Supreme Court dismisses appeal against High Court order for state compensation, rejecting argument that police order is not a judicial decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Kontovazainis's appeal against the High Court's judgment ordering it to restore the disputed land status. The Municipality argued the police order mandating restoration was an administrative measure rather than a judicial decision, and questioned the necessity of spending the awarded compensation. The court rejected these claims, ruling that the police order constituted a judicial decision subject to enforcement under the relevant Civil Procedure Code articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94 of the Constitution; Articles 105 and 106 of the Introductory Law to the Civil Code; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: A police order ordering the restoration of property following a judicial decision constitutes a judicial decision subject to enforcement under the Civil Procedure Code, and the High Court's assessment of factual circumstances regarding the necessity of costs is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1525 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1525/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΟΝΤΟΒΑΖΑΙΝΗΣ", που εδρεύει στο δ.δ. Κοντοβάζαινας του ομόωνυμου Δήμου Νομού Αρκαδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Ψ, κατοίκου δ.δ. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρέκκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/5-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελευσίνας Πελοποννήσου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-5-2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 904/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναβάλλει την πρόοδο της δίκης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 9-10-2009 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 5-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 του Συντάγματος και 2 παρ. 1 και 2 του Ν. 1406/1983, προκύπτεί ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν είχαν μέχρι τότε υπαχθεί σ' αυτή. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρο 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.
Κατά το άρθρο 105 του εν λόγω εισαγωγικού νόμου, για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, ενώ κατά το άρθρα 104 του ίδιου εισαγωγικού νόμου, για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που η εκδίκαση τους υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι κατά κύριο λόγο, εκείνες που πηγάζουν από πράξεις των οργάνων του δημοσίου, οι οποίες ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας, με προέχον δηλαδή στοιχείο την επιβολή της υπέρτερης μονομερούς βούλησης του Δημοσίου, χωρίς να αποκλείονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες των ιδίων οργάνων, όταν αυτές απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που έχει ενεργήσει εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του. (ΟΛ.
ΑΠ 3/1994). Εξάλλου, με την παρ.1 του άρθρου 945 ΚΠολΔ, παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την υλική πράξη, μετά τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως του οφειλέτη, εφόσον αυτή μπορεί να γίνει και από τρίτο, με δαπάνη του οφειλέτη. Αν πρόκειται για δικαστική απόφαση καταδικάζεται ο οφειλέτης να επιχειρήσει την πράξη εντός ορισμένης προθεσμίας και συγχρόνως με την ίδια απόφαση, παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την πράξη με δαπάνη του οφειλέτη, αν παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία ή αν στη διάρκεια αυτής ο οφειλέτης εκδηλώνει ρητά την άρνηση του για την εκπλήρωση της υποχρέωσης του.
Πάντως, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της απόφασης η παροχή της δυνατότητας στο δανειστή της επιχείρησης της πράξεως, καθόσον η δυνατότητα αυτή απορρέει απευθείας από την πιο πάνω διάταξη. Έτσι, εφόσον ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προς την ανωτέρω υποχρέωση του γεννάται αυτομάτως δικαίωμα του δανειστή να υποκαταστήσει τον οφειλέτη και να ενεργήσει αυτός την υλική πράξη.
Το δικαίωμα αυτό αυτομάτων ενεργοποιείται και υλοποιείται, δεδομένου ότι η άρνηση ή η παραμέληση του οφειλέτη, οδηγεί σε αδρανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά, ο δε δανειστής πρέπει να κοινοποιήσει επιταγή στον οφειλέτη, ο οποίος επιτάσσεται να επιχειρήσει την πράξη.
Μετά την πάροδο της προθεσμίας που τάχθηκε, η οποία αποδεικνύεται ημερολογιακά, κατ'άρθρο 915 εδ.β'ΚΠολΔ, ο δανειστής δικαιούται να επιχειρήσει την πράξη. Η επιχείρηση της πράξης από το δανειστή, αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης. Ο καθ'ου η εκτέλεση έχει δικαίωμα να προβάλλει αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης του δανειστή με ανακοπή του άρθ. 933 επ.
ΚΠολΔ αν διατείνεται συμμόρφωση προς την υποχρέωσή του. Έτσι με την παρ. 1 της προαναφερόμενης διατάξεως παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να προβεί στην πράξη δαπάναις του οφειλέτη, εφόσον ο οφειλέτης μετά την κοινοποίηση της επιταγής δεν εκπληρώσει την υποχρέωση του. Προς τούτο με την παρ. 2 της ίδιας διατάξεως παρασχέθηκε η εξουσία στο δικαστήριο να καταδικάσει τον οφειλέτη με αίτηση του δανειστή και στην προκαταβολή του ποσού της δαπάνης.
Εάν δεν έλαβε χώρα καταδίκη στην προκαταβολή, ή εάν το προσδιορισθέν προκαταβολικά ποσό δεν αποδείχθηκε τελικά αρκετό για την επίτευξη της εκτελέσεως, μπορεί ο δανειστής μετά την επιχείρηση απ'αυτόν της πράξεως να ζητήσει με αυτοτελή αγωγή την καταδίκη του καθ'ου η εκτέλεση οφειλέτη στην καταβολή των δαπανηθέντων.
Η φύση και η λειτουργία της κατ'αυτόν τον τρόπο επιδικαζομένης δαπάνης προσδίδει σ'αυτή την έννοια της αποζημιώσεως για την από το δανειστή, αντί του οφειλέτη, τέλεση της πράξεως και όχι της ποινής για την αθέτηση από τον τελευταίο της σχετικής υποχρεώσεώς του. Ενόψει δε του ότι η από τον δανειστή επιχείρηση της πράξεως, εντός του πλαισίου των διατάξεων του άρθρου 945 ΚΠολΔ, αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης, η επιδικαζόμενη στο δανειστή δαπάνη εκτελέσεως, κάτω από τις ως άνω συνθήκες, διέπεται, αν όχι ευθέως, τουλάχιστον κατ'αναλογίαν, από τις γενικές αρχές της διατάξεως του άρθρου 932 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ.3 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση (αρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της από 5-2-2006 αγωγής, με αυτή ο ενάγων - αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε τα εξής :
Ότι είναι αποκλειστικός κύριος ενός οικοπέδου κείμενου εντός του εναγομένου Δήμου Κοντοβάζαινας Αρκαδίας, το οποίο ανέκαθεν επικοινωνούσε με τον κεντρικό δρόμο του Δήμου Κοντοβάζαινας μέσω ενός υφισταμένου από εκατονταετίας και άνω, πέτρινου μονοπατιού πλάτους 1 μ, περίπου. Το έτος 1988 προέβη στη διαπλάτυνση του μονοπατιού αυτού σε βάρος αποκλειστικά της ιδιοκτησίας του, με αποτέλεσμα να αποκτήσει αυτό πλάτος 3,50 μ. , ενώ το έτος 2000 προέβη με δαπάνες του στην πλακόστρωση του δρόμου αυτού με αντιολισθηρές πλάκες.
Τον Αύγουστο του 2004, ωστόσο, ο εναγόμενος - αναιρεσείων Δήμος Κοντοβάζαινας, κατέστρεψε την πλακόστρωση του δρόμου με τη ρίψη τσιμέντου. Με την υπ'αρίθμ. 1/2005 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηλείας, ύστερα από αίτηση του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, διατάχθηκε ο εναγόμενος - αναιρεσείων Δήμος Κοντοβάζαινας, να επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση στην ανωτέρω εδαφική λωρίδα, μήκους 35 μ.
και πλάτους 2,5 μ. Λόγω της μη συμμορφώσεως αυτού (Δήμου) προς το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, επιχείρησε ο ίδιος ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος την εκτέλεση εναντίον του, με την αποστολή δικαστικού επιμελητή και κατάλληλου συνεργείου, για τις ενέργειες δε αυτές δαπάνησε το συνολικό ποσό των 6.844,05 ΕΥΡΩ.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 945 και 932 ΚΠολΔ, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό (6844,05 ΕΥΡΩ ). Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, που ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Δεν δικαιολογείται, υπό τα ιστορούμενα περιστατικά, να χαρακτηριστεί η υπόθεση αυτή, ως διοικητική διαφορά ουσίας, εν όψει του ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγόμενου Δήμου, δεν έχει ασφαλώς εκδηλωθεί στα πλαίσια της άσκησης δημόσιας εξουσίας, ή σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της Δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους, αλλά σε σχέση με τη μη συμμόρφωση του αναιρεσείοντος Δήμου προς το περιεχόμενο της πιο πάνω Εισαγγελικής αποφάσεως και της επιχείρησης από τον αναιρεσίβλητο της πράξης που διατάχθηκε, η οποία αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης, η αξίωση δε του ήδη αναιρεσίβλητου δανειστή κατά του αντιδίκου του (οφειλέτη) για τις ένδικες δαπάνες, που επιδικάστηκαν στον πρώτο κατ'έφεση, αποτελούν αξίωση αποζημίωσης υπο ευρεία έννοια, που έρεισμα έχει τη διάταξη του άρθρου 932 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 945 του ίδιου Κώδικα και όχι τις διατάξεις των άρθρων 106 και 106 Εισ.ΝΑΚ.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε ότι η επίδικη διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου, και έτσι ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Έτσι, όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 945 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο δικαστικής αποφάσεως και επιχειρήσει πράξη που διατάχθηκε, η οποία αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης, παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την υλική αυτή πράξη με δαπάνες του οφειλέτη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του Α.Ν.1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που εφαρμόζεται αναλογικά και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.Δ.31/1968, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 του Ν.1416/1984, και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, καθιερώνεται αρμοδιότητα του Εισαγγελέα για την προσωρινή ρύθμιση της διακατοχής των δημοσίων ή δημοτικών ή κοινοτικών κτημάτων (ακινήτων), που αμφισβητείται μεταξύ του Δημοσίου ή Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και ιδιώτη.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση που εκδίδεται από τον Εισαγγελέα στα πλαίσια της ως άνω αρμοδιότητάς του, αποτελεί πράξη δικαστικής αρχής σε ιδιωτική διαφορά (Αν.Ειδ.Δικ.2/1977 Δ8, 147) και σαν τέτοια αποτελεί, μετά την τελεσιδικία της, ιδιότυπο εκτελεστό τίτλο, πέραν από αυτούς που ορίζονται στο αρθρ.904 ΚΠολΔ ή άλλες ειδικές διατάξεις και εκτελείται κατά τις δικονομικές διατάξεις περί αναγκαστικής εκτελέσεως.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, προβάλλεται η από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε, ως Εφετείο, κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ουσιαστικών διατάξεων και δη των άρθρων 945 και 932 του ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η προαναφερθείσα με αριθ.1/2005 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηλείας, με την οποία διατάχθηκε ο αναιρεσείων Δήμος Κοντοβαζαίνης να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση στην επίδικη εδαφική λωρίδα, δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, αλλά αστυνομικό μέτρο και, συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 945 παρ.1 και 932 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες ρυθμίζεται ο τρόπος εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη, η ανωτέρω εισαγγελική απόφαση, φέρει το χαρακτήρα δικαστικής απόφασης, η οποία εκτελείται κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, προβάλλεται η αιτίαση ότι για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, σύμφωνα με το διατακτικό της με αριθ. 1/2005 απόφασης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηλείας, δεν ήταν αναγκαίο να δαπανηθούν τα επιδικασθέντα ποσά.
Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η μη δεκτική αναιρετικού έλεγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Πολυμελές Πρωτοδικείο (άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ). Τέλος, με τον ίδιο, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της επιδίκασης στην αναιρεσίβλητη ποσού 500 ευρώ, ως αμοιβή του δικαστικού επιμελητή " για την ολοκλήρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως (σύνταξη έκθεσης, έκδοση απογράφου, επίδοση αυτής κλπ)" κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 47,48 και 161 παρ. 2 του ΝΔ 1210/1972 "περί δικαστικών επιμελητών" και της με αριθμό 55385/1995 κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Δικαιοσύνης.
Ο λόγος αυτός, κατά το τρίτο μέρος του, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του στοιχεία και, συγκεκριμένα που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2008 αίτηση του Δήμου Κοντοβαζαίνης του Νομού Αρκαδίας, για αναίρεση της 5/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία καθορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ