Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds under new child protection law regarding parental rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal the Second Instance Court's decision on child custody and visitation. The appellant argued that new laws requiring parents to maintain relationships with the other parent and punish neglect of visitation rights were violated, but failed to cite specific errors in the lower court's judgment. The court ruled that without a clear ground of appeal referencing the new statutory provisions, the appeal was inadmissible and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 592 no. 3, 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellant fails to specify a clear ground of appeal referencing the new statutory provisions regarding parental duties and visitation rights, thereby preventing the review of the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1525 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1525/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννίση και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Σταμαδιάνου, που ανακάλεσε την από 12/1/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 21/12/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7018/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 813/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/6/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 22-6-2021 (αριθμ. καταθ. 640/23-6-2021) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 813/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 7018/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάζοντας αγωγές των διαδίκων, με αντικείμενο την επιμέλεια και διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους και επικουρικά την επικοινωνία του αναιρεσείοντος με αυτό, δέχθηκε κατά ένα μέρος τις αγωγές αυτές, ανέθεσε την επιμέλεια του ανηλίκου στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να προκαταβάλει διατροφή σ' αυτή, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, το ποσό των 230 ευρώ, κατά μήνα, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής και ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του αναιρεσείοντος, με το ανήλικο τέκνο του, κατά τον σ' αυτήν αναφερόμενο τρόπο. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς να απαιτείται η κατάθεση του οριζόμενου στο άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, διότι ο τελευταίος δεν έχει τέτοια υποχρέωση, κατά την παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ίδιου άρθρου, εφόσον πρόκειται για διαφορά υπαγόμενη στη διάταξη του άρθρου 592 αρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 449/2019).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 24/2015).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και γ) το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείδσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Σε αμφότερες δε τις άνω περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με αυτήν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο ως αναγκαίες κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη εκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 109/2020).
Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β ΚΠολΔ ορίζεται, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (αρθρ. 559, αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008). Αν δε η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1106/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 1 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη (μητέρα της ανήλικης θυγατέρας τους) είναι κατάλληλη για την ανάθεση αποκλειστικά σ' αυτή της επιμέλειας της ανήλικης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων, 1510, 1513, 1518, 1520, 1532 και 1533 ΑΚ, που σχετίζονται με την ανάθεση της επιμέλειας ανηλίκων τέκνων και τις υποχρεώσεις των γονέων ανηλίκων σε περιπτώσεις διάζευξης ή διάστασης αυτών, και τη διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ, περί δόλιας μετοίκησης του ενός γονέα.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, αφού αναφέρει στο λόγο αυτό τις πιο πάνω διατάξεις του ΑΚ, που φέρεται ότι παρα-βιάστηκαν, αριθμητικά και μόνο, χωρίς παράθεση του περιεχομένου τους, ακολούθως περιορίζεται να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους κατ' αυτόν η αναιρεσίβλητη δεν θεωρείται κατάλληλη για την ανάθεση της επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας τους, κυρίως λόγω της μετοίκησης αυτής με τη θυγατέρα τους από τη ..., όπου έμεναν, στην ...
και του με αυτόν τον τρόπο αποκλεισμού της επικοινωνίας του ίδιου με την ανήλικη και αποσπασματικά το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, περί της καταλληλότητας της αναιρεσίβλητης για την ανάθεση σ' αυτή αποκλειστικά της επιμέλειας της ανήλικης, που αιτιάται ως εσφαλμένο. Περαιτέρω, με τον πέμπτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το άνω ζήτημα της καταλληλότητας της αναιρεσίβλητης, για την ανάληψη εκ μέρους της, της αποκλειστικής επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας τους και ως προς την επικοινωνία του ίδιου με την ανήλικη , ''παραθέτοντας (η προσβαλλόμενη) ως αιτιολογία για τη διαβάθμιση της καταλληλότητας καθενός από αυτούς (γονείς), ότι, α)''δεν προκύπτει μη προθυμία του ανήλικου τέκνου να επικοινωνήσει με τον πατέρα του'', β) ''ούτε προέκυψε ότι η μητέρα εμποδίζει την επικοινωνία με αυτό'' και γ) ''προέκυψε ότι ο ενάγων είναι στοργικός και τρυφερός πατέρας που εμμένει στη διατήρηση ισχυρών δεσμών με το τέκνο του, το οποίο έχει καλές σχέσεις με αυτόν'', αν και υφίσταται πλήρης αποστέρηση της επικοινωνίας του με το ανήλικο.
Με το περιεχόμενο αυτό, οι άνω, πρώτος κατά το σχετικό μέρος του και πέμπτος, από τους αριθμούς 1 εδ α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του, αναφορικά με την καταλληλότητα της αναιρεσίβλητης για την ανάθεση σ' αυτή της αποκλειστικής επιμέλειας του κοινού τέκνου τους, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες), οι συγκεκριμένες ανεπάρκειες και αντιφάσεις, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη, των από τους αριθμούς 1 εδ.
α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν αρκεί η παράθεση κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης, χωρίς οποιαδήποτε σύνδεσή τους με το περιεχόμενο των λοιπών παραδοχών, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση, ουδόλως αναφέρονται.
Ακολούθως, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη είναι πλήρως κατάλληλη να ανατεθεί σε εκείνη η οριστική και αποκλειστική επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας τους, καθώς τη μετοίκησή της με την ανήλικη από τη ...
όπου ζούσαν, στην ... επέβαλαν σοβαροί λόγοι και η μετοίκηση αυτή δεν ήταν προσπάθεια αποκοπής του ίδιου από την επικοινωνία του με την ανήλικη, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, σύμφωνα με τα οποία, οι προαναφερθείσες ενέργειες της αναιρεσίβλητης, με τις οποίες πράγματι σκοπήθηκε ο αποκλεισμός της επικοινωνίας της ανήλικης με τον ίδιο, ως πατέρα της και η μετοίκησή της με την ανήλικη, σε ένα τόπο εντελώς απομακρυσμένο και εντελώς ξένο προς τον τρόπο ζωής της ανήλικης θυγατέρας τους, είναι αντίθετες με το συμφέρον της κόρης τους και καθιστούν ακατάλληλη την αναιρεσίβλητη, για την ανάθεση σ' αυτή της επιμέλειας.
Ο λόγος αυτός, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας και λογικής εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο (οι) αντίστοιχος (οι) κανόνας (κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (των οποίων) δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα (κανόνες) αυτό (αυτούς), ούτε επίσης διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες, όμως, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996) και οι λόγοι έφεσης, εφόσον περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 368/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 29/2012, ΑΠ 2024/2009), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 102/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 563/2016).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, τους προταθέντες παραδεκτά, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, με την έφεσή του, ισχυρισμούς, που αφορούν, α) την ακαταλληλότητα της κατοικίας της αναιρεσίβλητης στην ..., όπου ήδη αυτή διαμένει με την ανήλικη θυγατέρα τους, β) τη συγκατοίκηση της αναιρεσίβλητης και της ανήλικης θυγατέρας τους, στην άνω οικία, όχι τόσο με τους γονείς της, όσο με τον αδελφό της, χωρίς καν να ερευνήσει τις εξαιρετικά σοβαρές αιτιάσεις του για το πρόσωπο αυτό (αδελφού) και γ) τη χρονίζουσα (εγγίζουσα τα τρία έτη πλέον) συστηματική και δόλια εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αποστέρηση της επικοινωνίας του, με την ανήλικη κόρη του.
Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί δεν συνιστούν ''πράγματα'', με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου, επί της εναντίον του, αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ζήτησε την ανάθεση σ' αυτή της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους και επιχειρήματα του ίδιου για την ακαταλληλότητα αυτής και του περιβάλλοντος στο οποίο κατοικεί, με την ανήλικη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως ''αίτηση'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία.
Τέτοια αίτηση είναι αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων, των ανακοπών, της τριτανακοπής (ΑΠ 1278/2019, ΑΠ 1273/2017) και όχι αίτηση για αποδεικτικά μέσα, όπως για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 564/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματο-γνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματο-γνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 368 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί ''αίτηση'', κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 9, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 1023/2020, ΑΠ 1334/2018, ΑΠ 119/2016, ΑΠ 1189/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη τη σχετική αίτησή του περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για την ψυχική υγεία του ανηλίκου τέκνου τους, την οποία είχε ζητήσει με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι από την επισκόπηση του αναιρετηρίου, αλλά και της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι δεν υφίσταται παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, γεγονός που συνομολογείται, άλλωστε, από τον αναιρεσείοντα με τον άνω λόγο, τέτοια δε παραδοχή δεν συνιστά η λήψη υπόψη από το Εφετείο της από 13-3-2019 έκθεσης κοινωνικής έρευνας της Κοινωνικής Λειτουργού Χ.
Μ.. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως της αβασιμότητας του λόγου, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ρητά με σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομμένης τον εν λόγω ισχυρισμό - αίτημα του αναιρεσείοντος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ''πράγματα'', δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα ''πράγματα'' αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 1226/2017), χωρίς, όμως, να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 1334/2018, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 217/2016).
Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά, χωρίς να αποδεικνύονται από κάποιο έγγραφο ή πραγματογνωμοσύνη.
Ειδικότερα επικαλείται ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη, ότι: α) δεν προκύπτει μη προθυμία του ανηλίκου τέκνου να επικοινωνήσει με τον πατέρα του, β) ούτε προέκυψε ότι η μητέρα του εμποδίζει την επικοινωνία με αυτό και γ) προέκυψε ότι ο ενάγων είναι στοργικός και τρυφερός πατέρας, που εμμένει στη διατήρηση των ισχυρών δεσμών με το τέκνο του, το οποίο έχει καλές σχέσεις με αυτόν, βασιζόμενο σε αοριστολογίες περί του όλου αποδεικτικού υλικού.
Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι, καθόλες του τις αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού όλα τα ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του περιστατικά, δεν είναι ''πράγματα'', υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα που αντλούνται από την αξιολόγηση των αποδείξεων, με συνέπεια να μην ιδρύεται η επικαλουμένη παράβαση, είναι αβάσιμος διότι, από την παραδεκτή (κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό της πόρισμα διαμορφώθηκε με βάση όλες τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά την διαλαμβανόμενη σ' αυτή ρητή παραδοχή, ''.......
από την ανωμοτί κατάθεση των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου αυτού, από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον εναγόμενο - ενάγοντα, υπ' αριθ. 1296/30-1-2019 και υπ' αριθ. 1461/1-2-2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, Μ.
Λ. και Α. Λ., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας - εναγομένης, τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον εναγόμενο - ενάγοντα, υπ' αριθ. 4319/12-9-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Β. Γ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαρίας Κωνσταντίνου Ζαμπλαρά, τις υπ' αριθ. 3443/16-3-2018, 3344/16-3-2018, 12256/7-11-2018, 12199/6-11-2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, Ε.
Γ., Γ. Β., Φ. Χ., Ε. Λ., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, καθώς και τις 7185/6-62018, 7303/8-6-2018 και 7304/8-6-2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, Α. Χ., Μ. Π. και Α. Λ., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων και δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που εκτιμώντα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (....), τις φωτογραφίες που προσκομίζουν οι διάδικοι, η ακρίβεια των οποίων δεν αμφισβητείται (.....), καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως ....'', μη δυνάμενη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε) η, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1334/2018, ΑΠ 865/2017).
Συνακόλουθα, και ο παραπάνω λόγος πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 56/2020).
Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 56/2020, ΑΠ 563/2019). Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (ΑΠ 718/2020, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 1488/2018, ΑΠ 275/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την αίτηση αναίρεσης, αφού παραθέτει διατάξεις του νέου νόμου 4800/2021, ''Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις'', οι οποίες κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 18 του τελευταίου νόμου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του (16-9-2021) αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως εν προκειμένω, και ειδικότερα:
ι) τις διατάξεις του άρθρου 8 του εν λόγω νόμου, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 1514 ΑΚ, τίθεται νέος τίτλος σ' αυτό, ''παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας'', και ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων για την κατανομή της γονικής μέριμνας, αποφασίζει το δικαστήριο, το οποίο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση:
α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, ...... β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, ιι) του άρθρου 11 του ίδιου νόμου, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 1518 ΑΚ και ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι, ''κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει τη σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ......" και ιιι) του άρθρου 14, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 1532 ΑΚ και ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι, ''κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συνιστούν ιδίως:
α. η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και διατάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο ή προς την υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας, β. η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς, γ.
η υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας'' και επιπλέον ότι, '' το δικαστήριο, στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, δύναται να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ή την επιμέλεια, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα .....'', ζητεί να διερευνηθούν, υπό το νέο νομοθετικό πλαίσιο, ''τα άνω σημεία που έχουν επισημανθεί στο κεφάλαιο των αναιρετικών λόγων, ώστε να διαλευκανθεί η αλήθεια και να σταματήσει η κατάφωρη αδικία πρωτίστως προς την ανήλικη κόρη του''.
Ωστόσο στις άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πέραν του αιτήματος της εκ νέου διερεύνησης της υπόθεσης, υπό το καθεστώς του άνω αναφερόμενων διατάξεων του νέου νόμου (4800/2021), δεν περιέχεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, που να αφορά πλημμέλεια της αμέσως πιο πάνω εφετειακής απόφασης και συγκεκριμένα λόγος αναίρεσης από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, ούτε γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετιζόμενο με παραβίαση των άνω διατάξεων και, εντεύθεν, το αναιρετήριο, κατά τούτο κρίνεται απαράδεκτο.
Κατόπιν αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (αρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Διάταξη για το κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο, δεν περιλαμβάνεται, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσείων, λόγω της φύσης της διαφοράς (αρθρ. 592 αρ. 3 ΚΠολΔ), δεν έχει τέτοια υποχρέωση, ούτε και κατέβαλε παράβολο για την άσκηση της ένδικης αίτησης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2021 (αριθμ. καταθ. 640/23-6-2021) αίτηση αναίρεσης της 813/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ