Legislator Case Law & Legislation
1525/2011 AI generated

1525/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1525/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Απριλίου 2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3504/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3028/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 1 Απριλίου 2010 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1525/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η κατάσχεση στα χέρια του Δημοσίου ολοκληρώνεται από τη χρονολογία της έγκυρης κοινοποίησης του κατασχετηρίου στον κατά την παρ. 1 του παρόντος Υπουργό, η οποία όμως για να είναι έγκυρη, πρέπει αναγκαίως, αφενός να γίνει χρονικά τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παρ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1525 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1525/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. Α., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, με δήλωση, κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Απριλίου 2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3504/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3028/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 1 Απριλίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 23 Αυγούστου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, κατά το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου, που πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118 και:α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μη καταβάλει σ' εκείνο κατά του οποίου επισπεύδεται η εκτέλεση, διορισμό αντικλήτου, που κατοικεί του ίδιου ειρηνοδικείου ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της έδρας του τρίτου, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες, αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, διαφορετικά η κατάσχεση είναι άκυρη.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται με κοινοποίηση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο, τηρουμένων των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ, είναι δε άκυρη εάν τούτο δεν κοινοποιηθεί εντός οκταημέρου προς τον καθού η εκτέλεση, όχι όμως και όταν η επίδοσή του στον τελευταίο γίνεται πριν από την επίδοση αυτού στον τρίτο, οπότε δεν τίθεται ζήτημα οκταήμερης προθεσμίας (Α.Π197/2005) Κατά συνέπεια η πρώτη επίδοση στον τρίτο αποτελεί στοιχείο του υποστατού ή της αντικειμενικής υπόστασης της κατάσχεσης, η οποία σε περίπτωση μη πραγματοποίησής της σύμφωνα με τον οριζόμενο στο νόμο τρόπο, καθίσταται ανυπόστατη και δεν παράγει οποιοδήποτε αποτέλεσμα, ούτε δεσμεύει τον τρίτο ή τον οφειλέτη, καθού η αναγκαστική κατάσχεση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 του ν. 2972/2001, το οποίο εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση ανακοπής, που υπάγεται στην ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και συνεπώς της υπαγωγής αυτής στο ισχύον κατά την άσκηση αυτής (ανακοπής) δικονομικό καθεστώς, οι διατάξεις του Ν.2362/1995 εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις της κατάσχεσης στα χέρια του ΙΚΑ ως τρίτου, το κατασχετήριο δε έγγραφο, που προβλέπεται στην παραπάνω διάταξη κοινοποιείται στη Γενική Διεύθυνση Οικονομοτεχνικών Υπηρεσιών του ΙΚΑ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1α του Ν.2362/1995 "περί του κώδικα δημοσίου λογιστικού", που αντικατέστησε το ν. δγμα 321/1969, η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προϋποθέσεων, που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία, με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικώς:

α) στον υπουργό, ο οποίος είναι καθύλη αρμόδιος σε σχέση προς την αιτία της οφειλής του Δημοσίου, β) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, γ) σ την αρμόδια για τη συγκεκριμένη οφειλή του Δημοσίου Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, δ) στις αρμόδιες για τη φορολογία, τόσο του καθού η κατάσχεση -αναγκαστική εκτέλεση (ήτοι, του δανειστή του Δημοσίου), όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες.

Στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η κατάσχεση στα χέρια του Δημοσίου ολοκληρώνεται από τη χρονολογία της έγκυρης κοινοποίησης του κατασχετηρίου στον κατά την παρ. 1 του παρόντος Υπουργό, η οποία όμως για να είναι έγκυρη, πρέπει αναγκαίως, αφενός να γίνει χρονικά τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παρ.

λοιπές κοινοποιήσεις και αφετέρου, να συνοδεύεται από νόμιμα, υπό αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού αναγκαίων προηγουμένων εγκύρων επιδόσεων του κατασχετηρίου αυτού στις λοιπές υπηρεσίες ή χρηματικές διαχειρίσεις. Τέλος, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου η μη τήρηση των διατάξεων αυτού έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα της κατάσχεσης στα χέρια του Δημοσίου, λαμβανομένης υπόψη υπό των Δικαστηρίων και αυτεπαγγέλτως, ενώ επί άκυρης κατάσχεσης το Δημόσιο δεν υποχρεούται σε οποιαδήποτε δήλωση.

Με τις παραπάνω διατάξεις τροποποιείται βασικά το άρθρο 983 παρ. 1 του ΚΠολΔ κατά το σημείο που επιβάλλει την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, ενώ οι λοιπές διατάξεις των άρθρων 982 επ. του ΚΠολΔ, όπως προκύπτει και από την παρ. 1 του άρθρου 95 του Ν. 2362/1995, ρυθμίζουν τη διαδικασία της κατάσχεσης στα χέρια του ΙΚΑ ως τρίτου, μετά από κατάλληλη προσαρμογή προς τις διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 1 του Ν.2362/1995 σε συνδυασμό προς το άρθρο 21 του Ν.2972/2001.

Ωστόσο, αν και στην παρ. 5 του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 ορίζεται ότι η μη τήρηση των διατάξεων αυτού επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, οι συνέπειες της παράλειψης πρέπει να ενταχθούν στο σύστημα της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου και των δικονομικών ακυροτήτων του ΚΠολΔ.

Επομένως, με βάση τα αναφερόμενα στο άρθρο 983 του ΚΠολΔ, οποιαδήποτε παράλειψη από τις ως άνω κοινοποιήσεις δεν ολοκληρώνει την κατάσχεση, η οποία παραμένει ανυπόστατη, πλην όμως το αποτέλεσμα αυτών (παραλείψεων) πρέπει να κρίνεται με βάση το σκοπό καθεμιάς από τις κοινοποιήσεις. Έτσι, με δεδομένα όσα προαναφέρθηκαν, στην περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια του ΙΚΑ ως τρίτου, στη θέση του τρίτου δεν τοποθετείται το νομικό πρόσωπο του ΙΚΑ αλλά η Γενική Διεύθυνση Οικονομοτεχνικών Υπηρεσιών αυτού, στην οποία με τον τρόπο αυτό προσδίδεται ένα είδος νομικής αυθυπαρξίας, αν και στην πραγματικότητα δεν αποτελεί αυτοτελές και ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο.

Με τις παραπάνω διατάξεις η ανωτέρω υπηρεσία δεν αποκτά ιδιαίτερη νομική προσωπικότητα αλλά ο Διευθυντής της είναι όργανο και εκπροσωπεί το ΙΚΑ στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Συνεπώς, η προς την υπηρεσία αυτή κοινοποίηση του κατασχετηρίου υποκαθιστά την επίδοση στον τρίτο, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 983 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που κατά τα λοιπά εξακολουθεί να ισχύει και αποτελεί συστατικό στοιχείο - τύπο της κατάσχεσης, η δε παράλειψη της καταλήγει στον ανυπόστατο χαρακτήρα αυτής, τον οποίο δύναται να προτείνει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όχι όμως ο τρίτος, του οποίου η ενδεχόμενη αποδοχή της εγκυρότητας αυτής (κατάσχεσης) δεν ασκεί επιρροή.

Αντίθετα, η παράλειψη των λοιπών κοινοποιήσεων, που αποβλέπουν στην ενημέρωση των αντίστοιχων υπηρεσιών του τρίτου για την αποτροπή βλάβης αυτού, εξ αιτίας της βραδύτητας από την οποία χαρακτηρίζεται η αλληλοενημέρωση αυτών (υπηρεσιών), καθιστά άκυρη την κατάσχεση, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, κατά καινοτομία του ν. 2362/1995, σε σύγκριση με το προηγούμενο δίκαιο του ν.δτος 321/1969 (άρθρο 97).

Τα παραπάνω αναφέρονται ειδικά στον τρόπο και στη διαδικασία επιβολής της κατάσχεσης στα χέρια του ΙΚΑ ως τρίτου, ενώ τα δικόγραφα των δικών περί την εκτέλεση απευθύνονται και κοινοποιούνται προ το νομικό πρόσωπο, όπως εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις. Ο καθού η εκτέλεση, οφειλέτης του κατασχόντος, δικαιούται να επικαλεσθεί την αντικανονικότητα της επίδοσης του κατασχετηρίου στον τρίτο με ανακοπή των άρθρων 933 επ.

του ΚΠολΔ, καθόσον η κατάσχεση στα χέρια τρίτου, κατά το σύστημα του τελευταίου κώδικα, αποτελεί μία από τις μορφές κατάσχεσης ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και ο ίδιος έχει συμφέρον προς άρση των εμποδίων για την είσπραξη της απαίτησής του από τον τρίτο.

Συνεπώς, οι προθεσμίες για την άσκηση της ανακοπής, είναι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 934 του ΚΠολΔ και για τον προσδιορισμό του αφετήριου σημείου έναρξης αυτών (προθεσμιών) πρέπει να ληφθεί ως πρώτη μετά την επιταγή πράξη της εκτέλεσης, η κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο. Η προαναφερόμενη δε ρύθμιση τροποποίησης του άρθρου 983 ΚΠολΔ και επιβολής πρόσθετων διατυπώσεων για την ολοκλήρωση της κατάσχεσης στα χέρια του ΙΚΑ ως τρίτου, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ (ν.

δγμα 53/1974), οι οποίες εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας και εγγυώνται την πραγματική ικανοποίηση του επιδικαζόμενου από το δικαστήριο δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία περιλαμβάνεται στην έννοια της "δίκης", δεδομένου ότι με αυτή (ρύθμιση) δεν απαγορεύεται ούτε ματαιώνεται η κατάσχεση στα χέρια του ΙΚΑ ως τρίτου προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων (Ολομ.ΑΠ. 21/2001),αλλά αντίθετα δικαιολογείται, αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο σκοπός ενημέρωσης των αντίστοιχων υπηρεσιών, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της προβλεπόμενης από το νόμο δήλωσης του τελευταίου (ΙΚΑ) ως τρίτου.

Τέλος, σε ό,τι αφορά την προθεσμία για την κατά το άρθρο 985 παρ. 1 του ΚΠολΔ υποβολή της δηλώσεως του Δημοσίου και συνεπώς του ΙΚΑ ως τρίτου, αφού δεν υπάρχει καμία ειδική ρύθμιση στο ν. 2362/1995, πρέπει να ισχύσουν όσα έγιναν δεκτά και υπό την ισχύ του ν. δτος 321/1969. Η προθεσμία είναι δηλαδή 30 ημερών και αρχίζει να τρέχει από την επομένη της τελευταίας επίδοσης του κατασχετηρίου, η οποία, κατά τις ρητές διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και 21 του ν. 2972/2001, πρέπει να είναι αυτή που απευθύνεται προς τον αρμόδιο καθύλη Υπουργό, όταν τρίτος είναι το Δημόσιο και αυτή που απευθύνεται στη Γενική Διεύθυνση Οικονομοτεχνικών Υπηρεσιών του ΙΚΑ, όταν ο τρίτος είναι το τελευταίο, δεδομένου ότι η εν λόγω προθεσμία πρέπει να αντλείται όχι από τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ. 1=8 ημέρες) αλλά από το άρθρο 10 του δτος από 26-6/12-7-1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου", η ρύθμιση του οποίου υπερισχύει έναντι της γενικής του άρθρου 985 ΚΠολΔ και δεν έχει, ως ειδική, καταργηθεί με το άρθρο 1 εδ.

ε'του ΕισΝΚΠολΔ. Ως προς την προθεσμία πληρωμής από το Δημόσιο ή το 1ΚΑ, ζήτημα που επίσης δε ρύθμισε ειδικά ο ν.2362/1995, πρέπει να είναι, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τριάντα (30) ημερών. Επομένως, για την προθεσμία πληρωμής από το Δημόσιο και το ΙΚΑ, η εκπνοή της παραπάνω προθεσμίας, που αποτελεί και το απώτερο χρονικό σημείο ασκήσεως της εν λόγω ανακοπής, επέρχεται την τριακοστή ημέρα από την επίδοση του κατασχετηρίου στον καθ ού η εκτέλεση.

Και η ρύθμιση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ (ν.δγμα 53/1974), ούτε απαγορεύει, ούτε ματαιώνει την κατάσχεση στα χέρια του ΙΚΑ ως τρίτου προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων αλλά αντίθετα δικαιολογείται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν για τις πρόσθετες διατυπώσεις του άρθρου 983 ΚπολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν και από την εν γένει διαδικασία, αποδεικνύεται ότι η υπό κρίση ανακοπή κατά των ανωτέρω πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται από την εφεσίβλητη εναντίον του εκκαλούντος, για την ικανοποίηση εργατικών απαιτήσεων της πρώτης κατά του δευτέρου, συνολικού ύψους 18.950,00 ευρώ, πλέον εξόδων, που επιδικάσθηκαν τελεσίδικα, ήτοι κατά κεφάλαιο ποσού δραχμών 3.426.094 (ήτοι ευρώ 10054,57), κατά τόκους ποσού 8281,53 ευρώ και κατά τα λοιπά έξοδα συνολικά ποσού 623.90 ευρώ (ήτοι ευρώ 10054,57 +8281,53 +623.90 =18.950,00 ευρώ.

Βλ. από 7-3-2007 ένδικη επιταγή προς πληρωμή, γραμμένη κάτω από ακριβές αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της κατωτέρω αναφερόμενης απόφασης, που επιδόθηκε στο καθού η εκτέλεση- εκκαλούν στις 9-3-2007, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 7893/Β/9-3-2007 έκθεση επίδοσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή Α.

Σ.), δυνάμει της υπ' αριθμό 7776/4-10-2000 οριστικής απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά το μέρος αυτής, το αναφερόμενο στο επιδικασθέν με αυτή κεφάλαιο των 3.426.094 δραχμών ή 10.054,57 ευρώ, που προκύπτει από το αρχικά επιδικασθέν κεφάλαιο των 19.849.345 δραχμών, που μειώθηκε τόσο κατά το ποσό των 15.423.251 δραχμών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 1397/25-7-2002 απόφασης του Αρείου Πάγου επί αιτήσεως αναιρέσεως, που άσκησε το ανακόπτον και της υπ' αριθμό 4912/14-6-2005 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, στο οποίο αναπέμφθηκε η υπόθεση, για το ως άνω μη αναιρεθέν κεφάλαιο της πρώτης από τις ανωτέρω αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, όσο και κατά το ποσό του 1.000.000 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε στην καθής η ανακοπή στις 3-5-2001 [δηλαδή:

δραχμές 19.845.345 - (15423251 +1.000.000) =3.426.094], ασκήθηκε - ολοκληρώθηκε στις 24-4-2007, δηλαδή με την επίδοση αντιγράφου αυτής στην εφεσίβλητη (βλ. την από 24-4-2007 πράξη της δικαστικής επιμελήτριας Μ. Π. στην πρώτη σελίδα του επιδοθέντος στην εφεσίβλητη αντιγράφου της ανακοπής), ήτοι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως, πριν εκπνεύσει η ισχύουσα στην προκειμένη περίπτωση προθεσμία των 30 ημερών, από το χρόνο κατά τον οποίο επιχειρήθηκε να πραγματοποιηθεί εις βάρος του ανακόπτοντος η κατάσχεση της ανωτέρω χρηματικής απαίτησης στα χέρια του ΙΚΑ, με την ιδιότητα του τρίτου, δηλαδή οφειλέτη του εκκαλούντος - καθού η εκτέλεση, δυνάμει του από 29-3-2007 κατασχετηρίου εγγράφου, που επιδόθηκε σ' αυτό (ΙΚΑ) και στην προαναφερόμενη Γενική Διεύθυνση Οικονομοτεχνικών Υπηρεσιών αυτού στις 2-4-2007 (βλ.

Ι940Α' και 1945Α/2-4-2007 εκθέσεις επίδοσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή Α. Σ.) και στο καθού η εκτέλεση -εκκαλούν στις 3-4-2007 (βλ, με αριθμό 1950Α/3-4-2007 έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή), δεδομένου ότι η προθεσμία μέσα στην οποία το ΙΚΑ, το οποίο με την υπ' αριθμό 4216/19-4-2007 εμπρόθεσμη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δήλωσή του στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, δέχθηκε ότι υπάρχει στα χέρια αυτού ως τρίτου και οφειλέτη του καθού η κατάσχεση η εν λόγω απαίτηση, την οποία οφείλει το ίδιο (ΙΚΑ) στο καθού η εκτέλεση από σύμβαση νοσηλείας των ασφαλισμένων του στο τελευταίο και ότι θα παρακρατήσει το οφειλόμενο ποσό προκειμένου να το αποδώσει στην επισπεύδουσα και κατασχούσα εφεσίβλητη, ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει το παρακρατηθέν ποσό στην τελευταία, έληγε στις 30-5-2007, δηλαδή 30 ημέρες από την επίδοση του κατασχετηρίου στο καθού η εκτέλεση - εκκαλούν.

Επομένως, η άσκηση της ανακοπής έγινε εμπροθέσμως, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού τηρήθηκε η προθεσμία για την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής (ήτοι κατάθεση και επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 585 παρ. και 215 παρ 1του ΚΠολΔ, πριν την επέλευση του απωτάτου χρονικού σημείου, μέχρι του οποίου μπορούσε να ασκηθεί), με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης περί απαραδέκτου της έφεσης λόγω της επικαλούμενης παράλειψης τηρήσεως της προθεσμίας των 8 ημερών των άρθρων 983 παρ. 1 και 988 παρ.1 του ΚΠολΔ για την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής και συνεπώς λόγω του απαράδεκτου της τελευταίας, η οποία άλλωστε (τήρηση προθεσμίας) ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο να κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτουν επίσης και τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η καθής η ανακοπή με την από 25-8-1997 αγωγή της απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε, μεταξύ των άλλων, να αναγνωρισθεί ότι το ανακόπτον νοσοκομείο της οφείλει το ποσό των 20.245.096 δραχμών, από το οποίο να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό του 1.000.000 δραχμές με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως μισθολογικές διαφορές ποσού 18.497,626 δραχμών του χρονικού διαστήματος 1-7-1995 έως 31-8-1997, κατά το οποίο παρείχε σ' αυτό την εργασία της ως καθαρίστρια, στα πλαίσια εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στις 22-12-1986 και αμοιβή ποσού 1.747.470 δραχμών για την υπερωριακή απασχόληση του από 1-7-1995 έως 30-6-1997 χρονικού διαστήματος.

Το ανωτέρω πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμό 1770/1998 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Επί της από 5-7-1999 έφεσης που άσκησε η ανακόπτουσα εκδόθηκε η υπ' αριθμό 7776/4-10-2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κρίθηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και έγινε εν μέρει δεκτή η τελευταία κατά το ποσό των 19.845.345 δραχμών (ήτοι 18.101.875 δραχμές ως μισθολογικές διαφορές και 1.747.470 δραχμές ως αμοιβή υπερωριακής εργασίας), το οποίο αναγνωρίσθηκε ότι οφείλει να καταβάλει το ανακόπτον στην καθής, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για το ποσό του 1.000.000 δραχμών.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε αίτηση αναίρεσης το ανακόπτον επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1397/25-7-2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η πρώτη μόνο για το κεφάλαιο αυτής με το οποίο αναγνωρίσθηκαν ή επιδικάσθηκαν οι προαναφερόμενες αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1996 έως 31-8-1997 και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο για να την επαναδικάσει μόνο ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.

Τέλος, με την υπ' αριθμό 4912/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι η προαναφερόμενη αγωγή δεν είναι νόμιμη για τις ασκούμενες με αυτή μισθολογικές κλπ διαφορές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (από 1-1-1996 έως 31-8-1997), με αποτέλεσμα να απορριφθεί η ανωτέρω από 5-7-1999 έφεση της καθής ως αβάσιμη κατ' ουσία για τις ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις, για τις οποίες με τον τρόπο αυτό η υπ' αριθμό 1770/1998 απορριπτική απόφαση του παραπάνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατέστη τελεσίδικη για τις αγωγικές αξιώσεις του από 1-1-1996 έως 31-8-1997 από την ημέρα δημοσίευσης της υπ' αριθμό 4912/2005 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και να ισχύει πλέον μόνο η πρώτη με αριθμό 7776/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για τις επιδικασθείσες με αυτή μισθολογικές κλπ διαφορές του υπόλοιπου από 1-7 έως 31-12-1995 αγωγικού χρονικού διαστήματος συνολικού ύψους 4.426.094 δραχμών, έναντι του οποίου καταβλήθηκε κατά την 3-5-2001 ποσό 1.000.000 δραχμών και να παραμείνει υπόλοιπο προς ενδεχόμενη αναγκαστική εκτέλεση το ποσό των 3.426.094 δραχμών ή 10.054,57 ευρώ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Έτσι, η καθής, προκειμένου να ικανοποιήσει την επιδικασθείσα ως άνω χρηματική απαίτηση της αρχικά με βάση την τελεσίδικη υπ' αριθμό 7776/4-10-2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εξοπλισθείσα με την υπ' αριθμό 826/2001 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, προχώρησε στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του ανακόπτοντος, εκτός από την επιχειρηθείσα δυνάμει του ένδικου από 29-3-2007 κατασχετηρίου εγγράφου αναγκαστική κατάσχεση, που επιδιώχθηκε με τις προαναφερόμενες επιδόσεις αυτού και με την επίδοση στο τελευταίο κατά την 15-2-2001 της από 12-2-2001 επιταγής προς πληρωμή, γραμμένης κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής, ποσού δραχμών 18.849.345 (βλ.

υπ' αριθμό 1490/Β/Ι5-2-2001 έκθεση επίδοσης του προαναφερόμενου δικαστικού επιμελητή). Μετά δε την έκδοση των υπ' αριθμούς 1397/25-7-2002 και 4912/14-6-2005 αποφάσεων του Αρείου Πάγου και του παρόντος Δικαστηρίου αντίστοιχα και την ανωτέρω μερική καταβολή του ποσού του 1.000.000 δραχμών, δηλαδή προκειμένου να εισπράξει και την υπόλοιπη επιδικασθείσα με την υπ' αριθμό 7776/2000 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, ανερχόμενη στο ως άνω ποσό των 3.426.094 δραχμών ή 10.054,57 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, προχώρησε στην επίδοση κατά την 5-10-2005 της από 28-9-2005 επιταγής προς πληρωμή του ως άνω ποσού, γραμμένης και αυτής κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής (βλ υπ' αριθμό 1268/Α/5-10-2005 έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή).

Τέλος, την 9-3-2007 η καθής η ανακοπή επέδωσε στο ανακόπτον την από 7-3-2007 ένδικη επιταγή προς πληρωμή του κεφαλαίου των 3.426.094 δραχμών, που απέμεινε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και τους τόκους και τα έξοδα δηλαδή προς πληρωμή του συνολικού ποσού των 18.950,00 ευρώ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω (βλ. υπ' αριθμό 7893/Β/9-10-2007 έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή), κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής).

Σύμφωνα με τα παραπάνω και τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 6, 51 περ. α, 52 εδ. γ του ν. δτος 496/1974 και 264 αρ. 1 του ΑΚ η ανωτέρω ένδικη χρηματική απαίτηση της καθής η ανακοπή, που βεβαιώθηκε με την προαναφερόμενη 7776/4-10-2000 τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατά το ανωτέρω μη αναιρεθέν κεφάλαιο αυτής, δεν έχει υποπέσει στην ελεγχόμενη και αυτεπαγγέλτως και μη αντίθετη προς το Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ.1), την ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1) και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ (άρθρο 1, Πρβλ.

Α.Π. 1866/2008) πενταετή παραγραφή, που άρχισε την 5-10-2000, ήτοι από την επομένη ημέρα του χρόνου τελεσιδικίας της άνω απόφασης, δεδομένου ότι δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος των 5 ετών, λόγω των διαδοχικών διακοπών αυτής τόσο με την υποβολή της υπόθεσης στα αρμόδια δικαστήρια (Α.Π. 1446/1996) όσο και με τις προαναφερόμενες επιδόσεις της επιταγής προς πληρωμή.

Όμοια, λοιπόν αφού έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε τους ισχυρισμούς της καθής περί διαδοχικής διακοπής της εν λόγω παραγραφής και απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της ανακοπής περί πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως, για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του ανακόπτοντος με την ανακοπτόμενη από 7-3-2007 επιταγή προς πληρωμή, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.

Συνεπώς, ο πρώτος σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο ισχυρίζεται το εκκαλούν ότι έσφαλε η εκκαλουμένη, διότι απέρριψε τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής του κατά της ένδικης από 7-3-2007 επιταγής προς πληρωμή, που στηρίζεται στο άρθρο 48 παρ. 6 του ν. δτος 496/19740,πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία. Το Εφετείο έκρινε περαιτέρω ότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω η προσβαλλόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επιχειρήθηκε να πραγματοποιηθεί εις βάρος του ανακόπτοντος και με άλλη πράξη πλην της επίδοσης της ανωτέρω επιταγής προς πληρωμή, δηλαδή με κατάσχεση της ανωτέρω χρηματικής απαίτησης στα χέρια του ΙΚΑ, με την ιδιότητα του τρίτου, δηλαδή οφειλέτη του εκκαλούντος - καθού η εκτέλεση, δυνάμει του από 29-3-2007 κατασχετηρίου εγγράφου, που επιδόθηκε σε αυτό (ΙΚΑ) και στην προαναφερόμενη Γενική Διεύθυνση Οικονομοτεχνικών Υπηρεσιών αυτού στις 2-4-2007 (βλ, 1940 Α και 1945 Α/2-4-2007 εκθέσεις επίδοσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή Α.

Σ.) και στο καθού η εκτέλεση εκκαλούν στις 3-4-2007 (βλ. με αριθμό 1950 Α/3-4-2007 έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή). Ωστόσο, η καθής η ανακοπή δεν επικαλέσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε και στο παρόν στάδιο της δίκης επικαλείται, ούτε αποδεικνύει ότι έχει τηρηθεί η επιβαλλόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 95 του ν. 2362/1995 και 21 του ν. 2972/2001 και την ερμηνεία που δόθηκε σε αυτές προδικασία για την ολοκλήρωση της κατάσχεσης σε βάρος του ανακόπτοντος και στα χέρια του ΙΚΑ ως τρίτου, αφού δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας, ότι:

Α) στην παραπάνω υπηρεσία του ΙΚΑ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψεως, προσλαμβάνει: α') ένα είδος νομικής αυθυπαρξίας, αν και στην πραγματικότητα δεν αποτελεί αυτοτελές και ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο και β') την ιδιότητα του τρίτου, η επίδοση του εν λόγω κατασχετηρίου συνοδευόταν "...από νόμιμα υπό αρμοδίου δικαστικού επιμελητή επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αναγκαίων προηγουμένων αναγκαίων επιδόσεων του κατασχετηρίου αυτού στις λοιπές υπηρεσίες ή χρηματικές διαχειρίσεις", όπως επιτακτικά αναφέρεται στην παρ. 3 του εφαρμοζόμενου στην εξεταζόμενη περίπτωση, δυνάμει του άρθρου 21 του ν. 2971/2001, άρθρου 95 του ν. 2362/1995 και Β) πραγματοποιήθηκαν οι επιδόσεις του εν λόγω κατασχετηρίου στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) τόσο του καθού η κατάσχεση (δανειστή του τρίτου ΙΚΑ) όσο και της καθής η ανακοπή και επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση και ειδικότερα την κατάσχεση.

Αποτέλεσμα των παραπάνω παραλείψεων είναι η εξεταζόμενη κατάσχεση να θεωρείται όχι μόνο άκυρη, λόγω της παράλειψης της επιδόσεως του κατασχετηρίου στις προαναφερόμενες ΔΟΥ, αλλά και ανυπόστατη, σύμφωνα με όσα διεξοδικά αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως, επειδή η επίδοση του κατασχετηρίου στην προαναφερόμενη υπηρεσία του ΙΚΑ δεν έγινε χρονικά τελευταία από τις (μη πραγματοποιηθείσες) προαναφερόμενες επιδόσεις, όπως επιτάσσουν με την ποινή της "ακυρότητας" οι διατάξεις των παρ. 3 και 5 του άρθρου 95 του ν. 2362/1995, την τήρηση των οποίων ελέγχει και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο και την παράλειψη των οποίων δύναται να επικαλεσθεί και το ανακόπτον - καθού η εκτέλεση, εφόσον έχει έννομο προς τούτο συμφέρον, δεδομένου ότι η κήρυξη της ακυρότητας της εναντίον του κατάσχεσης στα χέρια του οφειλέτη του ΙΚΑ, διευκολύνει την είσπραξη της κατεσχεμένης απαίτησης από το ίδιο (ανακόπτον), όπως προαναφέρθηκε και επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε το δεύτερο λόγο της υπό κρίση ανακοπής περί ακυρότητας της προσβαλλόμενης αναγκαστικής κατάσχεσης, που είναι νόμιμος, έστω και αν η επίκληση του άρθρου 53 του ν.

δτος 496/1974 (Λογιστικό των ΝΠΔΔ κλπ) ως εφαρμοζόμενου στην προκειμένη περίπτωση νομικού κανόνα είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο ΜΟΝΟΝ του Π. Δτος 437/1977 "περί εξαιρέσεως των ασφαλιστικών οργανισμών των υπαγομένων εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών της εφαρμογής του ν.

δτος 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ" (ΦΕΚ Λ 134/1977), που δεν καταργήθηκε ως προς την κατάσχεση στα χέρια τρίτου με το άρθρο μόνο του Π.Δτος 305/1985, το ΙΚΑ εξαιρέθηκε της εφαρμογής του ν. δτος 496/1974 και διότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενη με την αγωγή αίτημα ή ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης ή ανακοπής, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των επικαλούμενων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων -εκκαλών - ανακόπτων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής έφεσης ή ανακοπής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα ή το λόγο πραγματικά περιστατικά και όχι από το διδόμενο από τον ενάγοντα κλπ νομικό τους χαρακτηρισμό (ΑΠ 119/2008), έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και κατ' ουσία, ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης.

Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο απέρριψε την ανακοπή κατά το μέρος αυτής με το οποίο ζητήθηκε η ακύρωση της προσβαλλόμενης κατάσχεσης και έκαμε εν μέρει δεκτή την έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, διακράτησε την υπόθεση, την ερεύνησε κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλομένη πράξη αναγκαστικής εκτελέσεως, δηλαδή την εκ μέρους της καθής, εις βάρος του ανακόπτοντος, γενομένη, δυνάμει του από 29-3-2007 κατασχετηρίου εγγράφου, εις χείρας του ΙΚΑ ως τρίτου, κατάσχεση της αναφερόμενης παραπάνω χρηματικής απαιτήσεως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-10-2010 αίτηση της Θ. Α., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3028/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2011.-

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ