1525/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1525/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων όμως, με αίτημα του οποίου αναβλήθηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (5-2-2014), και οι τρεις (3) τελευταίοι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον αυτού, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1525 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1525/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Β. Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. συζ. Γ. Κ., το γένος Σ. Π., 2) Ε. συζ. Ι. Τ., το γένος Γ. Κ., 3) Ό. Κ. του Γ., 4) Π. Κ. του Σ., 5) Μ. χας Σ. Κ., το γένος Μ. Ζ., και 6) Δ. χας Π. Κ., το γένος Π. Κ., κατοίκων ... . Οι 1η, 2η και 3η ατομικά και ως διάδοχοι - κληρονόμοι του Γ. Κ. εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ακρίβη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι 4ος, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της 6ης των ήδη αναιρεσίβλητων και την από 20/7/2000 κύρια παρέμβαση της 5ης των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελούς Πρωτοδικείο Πρεβέζης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2001 μη οριστική, 79/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 309/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/1/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 18/4/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο μη εμφανισθείς διάδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τις τρεις πρώτες αναιρεσίβλητες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της από 3-1-2011 αίτησης του Π. Ζ. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 309/2010 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, υπ' αρ. 9963Β, 9969Β, 9966Β και 9965Β/15-3-2012 αντιστοίχως εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας, ..., ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου αυτής (15-5-2013) νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα και στους τρεις (3) τελευταίους των αναιρεσιβλήτων.
Ο αναιρεσείων όμως, με αίτημα του οποίου αναβλήθηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (5-2-2014), και οι τρεις (3) τελευταίοι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον αυτού, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Κλήση αυτών για εμφάνιση τους κατά τη νέα δικάσιμο δεν απαιτείται (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. δ' και 575 εδ. α' ΚΠολΔ). Εξάλλου οι προαναφερόμενοι τέσσερις διάδικοι δεν κατέθεσαν σχετική δήλωση περί μη εμφάνισής τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του αναιρεσείοντος και των τριών τελευταίων αναιρεσιβλήτων, που έχουν νόμιμα κλητευθεί. Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 795 και 796 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 478 επ. ΚΠολΔ, συνάγεται ότι τα στοιχεία της βάσεως της αγωγής με την οποία διώκεται η διανομή ακινήτου δικαστικώς είναι α) η συγκυριότητα του ενάγοντος, β) η μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου κοινωνία, γ) η ακριβής περιγραφή του διανεμητέου ακινήτου, 6) η μη συμφωνία του εναγομένου για τη διανομή, ε) η αξία του διανεμητέου και στ) σχετικό αίτημα.
Τα ανωτέρω στοιχεία είναι αναγκαία κατά την επιδίωξη της δικαστικής διανομής ακινήτων. Στην περίπτωση όμως που, προς αντίκρουση αγωγής διανομής, ο εναγόμενος προβάλλει την ένσταση αποκλειστικής κυριότητας και προς θεμελίωση της ένστασης αυτής ισχυρίζεται ότι τα επίδικα ακίνητα τα κατέλαβε μετά από άτυπη διανομή ταυτόχρονα με την αγορά των ακινήτων και έκτοτε τα κατέχει και νέμεται συνεχώς και έγινε κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί για το ορισμένο αυτής ως προς τον επικαλούμενο ισχυρισμό της άτυπης διανομής, να εκτίθεται πότε έγινε η άτυπη διανομή και ότι τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την ένδικη αγωγή διανομής του αναιρεσείοντος και την ένσταση αποκλειστικής κυριότητας του προς διανομή ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του με αριθμ. .../16-7-1958 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πρέβεζας Αναστασίου Φέτση, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας στον τόμο ...
και με αρ. 7461, στον πρώτο εναγόμενο και τα αδέλφια του Σ. και Π. Κ. περιήλθε πωλήσεως ένεκα από τους τότε αληθείς κυρίους Γ. Τ., Ι. συζ. Ι. Σ., Ι. χα Δ. Γ. και Ε. συζ. Α. Π. η κυριότητα, νομή και κατοχή των 17/20 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, ειδικότερα δε ενός ελαιοστασίου που περιείχε συνολικά σαράντα οκτώ (48) ελαιόδενδρα με τη γη τους.
Τούτο είχε έκταση έξι (6) περίπου στρεμμάτων και βρίσκεται στη θέση "Πουρί" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πρέβεζας. Συνορεύει δε βόρεια με περιβόλι Δ. Ζ., νότια με ελαιοστάσιο Κ., ανατολικά με περιβόλι Α. Κ. και ελαιοστάσιο Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου Πρέβεζας και δυτικά με περιβόλια Ζ. Μ. και Α. Π.. Στο εν λόγω πωλητήριο συμβόλαιο διαλαμβάνεται μεταξύ άλλων, ότι στα ανωτέρω μεταβιβασθέντα μερίδια (17/20) αντιστοιχούν σαράντα ένα (41) ελαιόδενδρα με τη γη τους, η οποία έχει έκταση πέντε (5) περίπου στρεμμάτων, τα υπόλοιπα 3/20 εξ αδιαιρέτου μερίδια ανήκαν στην κυριότητα της Ν.
Ε. ή Ε. ή Η., δικαιοπαρόχου του δεύτερου ενάγοντος - εκκαλούντος. Η αναφορά στο συμβόλαιο ότι στα ανωτέρω μεταβιβασθέντα μερίδια (17/20) αντιστοιχούν σαράντα ένα (41) ελαιόδενδρα με τη γη τους, η οποία έχει έκταση πέντε (5) περίπου στρεμμάτων, έγινε, διότι στο βόρειο και δυτικό τμήμα του ακινήτου διερχόταν μικρή αγροτική οδός.
Η οδός αυτή απέκοπτε προς βορρά τμήμα του όλου ακινήτου εκτάσεως μικρότερης του ενός στρέμματος με έξι (6) ελαιόδενδρα και προς δυσμάς ένα άλλο μικρό τμήμα αυτού. Έτσι το όλο ακίνητο των έξι (6) στρεμμάτων διαχωριζόταν ουσιαστικά σε τρία (3) επί μέρους τμήματα, από τα οποία το ένα νότια της αγροτικής οδού είχε έκταση μικρότερη των πέντε (5) στρεμμάτων και σαράντα .
δύο (42) ελαιόδενδρα, το άλλο βόρεια της οδού είχε έκταση μικρότερη του ενός στρέμματος και έξι (6) ελαιόδενδρα και το τρίτο δυτικά της οδού είχε έκταση 600 περίπου τ.μ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ταυτόχρονα με την άνω αγορά έλαβε χώρα άτυπη διανομή του ως άνω ακινήτου. Σύμφωνα μ' αυτήν στους αγοραστές περιήλθε το τμήμα νότια της αγροτικής οδού, που είχε έκταση μικρότερη των πέντε (5) στρεμμάτων καθώς και το τμήμα δυτικά της οδού, που είχε έκταση 600 περίπου τ.μ., ενώ στην Ν.
Ε. το βορείως της οδού τμήμα, που είχε έκταση μικρότερη του ενός (1) στρέμματος, καθώς και μια μικρή έκταση με ένα ελαιόδενδρο νότια της οδού, που βρισκόταν προς την ανατολική πλευρά του ακινήτου. Η κατ' αυτόν τον τρόπο διανομή έγινε σύμφωνα με τη βούληση των ανωτέρω συμβαλλομένων, που αποτυπώνεται σαφώς στο άνω πωλητήριο συμβόλαιο, αλλά και σε γνώση και με την συναίνεση της έως τότε συγκυρίας Ν.
Ε.. Με την άτυπη αυτή διανομή τα διαιρετά (ξεχωριστά) τμήματα επί του όλου ακινήτου, που έλαβαν οι ανωτέρω αντιστοιχούσαν στα προαναφερόμενα ποσοστά τους επ' αυτού. Αμέσως μετά την άνω αγοραπωλησία οι αγοραστές εγκαταστάθηκαν στη νομή του ακινήτου και προέβησαν στην εκρίζωση των σαράντα ενός (41) ελαιοδένδρων, που αντιστοιχούσαν στην έκταση των αγορασθέντων πέντε (5) στρεμμάτων.
Ακολούθως με το υπ' αριθμ. .../6-9- 1958 συμβόλαιο πώλησης του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι αμέσως προηγούμενοι αγοραστές μεταβίβασαν (πώλησαν) στον Ζ. Μ. τα 5/40 ιδανικά μερίδια του ανωτέρω ακινήτου, που αντιστοιχούσαν σε 650 τ.μ. περίπου, τα οποία διαχωριζόταν από την ανωτέρω αγροτική οδό και βρισκόταν δυτικά αυτής.
Από τις δηλώσεις των πωλητών στο συμβόλαιο αυτό προκύπτει σαφώς η πραγματική κατάσταση που επικρατούσε στο ακίνητο μετά την προαναφερόμενη άτυπη διανομή. Ταυτόχρονα οι πωλητές παρέδωσαν στον αγοραστή το πιο πάνω εδαφικό τμήμα των 650 τ.μ. περίπου, το οποίο ο τελευταίος ενσωμάτωσε στην όμορη ιδιοκτησία του σε γνώση των αντιπροσώπων της έως τότε συγκυρίας Ν.
Ε.. Τους επόμενους μήνες ο εκ των αγοραστών Σ. Κ. και σύζυγος της κυρίας παρεμβαίνουσας πώλησε και μεταβίβασε άτυπα το μερίδιο του επί του ανωτέρω ακινήτου στους δύο άλλους αδελφούς του Γ. και Π. Κ. και αποξενώθηκε από αυτό, ενώ το επόμενο έτος (1959) οι προαναφερόμενοι αδελφοί Γ. και Π. προέβησαν σε άτυπη διανομή μεταξύ τους της παραπάνω έκτασης των 4.500 τ.μ.
περίπου και έλαβαν ο μεν Γ. (πρώτος εναγόμενος) το βόρειο τμήμα εκτάσεως 2.250 τ.μ. περίπου, ο δε Π. Κ. το νότιο τμήμα εκτάσεως 2.250 τ.μ. περίπου. Από τότε καθένας απ' αυτούς άρχισε να ασκεί τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής επί του τμήματος που έλαβε με τη διανομή με διάνοια κυρίου και μάλιστα για δικό του λογαριασμό και ως αποκλειστικός κύριος.
Ειδικότερα από το έτος 1960 και μετά ο Π. Κ. (σύζυγος της πρώτης ενάγουσας) φύτευσε εσπεριδοειδή (λεμονιές), τα οποία καλλιεργούσε και συνέλεγε τον καρπό τους. Το ίδιο έπραξε και ο Γ. Κ. (πρώτος εναγόμενος), ο οποίος περιέφραξε το ακίνητο του κατά μήκος της βόρειας και δυτικής του πλευράς, αφήνοντας έξω από την περίφραξη αυτή μικρή έκταση με ένα ελαιόδενδρο νότια της οδού, που βρισκόταν προς την ανατολική πλευρά του ακινήτου και είχε σχήμα παραλληλογράμμου.
Δηλαδή άφησε έξω το ένα από τα διαιρετά τμήματα της Ν. Ε.. Στη συνέχεια ο ίδιος κατασκεύασε μικρή αποθήκη και γεώτρηση για την άρδευση του ακινήτου του, ενώ περί τα μέσα της δεκαετίας του 1960 κατασκεύασε ισόγεια κατοικία, εμβαδού 70 τ.μ. περίπου, στην οποία κατοικούσε ο ίδιος με την οικογένειά του. Επιπλέον περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980 κατασκεύασε όροφο πάνω από την ισόγεια κατοικία των 70 τ.μ., όπου εξακολουθεί να κατοικεί μέχρι σήμερα.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι αμέσως προηγούμενες πράξεις νομής και κατοχής, που ασκούσαν οι ανωτέρω και συγκεκριμένα ο πρώτος εναγόμενος επί των διακεκριμένων τμημάτων του επιδίκου ακινήτου ήταν γνωστές τόσο στους λοιπούς συγκυρίους, όσο και σε όλους τους συγγενείς της Ν. Ε., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ο θείος και εκπρόσωπος της Γ.
Τ., χωρίς ποτέ κανένας εξ αυτών να διαμαρτυρηθεί ή να αμφισβητήσει τα δικαιώματα νομής και κατοχής του (Γ. Κ.) επ' αυτών (ξεχωριστών τμημάτων). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που γίνονται δεκτά προκύπτουν από την λεπτομερή αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού (μαρτύρων και εγγράφων) και ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια των εναγομένων.
Οι μάρτυρες αυτοί έχουν άμεση αντίληψη για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και ιδίως για τις μεταξύ των τότε συγκυρίων άτυπες διανομές καθώς και για τις πράξεις νομής που διενεργούσαν οι ανωτέρω. Αλλά και ο μάρτυρας Γ. Μ., γιος του αγοραστή του τμήματος των 650 τ.μ., Ζ. Μ., σε δίκη περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας των απαλλοτριωθέντων εδαφικών εκτάσεων του επιδίκου ακινήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας από προσωπική αντίληψη και γνώση ρητά βεβαιώνει την άτυπη διανομή μεταξύ των αδελφών Γ.
και Π. Κ. καθώς και για την αγορά από τον πατέρα του εκτάσεως 600 τ.μ., την οποία ενσωμάτωσε στη συνέχεια σε όμορο ακίνητο του. Αντίθετα δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων και της κυρίως παρεμβαίνουσας ότι είναι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα οι περί τούτου ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που προτάθηκαν απ' αυτούς, που δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει των ανωτέρω αντιθέτων σαφών και πειστικών καταθέσεων των μαρτύρων των εναγομένων, οι οποίες ενισχύονται και από τα έγγραφα που αναφέρονται κατωτέρω, δεν κρίνονται πειστικές ούτε ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου για τα πιο πάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά ενισχύεται και από τα ακόλουθα στοιχεία : α) Την υπ' αριθμ. .../22-2-1991 δημόσια διαθήκη του Σ. Κ., συζύγου της κυρίως παρεμβαίνουσας, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ηλία Μαγκλάρα και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 45/13-9-1991 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, στην οποία περιγράφονται τα ακίνητα του διαθέτη, ενώ δεν αναφέρεται οτιδήποτε για κοινό ή συνιδιόκτητο ακίνητο στη θέση "Πουρί" εκτάσεως 6 στρεμμάτων, β) Τις υπ' αριθμ. .../3-3-1994 και .../8-3-1994 δημόσιες διαθήκες του Π.
Κ. συζύγου της πρώτης ενάγουσας, που συντάχθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Μαγδαληνής Παππά και δημοσιεύθηκαν με τα υπ' αριθμ. 14/17-5-1994 και 15/17-5-1994 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με τις οποίες ο διαθέτης καταλείπει, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένο ακίνητο εκτάσεως 2.500 τ.μ.
και όχι μερίδα σε κοινό ή συνιδιόκτητο ακίνητο, γ) Την υπ' αριθμ. .../10-11-1999 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ιωάννη Ραβανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία η πρώτη ενάγουσα αποδέχεται τα 750/2500 ή τα 750 τ.μ. εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου διακεκριμένου τμήματος εκτάσεως 2.500 τ.μ., που έλαβε ο σύζυγος της Π.
με την ως άνω διανομή, δ) Την υπ αριθμ. ΤΥ'3249/Φ50/14-9-1984 απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 524 τ. Δ της 4-10-1984, τους κτηματολογικούς πίνακες, την από 7-4-1988 έκθεση κτηματογραφήσεως που συντάχθηκαν από τον πολιτικό μηχανικό Δ. Κ., στα οποία αναφέρεται ότι κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση εκτάσεως για την εκτέλεση των εργασιών βελτιώσεως και διαπλατύνσεως της οδού ..., η ληφθείσα δε αποζημίωση από την παραπάνω απαλλοτρίωση διανεμήθηκε μόνο μεταξύ των αδελφών Γ.
και Π. Κ., καθώς και της Ν. Ε., που αντιπροσωπεύθηκε από την θεία της Ι. Τ.. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή μεταξύ των τότε συγκυρίων του προς διανομή ακινήτου ενισχύεται ακόμη και από το ότι κανένας από τους διαδίκους δεν αμφισβητεί την αποκλειστική κυριότητα της τρίτης και τέταρτης των εναγομένων στις ανωτέρω οικοδομές που έχουν ανεγερθεί, όπως προεκτέθηκε από τον πρώτο εναγόμενο.
Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να αχθεί το Δικαστήριο από το γεγονός ότι στο από Δεκεμβρίου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Π., που συνοδεύει την ανωτέρω .../1983 οικοδομική άδεια, αποτυπώνεται ως ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου ολόκληρο το επίδικο, δηλαδή έκταση 4.743,04 τ.μ. και όχι εκείνη, την οποία είχε λάβει στην αποκλειστική του νομή μετά τις άτυπες διανομές, καθόσον η πιο πάνω αποτύπωση του ακινήτου έγινε γιατί για τη λήψη οικοδομικής άδειας σε ακίνητο εκτός σχεδίου, όπως ήταν τότε το επίδικο απαιτείτο ελάχιστη έκταση 4 στρεμμάτων.
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν ανατρέπεται ούτε από την παραίτηση των Γ. και Π. Κ. από την ασκηθείσα αγωγή τους περί κυριότητος κατά της κυρίως παρεμβαίνουσας, αλλά ούτε και από την υπ' αριθμ. 142/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε κατόπιν εγέρσεως της από 22-11-1995 αγωγής νομίμου μοίρας της κυρίως παρεμβαίνουσας, που εκτιμώνται ελευθέρως.
Οι αντίθετοι δε ισχυρισμοί των εναγόντων και της κυρίως παρεμβαίνουσας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Ενόψει των προδιαληφθέντων καθένας από τους συγκυρίου του φερομένου ως επιδίκου επικοίνου ακινήτου κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία, του αυτοτελούς τμήματος που περιήλθε σε αυτόν κατόπιν των προαναφερομένων άτυπων συμφωνιών περί διανομής του.
Επομένως οι ενάγοντες και η κύρια παρεμβαίνουσα δεν κατέστησαν συγκύριοι με τους εναγομένους, του φερομένου ως επιδίκου επίκοινου ακινήτου, του οποίου ζητούν τη διανομή και το οποίο φέρεται ότι απέκτησαν παραγώγως (λόγω κληρονομικής διαδοχής) η πρώτη ενάγουσα και η κυρίως παρεμβαίνουσα, και λόγω αγοράς ο δεύτερος ενάγων δυνάμει συμβολαιογραφικής πράξεως νομίμως μεταγεγραμμένης, όπως αβασίμως ισχυρίζονται.
Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένσταση των πρώτου, τρίτης, τετάρτης και πέμπτης των εναγομένων περί αποκλειστικής κυριότητας αυτών σε μέρος του επιδίκου, που μετά από απαλλοτρίωση έχει έκταση 2.055,88 τ.μ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ταυτόχρονα με την αγορά του ακινήτου που αφορά το προαναφερόμενο συμβόλαιο .../16-7-1958 έλαβε χώρα άτυπη διανομή του αγορασθέντος ακινήτου, σύμφωνα με την οποία στον πρώτο εναγόμενο και στους αδελφούς του Σ.
και Π. Κ. περιήλθε από τα τρία τμήματα το τμήμα νότια της αγροτικής οδού, που είχε έκταση μικτότερη των 5 στρεμμάτων καθώς και το τμήμα δυτικά της οδού που είχε έκταση 600 περίπου τ.μ. ενώ στην συγκυρία κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου Ν. Ε., δικαιοπάροχο του δεύτερου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος το βορείως της οδού τμήμα με έκταση μικρότερη του 1 στρέμματος καθώς και μια μικρή έκταση νότια της οδού με ένα ελαιόδενδρο, ότι η διανομή αυτή έγινε σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων, που αποτυπώνεται σαφώς στο πωλητήριο συμβόλαιο, αλλά και σε γνώση και με τη συναίνεση της έως τότε συγκυρίας Ν.
Ε.. Ότι στη συνέχεια με το προαναφερθέν .../6- 9-1958 συμβόλαιο πώλησης οι αγοραστές πώλησαν στον Ζ. Μ. τα 5/40 ιδανικά μερίδια του ακινήτου, που αντιστοιχούσαν σε 650 τ.μ. περίπου, ενώ τους επόμενους μήνες ο εκ των αγοραστών Σ. Κ., σύζυγος της κυρίας παρεμβαίνουσας και ήδη πέμπτης των αναιρεσιβλήτων πώλησε άτυπα το μερίδιο του επί του ακινήτου στους δύο αδελφούς του Γ.
και Π. Κ. και αποξενώθηκε από αυτό. Ότι ακολούθως το έτος 1959 οι ως άνω αδελφοί Γ. και Π. προέβησαν σε άτυπη διανομή μεταξύ τους της έκτασης πλέον των 4.500 τ.μ. περίπου και έλαβαν καθένας τμήμα έκτασης περίπου 2.250 τ.μ., οπότε έκτοτε καθένας τους άρχισε να ασκεί στο τμήμα που έλαβε με τη διανομή τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου για δικό του λογαριασμό και ως αποκλειστικός κύριος, οι οποίες πράξεις ήταν γνωστές στους λοιπούς συγκυρίους, καθώς και σε όλους τους συγγενείς της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος Ν.
Ε., ότι έτσι καθένας από τους συγκυρίους κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία του αυτοτελούς τμήματος που περιήλθε σ' αυτόν κατόπιν των ως άνω άτυπων συμφωνιών περί διανομής και ότι οι ενάγοντες και η κύρια παρεμβαίνουσα δεν κατέστησαν συγκύριοι με τους εναγομένους του φερομένου ως επίδικου επίκοινου ακινήτου του οποίου ζητούσαν τη διανομή.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε ως ουσία βάσιμη την ένσταση του πρώτου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων περί αποκλειστικής κυριότητας αυτών σε μέρος του επιδίκου και απέρριψε την αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ότι καθένας από τους συγκυρίους του φερομένου ως επίδικου επίκοινου ακινήτου κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία του αυτοτελούς τμήματος που περιήλθε σ' αυτόν κατόπιν των προαναφερομένων άτυπων συμφωνιών περί διανομής και ότι οι ενάγοντες και η κύρια παρεμβαίνουσα δεν κατέστησαν συγκύριοι με τους εναγομένους του φερομένου ως επίδικου επίκοινου ακινήτου του οποίου ζητούσαν τη δικαστική διανομή.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη.
Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, διότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι "δυνάμει του .../16-7-1958 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πρέβεζας Αναστασίου Φέτση, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στον πρώτο εναγόμενο Γ.
Κ. και τα αδέλφια του Σ. και Π. Κ. περιήλθε ένεκα πωλήσεως από τους τότε αληθείς κυρίους Γ. Τ., Ι. συζ. Ι. Σ., Ι. χήρα Δ. Γ. και Ε. σύζ. Α. Π. η κυριότητα, νομή και κατοχή των 17/20 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου ..., ότι τα υπόλοιπα 3/20 εξ αδιαιρέτου ανήκαν στην κυριότητα της Ν. Ε. ..., ότι το όλο ακίνητο των 6 στρεμμάτων διαχωριζόταν ουσιαστικά σε τρία (3) επί μέρους τμήματα ..., ότι ταυτόχρονα με την ως άνω αγορά έλαβε χώρα άτυπη διανομή του αγορασθέντος ακινήτου, σύμφωνα με την οποία στον πρώτο εναγόμενο και στους αδελφούς του Σ.
και Π. Κ. περιήλθε από τα τρία τμήματα το τμήμα νότια της αγροτικής οδού, που είχε έκταση μικρότερη των 5 στρεμμάτων καθώς και το τμήμα δυτικά της οδού που είχε έκταση 600 περίπου τ.μ. ενώ στην συγκυρία κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου Ν. Ε., διακαιοπάροχο του δεύτερου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος το βορείως της οδού τμήμα με έκταση μικρότερη του 1 στρέμματος καθώς και μια μικρή έκταση νότια της οδού με ένα ελαιόδενδρο, ότι η διανομή αυτή έγινε σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων, που αποτυπώνεται σαφώς στο πωλητήριο συμβόλαιο, αλλά και σε γνώση και με τη συναίνεση της έως τότε συγκυρίας Ν.
Ε. και ότι με την άτυπη αυτή διανομή τα διαιρετά (ξεχωριστά) τμήματα επί του όλου ακινήτου που έλαβαν οι ανωτέρω αντιστοιχούσαν στα προαναφερόμενα ποσοστά τους επ' αυτού ...", και έτσι δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, άλλως ουχί ορθά εφάρμοσε αυτές προς διακρίβωση της αληθούς βούλησης των ως άνω συμβαλλομένων στο προαναφερθέν πωλητήριο συμβόλαιο.
Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στο επικαλούμενο συμβόλαιο, αφού μάλιστα σαφώς δέχτηκε ότι "η κατ' αυτόν τον τρόπο διανομή έγινε σύμφωνα με τη βούληση των ανωτέρω συμβαλλομένων, που αποτυπώνεται σαφώς στο πωλητήριο συμβόλαιο, αλλά και σε γνώση και με τη συναίνεση της έως τότε συγκυρίας Ν.
Ε.". Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, και τελευταίο εξεταζόμενο, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι καθένας από τους συγκυρίους κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία του αυτοτελούς τμήματος που περιήλθε σ' αυτόν κατόπιν των ως άνω άτυπων συμφωνιών περί διανομής και ότι οι ενάγοντες και η κύρια παρεμβαίνουσα δεν κατέστησαν συγκύριοι με τους εναγομένους του φερομένου ως επίδικου επίκοινου ακινήτου του οποίου ζητούσαν τη διανομή και κατόπιν τούτου να απορρίψει την αγωγή περί διανομής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί συγκυριότητας του προς διανομή επίδικου ακινήτου, και συγκεκριμένα: 1) το με αριθμό .../16-7-1958 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Πρέβεζας Αναστασίου Φέτση, 2) το με αριθμό .../6-9-1958 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, 3) το από Δεκεμβρίου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.
Π., που συνοδεύει την .../13-12-1980 οικοδομική άδεια, την οποία εξέδωσε η αρμόδια Πολεοδομική Αρχή της Νομαρχίας Πρέβεζας, 4) την από 7-4-1988 έκθεση κτηματογράφησης και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα, που έχει συντάξει η Κτηματική Υπηρεσία Πρέβεζας για τη διαπλάτυνση του παλαιού δρόμου που οδηγεί από το Γήπεδο προς το Φόρο, 5) την με αριθμό .../22-2-1991 δημόσια διαθήκη του συζύγου της κυρίως παρεμβαίνουσας Σ.
Κ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ηλία Μαγκλάρα, 6) την από 20-2-1985 υπεύθυνη δήλωση του πρώτου εναγομένου Γ. Κ., την οποία υπέβαλε στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Πρέβεζας, 7) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της απόδειξης Δ. Κ. και 8) την ένορκη κατάθεση της Μ. Γ., μάρτυρας της κυρίως παρεμβαίνουσας.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν νόμιμα ενώπιον του Εισηγητού-Δικαστού, που περιλαμβάνονται στην 19/2007 έκθεση εξετάσεως μαρτύρων και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων και τα ως άνω έγγραφα, αρκετά μάλιστα από τα οποία, όπως τα επικαλούμενα πωλητήρια συμβόλαια ρητά μνημόνευσε, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να αναφέρει χωριστά και το καθένα από τα υπόλοιπα.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα των τριών (3) πρώτων παρισταμένων στη δίκη αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-1-2011 αίτηση του Π. Ζ. του Β. για αναίρεση της υπ' αρ. 309/2010 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των τριών (3) πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ