χαρακτήρα έχει η παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, όταν γίνεται με μεθοδεύσεις και με σκοπό την απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης ή και την εκμετάλλευση της ξένης φήμης ή οργάνωσης (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 704/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα......", συνάγονται τα ακόλουθα:
Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους. Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων.
Δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ. Γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος (ΑΠ 141/2023, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 54/2019).
Τέλος, ως όργανα του νομικού προσώπου νοούνται όχι μόνον τα πρόσωπα που το διοικούν κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα, των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμη και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου (ΑΠ 141/2023, ΑΠ 752/2017, ΑΠ 988/2014).
Έτσι, ως τέτοιο όργανο πρέπει να θεωρείται και ο πραγματικός νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου, εκείνος δηλαδή που λαμβάνει τις αποφάσεις του (ΑΠ 141/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε ήδη εκτενώς παραπάνω, οι ενάγουσες, προς θεμελίωση της σωρευθείσας αξιώσεως της δεύτερης από αυτές κατά της δεύτερης εναγομένης μονοπρόσωπης ΕΠΕ, προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από τελεσθείσα εις βάρος της αδικοπραξία, ισχυρίσθηκαν, πέραν των άλλων, ότι η πρώτη εναγομένη, ενεργώντας βάσει σχεδίου για την ανάπτυξη ανεξάρτητης επιχειρηματικής δραστηριότητας με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο δραστηριότητας με την δεύτερη εξ αυτών, προέβη, πέραν των άλλων, στην ίδρυση της δεύτερης εναγόμενης μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, υποκρυπτόμενη πίσω από τον τυπικά φαινόμενο κατά το καταστατικό της διαχειριστή, Σ.
Π., με καταστατικό σκοπό ίδιο με αυτόν της δεύτερης των εναγουσών, στην οποία νέα εταιρία μετέφερε όλα τα εμπορικά απόρρητα της δεύτερης ενάγουσας και την συσσωρευμένη τεχνογνωσία της, καθώς και τους προηγουμένως απολυθέντες υπαλλήλους της δεύτερης ενάγουσας εταιρίας. Ότι, ακολούθως, απέσπασε δόλια την επί σειρά ετών βασική πελάτισσά της, ήτοι την ιταλική εταιρία με την επωνυμία "CISA SpA", μεθοδεύοντας τη λύση της συνεργασίας τους, έτσι δε η δεύτερη εναγομένη, η οποία ιδρύθηκε προκειμένου να καταστεί το όχημα μέσω του οποίου η πρώτη εναγομένη θα υφάρπαζε από την δεύτερη εξ αυτών την εμπορική αντιπροσωπεία της "CISA SpA", ανταγωνίζεται έκτοτε αθέμιτα και παράνομα την δεύτερη εξ αυτών, εκμεταλλευόμενη αθέμιτα την οργανωτική δομή της, τις επιχειρηματικές επαφές της με πελάτες, την προώθηση και διαμόρφωση των προϊόντων της εταιρείας "CISA SpA" και γενικότερα την τεχνογνωσία της ιδίας (δεύτερης ενάγουσας) όσον αφορά στην πώληση των προϊόντων της εταιρείας "CISA SpA", μέσω των ως άνω παράνομων ενεργειών της πρώτης των εναγόμενων και την γνωστοποίηση από μέρους της όλων των εμπορικών απορρήτων της δεύτερης εξ αυτών.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι ενάγουσες επικαλέστηκαν και στήριξαν την αγωγή τους, κατά το μέρος που αφορά την δεύτερη εναγομένη, πέραν των άλλων, και στην εκ μέρους της ενέργεια αθέμιτων και παράνομων πράξεων ανταγωνισμού, μέσω της εν τοις πράγμασι διαχειρίστριάς της, ήτοι της πρώτης εναγομένης, αποδίδοντας ευθέως στην τελευταία ότι αυτή ήταν η πραγματική διαχειρίστρια της δεύτερης εναγομένης και αυτή που ελάμβανε όλες τις σχετικές αποφάσεις για λογαριασμό της τελευταίας, την οποία και ίδρυσε, με συνέπεια να δημιουργείται έτσι, αληθών υποτιθεμένων των άνω επικαλουμένων περιστατικών, αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης εναγομένης από τις αθέμιτες και παράνομες πράξεις της πρώτης εναγομένης.
Υπό τα δεδομένα αυτά η ένδικη αγωγή προς αποζημίωση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης, ως ενεχομένης από πράξεις παράνομες και υπαίτιες πράξεις της πρώτης εναγομένης, ως εν τοις πράγμασι διαχειρίστριάς της, θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 Ν. 146/1914, 71, 914, 919 και 932 ΑΚ, συγκροτουμένης έτσι κατά τούτο και συμφώνως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και ευθύνης της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης από τις επικαλούμενες ως άνω αθέμιτες και εναντίον των χρηστών ηθών ενέργειες της εν τοις πράγμασι διαχειρίστριάς της, ήτοι της πρώτης εναγομένης.
Έσφαλε, επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι τα επικαλούμενα από τις ενάγουσες περιστατικά και δη η αποδιδόμενη στην πρώτη εναγομένη ιδιότητα της εν τοις πράγμασι διαχειρίστριας της δεύτερης εναγομένης, δεν αρκούν για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 71 του ΑΚ, ενώ με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, ενιαίως και εν συνόλω λαμβανόμενα υπόψη, πρόκειται για παράνομη και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εν τοις πράγμασι διαχειρίστριας της δεύτερης εναγομένης και συνεπώς η αγωγή έπρεπε να κριθεί νόμιμη, κατά το άνω μέρος, και με βάση τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά να κριθεί στη συνέχεια η ουσιαστική της βασιμότητα, ενόψει και του ότι δεν απαιτείτο να εκτίθενται στην αγωγή περιστατικά άρσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της δεύτερης εναγομένης, αφού οι ενάγουσες δεν επικαλέσθηκαν τέτοια περίπτωση, αλλά ότι η πρώτη εναγομένη είναι η πραγματική διαχειρίστρια της δεύτερης εναγομένης, υποκρυπτόμενη πίσω από το φυσικό πρόσωπο που αποτελεί τον κατά το καταστατικό διαχειριστή της.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις των άρθρων 1 Ν. 146/1914, 71, 914, 919 και 932 του ΑΚ, αξιώνοντας για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από αυτές.
Συνεπώς, ο αφορών την ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λόγω της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης της εν τοις πράγμασι διαχειρίστριάς της, τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με το πρώτο σκέλος του οποίου, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται η ανωτέρω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος κατά το σκέλος αυτό.
Κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος: "1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2 (όπως η παράγραφος αυτή προσετέθη, μαζί με την παράγραφο 3, με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής).
Νόμος ορίζει τα σχετικά με την συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1. 3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α". Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του εκτελεστικού του Συντάγματος ν. 3115/2003 : "1.
Συνιστάται, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος, Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), με σκοπό την προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο". Τέλος, η συνταγματική προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας ολοκληρώνεται με τη θέσπιση ποινικών κυρώσεων σε βάρος των παραβατών, με το άρθρο 370 Α του Ποινικού Κώδικα.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατοχυρώνεται απολύτως η προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιοδήποτε τρόπο, όχι μόνον έναντι των δημοσίων οργάνων και επιχειρήσεων, αλλά και έναντι των ιδιωτών, εφόσον, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων της παραγράφου 2, με αυτές θεσπίζεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα διασφαλίσεως του απορρήτου της επικοινωνίας και έναντι των ιδιωτών (ΣτΕ 1091/2015).
Στην έννοια του απορρήτου εμπίπτει κατ` αρχήν το περιεχόμενο της επικοινωνίας, με όποιο τρόπο και αν αυτή διεξάγεται. Αντικείμενο της συνταγματικής προστασίας δεν είναι το μήνυμα καθ` εαυτό (αυτό προστατεύεται από το άρθρο 14 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως και διαδόσεως της γνώμης) αλλά το απόρρητο του μηνύματος.
Η προστασία του απορρήτου αφορά όχι μόνο τα γραπτά μηνύματα (επιστολές) αλλά και οποιαδήποτε μορφή ιδιωτικής, δηλαδή μη δημόσιας επικοινωνίας, όπως τηλεγραφήματα, τηλεφωνήματα, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), που είναι η σύγχρονη μορφή των επιστολών. Και τούτο, είτε η επικοινωνία πραγματοποιείται από την κατοικία είτε από τον χώρο εργασίας των επικοινωνούντων.
Το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος προστατεύει μόνο την "επικοινωνία σε οικειότητα και όχι την επικοινωνία σε δημοσιότητα". Αν και χαρακτηρίζεται ως "απόλυτο", το απόρρητο αίρεται κατά τους όρους που θέτει η ίδιο συνταγματική διάταξη. Η συνταγματική προστασία του απορρήτου εντοπίζεται κατά το στάδιο της επικοινωνίας, δηλαδή κατά τον χρόνο που αυτή πραγματοποιείται και λήγει με τη λήξη της.
Η προστασία του απορρήτου τελειώνει από την στιγμή που ο παραλήπτης λάβει γνώση του περιεχομένου του μηνύματος. Από το χρονικό σημείο λήξης της επικοινωνίας και έπειτα κάθε στοιχείο (μήνυμα και εξωτερικά στοιχεία) μπορεί να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της συνταγματικής προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων (άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος, αντιστοίχως), αλλά δεν καλύπτεται πλέον από την συνταγματική προστασία του απορρήτου.
Έτσι και τα ηλεκτρονικά μηνύματα, που όπως προαναφέρθηκε εμπίπτουν και αυτά στο απόρρητο των ανταποκρίσεων, προστατεύονται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 19 Συντάγματος μόνο κατά το στάδιο της επικοινωνίας. Μετά την ολοκλήρωσή της, ηλεκτρονικά μηνύματα που διατηρεί ο αποστολέας ή ο παραλήπτης τους σε τυπωμένη μορφή ή στον υπολογιστή του, χωρίς χρήση κωδικού πρόσβασης, δεν εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 19 παρ. 1 Συντάγματος, αλλά σε εκείνο των διατάξεων 9 και 9 Α του Συντάγματος (ΟλΑΠ 1/2017).
Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Συντάγματος: " Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος: "Κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
Δεν επιτρέπεται επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού παρά μόνο στο μέτρο που αυτή η επέμβαση προβλέπεται υπό του Νόμου και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο δια την εθνική ασφάλεια, τη δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προστασία της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου. Κατ` αντιδιαστολή προς την κοινωνική ζωή του ατόμου, ως ιδιωτική ζωή του νοείται το σύνολο των σχέσεων και των δραστηριοτήτων του εκείνων που το ίδιο θέλει να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα, είτε αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε για έναν στενό κύκλο, τον οποίο ο ίδιος κάθε φορά προσδιορίζει.
Έτσι, εκτός από την ερωτική ζωή, τα ζητήματα υγείας και την οικογενειακή ζωή του ατόμου, που βρίσκονται στον πυρήνα του προστατευτέου δικαιώματος, στην έννοια της ιδιωτικής ζωής εμπίπτει ένας ευρύτερος κύκλος υποθέσεών του, ο οποίος ενδέχεται να συμπλέκεται και με την επαγγελματική ζωή (ΟλΑΠ 1/2017). Επίσης, κατά το άρθρο 9Α του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001, προς εναρμόνιση προς το Ευρωπαϊκό δίκαιο: "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει.
Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει". Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ήτοι το δικαίωμα του λεγόμενου "πληροφοριακού αυτοκαθορισμού" ή "αυτοδιάθεσης των πληροφοριών".
Ως τέτοια δε δεδομένα θεωρούνται όχι μόνον εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες (ΣΤΕ 1616/2012). Το άτομο δικαιούται πλέον να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο, με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις πέντε ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα (ΟλΑΠ 1/2017, ΑΠ 714/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τον Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", προστατευτέα προσωπικά δεδομένα είναι μόνον όσα αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα. Τούτο προκύπτει από τις περ. (α) και (γ) αντιστοίχως του άρθρου 2 του Ν. 2472/1997, οι οποίες ορίζουν ως προσωπικά δεδομένα "κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων" και ως "υποκείμενο των δεδομένων", "το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ` του άνω Ν. 2472/1997 ως "επεξεργασία" Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα νοείται "κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή".
Σημειωτέον, ότι στην προκειμένη περίπτωση, έχει εφαρμογή ο άνω Ν. 2472/1997 και όχι ο Ν. 3471/2006 "Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών...", ο οποίος στο άρθρο 3 με τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής", όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 169 Ν. 4070/2012, ορίζει : "1.
Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 17 του παρόντος νόμου έχουν εφαρμογή κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών, στο πλαίσιο της παροχής διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών περιλαμβανομένων αυτών που υποστηρίζουν συσκευές συλλογής δεδομένων και ταυτοποίησης.
Για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο μη διαθεσίμων στο κοινό δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εφαρμόζεται ο Ν. 2472/1997, όπως ισχύει. 2. Ο Ν. 2472/1997, όπως ισχύει, και οι εκτελεστικοί του άρθρου 19 του Συντάγματος νόμοι, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται για κάθε ζήτημα σχετικό με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που δεν ρυθμίζεται ειδικότερα από τον παρόντα Νόμο".
Ωστόσο, τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, δεν είναι απόλυτα. Όπως και κάθε άλλο συνταγματικό δικαίωμα, μπορούν να περιορισθούν αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος και αν η άσκησή τους προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Και τούτο, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, την οποία το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει πλέον ρητά, ορίζοντας "Τα δικαιώματα του ανθρώπου...τελούν υπό την εγγύηση του κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί.... πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το Νόμο...... και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Εξάλλου, το άρθρο 5 παρ. 1 του ως άνω Ν. 2472/1997 ορίζει: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του". Ο θεμελιώδης όμως αυτός κανόνας, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς τη συναίνεση του υποκειμένου, δεν είναι απόλυτος.
Ο ίδιος ο Ν. 2472/1997 - ο οποίος επαναλαμβάνει, εν προκειμένω, την κοινοτική Οδηγία 95/46/ΕΚ - ορίζει στο άρθρο 5 παρ. 2α έως ε` ότι, κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς την συγκατάθεση του υποκειμένου, οσάκις αυτή "είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας.....
και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών". Έτσι η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγορεύσεως της επεξεργασίας τους, αλλά στη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ούτως ώστε να επιτευχθεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος αυτού, και της ικανοποιήσεως και άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων (ΣτΕ 1616/2012, ΣτΕ 2254/2005), όπως είναι το δικαίωμα της έννομης προστασίας (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος) και της επιχειρηματικής ελευθερίας (άρθρα 5 και 106 παρ. 2 Συντάγματος).
Τέτοιο έννομο συμφέρον αποτελεί η άσκηση της οικονομικής ελευθερίας του εργοδότη, καθώς και η άσκηση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου και ιδίως η περίπτωση, κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος (ΟλΑΠ 1/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.
γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 18.11.2015, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του δικάζοντος ως άνω Δικαστηρίου, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα έγγραφα:
α) το με ημερομηνία 15.12.2008 ηλεκτρονικό μήνυμα του G. M., ο οποίος είναι Διευθυντής Μεσογείου και Νοτίου Αφρικής και αρμόδιος υπεύθυνος/εκπρόσωπος για τα θέματα της CISA στην Ελλάδα, προς την πρώτη εναγομένη και δη προς την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ήτοι σε ηλεκτρονική διεύθυνση της εταιρίας τους, με το οποίο οι δυο τους συνεννοούνται για κείμενο δήλωσης της εταιρίας CISA προς την εταιρία τους, με αναφορά στην Ν.
Π., έτσι ώστε η προσχεδιασμένη παραίτησή της να αποτελέσει την αιτία καταγγελίας εκ μέρους της CISA, β) το με ημερομηνία 20.3.2009 ηλεκτρονικό μήνυμα του ιδίου ως άνω G. M., το οποίο απεστάλη και προς την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ήτοι σε ηλεκτρονική διεύθυνση της εταιρίας τους, με το οποίο ζητείται νομική συμβουλή για το πώς θα απαντηθεί από την CISA η επιστολή της δεύτερης εξ αυτών (Α.
Π.), που επισυνάπτεται στο άνω μήνυμα, και γ) το με ημερομηνία 24.3.2009 ηλεκτρονικό μήνυμα του ιδίου ως άνω G. M., το οποίο απεστάλη προς την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ήτοι σε ηλεκτρονική διεύθυνση της εταιρίας τους, με το οποίο η CISA ενημερώνει την πρώτη εναγομένη Ν. Π. (εταίρο και διαχειριστή της εταιρίας τους) ότι ο δικηγόρος της ενέκρινε το κείμενο της επιστολής (επίσημη και τελική απαντητική επιστολή της CISA προς την εταιρία τους), η οποία είναι η ίδια ακριβώς κατά περιεχόμενο με το σχέδιο που είχε συντάξει ο G.
M., ισχυριζόμενες ότι από τα άνω έγγραφα αποδεικνύεται ο αγωγικός ισχυρισμός τους, ήτοι η αθέμιτη και παράνομη παρασκηνιακή συνεργασία μεταξύ της αντιδίκου (Ν. Π.) και συγκεκριμένων υπαλλήλων της CISA, η οποία κατέτεινε και σκοπό είχε να μεθοδευθεί η στέρηση της εταιρίας τους από την αντιπροσώπευση της CISA στην Ελλάδα και εν συνεχεία να καρπωθεί η πρώτη εναγομένη την εν λόγω εμπορική αντιπροσωπεία με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και αθέμιτο και παράνομο.
Τα έγγραφα αυτά δεν τα έλαβε υπόψη του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με την αιτιολογία ότι τα ανωτέρω προσκομίζονται χωρίς τη συναίνεση του αποστολέα (εν προκειμένω εκπροσώπων της CISA SpA) και του παραλήπτη αυτών (της πρώτης εναγομένης) και συνεπώς συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος.
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους παραπονέθηκαν οι ενάγουσες για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενες ότι ουδόλως προέκυψε ότι τα επικοινωνούντα μέρη έκαναν χρήση προσωπικών κωδικών αποκλείοντας έτσι την πρόσβαση σε τρίτους, ισχυρισμό που δεν προέβαλε άλλωστε και η άμεσα ενδιαφερόμενη Ν.
Π., αντίθετα δε, όπως σαφώς προκύπτει από την ηλεκτρονική διεύθυνση της πρώτης εναγομένης, που είναι η ..., η τελευταία δεχόταν τα συγκεκριμένα μηνύματα στο εταιρικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της δεύτερης εξ αυτών και άρα αυτά ήταν προσβάσιμα στους χειριστές των ηλεκτρονικών υπολογιστών της εταιρίας, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εξ αυτών και συνεπώς ουδέν απόρρητο δημιουργήθηκε για τα εν λόγω μηνύματα και ουδεμία παρανομία διαπράχθηκε κατά την προσκόμιση και επίκληση αυτών στην πρωτόδικη διαδικασία.
Με τις προτάσεις τους δε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν και πάλι τα άνω έγγραφα. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του τα άνω έγγραφα, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με την αυτή ως και πρωτοδίκως αιτιολογία, ήτοι ότι τα ανωτέρω προσκομίζονται χωρίς τη συναίνεση του αποστολέα (εν προκειμένω εκπροσώπων της CISA SpA) και του παραλήπτη αυτών (της πρώτης των εναγομένων) και συνεπώς συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος, χωρίς καμία περαιτέρω νομική ή πραγματική αναφορά στον χρόνο και τρόπο εξαγωγής των άνω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, στην ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία απεστάλησαν και στη διατήρησή τους σε εταιρικό ή μη υπολογιστή, προσβάσιμο με χρήση μυστικού κωδικού.
Όπως, όμως, προαναφέρθηκε, η συνταγματική προστασία του απορρήτου τελειώνει από την στιγμή που ο παραλήπτης λάβει γνώση του περιεχομένου του μηνύματος. Από το χρονικό σημείο λήξης της επικοινωνίας και έπειτα κάθε στοιχείο (μήνυμα και εξωτερικά στοιχεία) μπορεί να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της συνταγματικής προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων (άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος, αντιστοίχως), αλλά δεν καλύπτεται πλέον από την συνταγματική προστασία του απορρήτου.
Στην προκειμένη περίπτωση, τα επίμαχα αρχεία, δεν υπεκλάπησαν κατά την διάρκεια της επικοινωνίας της άνω αλλοδαπής εταιρίας με την πρώτη αναιρεσίβλητη, και δεν αφαιρέθηκαν από προσωπικό ηλεκτρονικό αρχείο της τελευταίας, εταίρου και συνδιαχειρίστριας της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, αλλά από τους εταιρικούς υπολογιστές, που αυτή χρησιμοποιούσε, μετά την αποχώρησή της από την εταιρία.
Συνεπώς, τα επίμαχα αρχεία δεν καλύπτονταν από το απόρρητο των ανταποκρίσεων και δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος, αλλά σε εκείνο των διατάξεων των άρθρων 9 και 9Α του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, συνιστούν προσωπικά δεδομένα της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, για τον λόγο ότι η ηλεκτρονική αυτή αλληλογραφία και ανταλλαγή των πληροφοριών με την άνω αλλοδαπή εταιρία εξυπηρετεί προεχόντως τα προσωπικά συμφέροντα και σχέδια της πρώτης των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς υπό τα δεδομένα αυτά, τα επίμαχα αρχεία αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και εμπίπτουν κατ` αρχήν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 9 παρ. 1 και 9Α του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, τα κρίσιμα αυτά αρχεία περιλαμβάνουν ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη, εταίρος και συνδιαχειρίστριας της πρώτης αναιρεσείουσας, συνέταξε, απέστειλε ή και παρέλαβε στον χώρο εργασίας της με χρήση εταιρικών υπολογιστών.
Ακόμη δεν τέθηκε ζήτημα επιτήρησης ή καθ` οιονδήποτε τρόπο παρακολούθησης της πρώτης αναιρεσίβλητης. Ελέγχθηκαν απλώς εκ των υστέρων οι εταιρικοί υπολογιστές μετά την αποχώρησή της. Σε κάθε περίπτωση, τα άνω δεδομένα δεν ήταν "ευαίσθητα" κατά την έννοια του Ν. 2472/1997 (άρθρο 2 περ. β`). Η συλλογή και επεξεργασία τους από την αναιρεσείουσα δεν απέβλεπε μόνο στην προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) αλλά στη διασφάλιση της εμπορικής πίστης και, εν τέλει, στην προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Πράγματι, η απόδειξη ενώπιον δικαστηρίου της επικαλούμενης αθέμιτης και επιζήμιας για την αναιρεσείουσα συμπεριφοράς που φέρεται ότι επέδειξε η εταίρος και συνδιαχειρίστρια της πρώτης αναιρεσείουσας, στο πλαίσιο της άσκησης των διαχειριστικών της καθηκόντων, δεν μπορεί να συγκριθεί με την αποκάλυψη στοιχείων της καθαρά προσωπικής ζωής της, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, οι ερωτικές προτιμήσεις της, τα θρησκευτικά της πιστεύω και οι φιλοσοφικές η πολιτικές της πεποιθήσεις.
Γιατί, αν και η συμπεριφορά αυτή ανάγεται στην προσωπική ζωή της, η προετοιμασία του επαγγελματικού μέλλοντός της εν λόγω εταίρου βρίσκεται προδήλως στην περιφέρεια του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, δηλαδή σε πολύ μεγάλη απόσταση από τον πυρήνα της τελευταίας. Επομένως, η αποκάλυψη των κρίσιμων δεδομένων για την άσκηση του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας της πρώτης αναιρεσείουσας (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος), προκειμένου να διασφαλισθεί το δικαίωμα της επιχειρηματικής ελευθερίας της (άρθρα 5 και 106 παρ.2 Συντάγματος) είναι καθ` όλα θεμιτή, η δε, κατά τα άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, επίκληση της πρώτης αναιρεσίβλητης των δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, είναι αθέμιτη, αφού η άσκησή τους προσβάλλει δικαιώματα της πρώτης αναιρεσείουσας που υπερέχουν προφανώς.
Τέτοια δικαιώματα ήταν τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας, που απορρέουν από το άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος και γενικότερα η διασφάλιση της εμπορικής πίστης και του ελεύθερου ανταγωνισμού, που η αποτελεσματική υπεράσπισή τους ενώπιον δικαστηρίου (άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος), επέβαλε την απόδειξη της επικαλούμενης αντισυμβατικής, αθέμιτης και επιζήμιας για την πρώτη αναιρεσείουσα συμπεριφοράς της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, εταίρου και πρώην διαχειρίστριάς της.
Κατ` ακολουθία όλων των ανωτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι τα ως άνω αρχεία προσκομίζονται χωρίς την συναίνεση του αποστολέα και του παραλήπτη αυτών και συνεπώς συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος και δεν τα έλαβε υπόψη του, χωρίς καμία μάλιστα αναφορά στα ως άνω στοιχεία, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 11γ ΚΠολΔ, με τα οικεία σκέλη του οποίου αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, ο οποίος είναι παραδεκτός και ορισμένος, αφού οι αναιρεσείουσες ρητά επικαλούνται ότι με ειδικό λόγο της έφεσής τους, το περιεχόμενο του οποίου και παραθέτουν, παραπονέθηκαν για τη σχετική ως άνω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου να μη λάβει υπόψη του τα άνω έγγραφα, με συνέπεια να μη τίθεται ζήτημα απαραδέκτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη αναιρεσίβλητη, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών δεύτερου και τρίτου (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγων αναιρέσεως, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον δεύτερο των οποίων οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική κρίση επί της αγωγής τους κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, προσάπτοντας σ' αυτήν ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου, και με το δεύτερο σκέλος του τρίτου αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική κρίση επί της αγωγής τους κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, προσάπτοντας σ' αυτήν πλαγίου παραβίαση του νόμου, καθόσον οι λόγοι αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των κριθέντων ως βασίμων και ιδίως του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαια κατά το οποία και μόνον προσβάλλεται.
Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 762/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα άνω προσβαλλόμενα κεφάλαιά της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ