Legislator Case Law & Legislation
1525/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding late filing of supplementary appeal arguments.

Case Number 1525/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a gift revocation. The appellants argued the lower court erred in rejecting their claim that the gift was made out of moral duty, but the court found their arguments insufficient. The primary reason for dismissal was that supplementary appeal arguments were filed too late, violating strict procedural timelines.

Legislator headnote

AI generated

Article 569(2)(a) of the Code of Civil Procedure; Article 568(3) and 570 of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds for appeal must be filed in writing at least thirty full days before the hearing, calculated from the initial hearing date set by the President, not a rescheduled date.

Keywords

AI generated
supplementary appeal grounds Code of Civil Procedure filing deadline initial hearing date procedural dismissal rescheduled hearing appeal timeline

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 568(3) of the Code of Civil Procedure
Article 570 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 123/1972
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1525 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1525/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009 με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Στεργιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Καυκούλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-1993 αγωγή της αρχικής διαδίκου ΧΧ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2713/1996 μη οριστική, 2379/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6937/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-12-2006 αίτησή τους και με τους από 30-1-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε τις από 24-11-2008 και 23-2-2009 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ... ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους".

Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και προπαρασκευή της υποθέσεως και τη σύνταξη της εκθέσεως από τον εισηγητή που διορίστηκε, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων νοείται η αρχική, η οποία, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη, που προσδιορίστηκε ύστερα από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 123/1972).

Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στις 8.1.2007 και ακολούθως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, με την από 12.10.2007 πράξη του Προέδρου του Γ Πολιτικού Τμήματος ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 3.12.2008.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 4.3.2009. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που ασκήθηκαν με το από 30.1.2009 δικόγραφο, το οποίο δεν κατατέθηκε τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 3.12.2008, αλλά στις 30.1.2009, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη για δεύτερη φορά ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο της 4.3.2009, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι εξαιτίας της εκπρόθεσμης ασκήσεως τους.

ΙΙ). Κατά μεν το άρθρο 505 ΑΚ ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή, κατά δε το άρθρο 512 Α.Κ. δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας δεν μπορούν να ανακληθούν.

Ως δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας, χαρακτηρίζεται η δωρεά πού ανταποκρίνεται, σύμφωνα με τις αντιλήψεις πού επικρατούν κάθε φορά, σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον τού δωρητή ή την ευπρέπεια, άσχετα από τα ελατήρια της ενέργειας του δωρητή. Ο χαρακτηρισμός δε αυτός δεν εξαρτάται απ' την ονομασία που της έδωσαν οι συμβαλλόμενοι, αλλά είναι έργο του δικαστηρίου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά της συμβάσεως.

Ειδικότερα ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δεν είναι το κοινό καθήκον που έχει κάθε άνθρωπος στους συνανθρώπους του, αλλά μόνο εκείνο που απορρέει από τις ιδιαίτερες σχέσεις του δωρητή προς το δωρεοδόχο και δεν υπάρχει στη δωρεά που γίνεται από τον πατέρα στο παιδί του, για να το ανταμείψει για τις περιποιήσεις του, αφού μεταξύ πατέρα και παιδιού υπάρχει νόμιμη υποχρέωση από το συγγενικό τους δεσμό.

Δωρεά δε από λόγους ευπρέπειας, είναι εκείνη πού ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες, ή τις απαιτήσεις τής κοινής γνώμης, ή γίνεται από κοινωνική υποχρέωση. Ο ισχυρισμός δε ότι η δωρεά έγινε από λόγους ιδιαιτέρου καθήκοντος ή από λόγους ευπρεπείας συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "... Η αρχικώς ενάγουσα ΧΧ ήταν κυρία ενός οικοπέδου, επιφανείας 135,70 τ.μ. που βρίσκεται στον Δήμο ... επί της οδού ... αρ. ... . Επί του ως άνω οικοπέδου αναγέρθηκε ισόγειος οικία, επιφανείας 70 περίπου τ.μ, κατά τα έτη 1971-1972.

Δυνάμει του με αριθμό ... δωρητηρίου συμβολαίου του σ/φου Αθηνών Κίμωνος Χλαπανίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η αρχικώς ενάγουσα δώρισε εν ζωή στον αρχικώς πρώτο των εναγομένων ΑΑ, και στην σύζυγο του δεύτερη των εναγομένων Χ1 και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα το δικαίωμα του υψούν του πρώτου (Α) υπέρ το ισόγειο ορόφου με ποσοστό συνιδιοκτησίας 200% επί του προπεριγραφέντος ακινήτου.

Επίσης με το ... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω σ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αυτή συνέστησε αδιατίμητη προίκα υπέρ της θετής της θυγατέρας ΒΒ, επί του ανωτέρω οικοπέδου μετά της επ' αυτού υπάρχουσας ισογείου οικίας, πλην του δικαιώματος του υψούν ... . Μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας το ανωτέρω οικόπεδο μετά της επ' αυτού υπάρχουσας ισόγειας οικίας, περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στην ως άνω θετή θυγατέρα της ΒΒ ... .

Η αρχικώς ενάγουσα ... ανέθρεψε με αγάπη και φροντίδα τόσο τον ΑΑ, υιό του συζύγου της Νικολάου από τον πρώτο του γάμο, όσο και την θετή της θυγατέρα ΒΒ ... . Tο ότι ο ΑΑ και η ΒΒ ανατράφηκαν σαν αδέλφια από την αρχικώς ενάγουσα ... καταθέτουν οι μάρτυρες ... . Δεν αποδείχθηκε όμως ότι, κατά την υπογραφή του ... δωρητηρίου συμβολαίου, οι δωρεοδόχοι ΑΑ και η σύζυγος του Χ1 υποσχέθηκαν στην δωρήτρια ότι θα την συντηρούσαν οικονομικά και θα την διέτρεφαν καθ' όλη την διάρκεια του υπολοίπου βίου της ... .

Ανεξαρτήτως του ότι οι δωρεοδόχοι δεν είχαν τέτοια υποχρέωση διατροφής της δωρήτριας εκ του νόμου, τέτοιο ζήτημα δεν είχε τεθεί, κατά την περί τούτου κρίση του Δικαστηρίου, όπως άλλωστε καταθέτει και ο μάρτυρας ανταποδείξεως ..., ανεψιός της δεύτερης εναγομένης, αφού λόγω των πολύ στενών και αρίστων σχέσεων αφ' ενός μεν μεταξύ των δωρεοδόχων και της δωρήτριας, αφ' ετέρου δε μεταξύ της θετής θυγατέρας ΒΒ και της δωρήτριας (προικοδότριας) αλλά και μεταξύ τους, σκοπός της τελευταίας, στον οποίο στόχευαν οι προαναφερθείσες από αυτήν μεταβιβάσεις επί του ιδίου ακινήτου, ήταν να παρασχεθεί η δυνατότητα, με την ανέγερση οικοδομής στον πρώτο όροφο, να συγκατοικήσουν στο ίδιο ακίνητο, αλλά σε διαφορετικές κατοικίες οι οικογένειες του ΑΑ αφ' ενός και της ΒΒ αφ' ετέρου, με την αρχικώς ενάγουσα, η οποία, μετά τον θάνατο του συζύγου της Νικολάου το έτος 1972, διέμενε και διατρεφόταν με την οικογένεια της θετής της θυγατέρας.

Άλλωστε την περίοδο εκείνη που καταρτίσθηκαν οι προαναφερθείσες συμβολαιογραφικές πράξεις, ο ΑΑ είχε σημαντικά έξοδα, διότι είχε ήδη δημιουργήσει οικογένεια από το έτος 1965, οπότε παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την δεύτερη εναγομένη, και διέμενε σε μισθωμένη από αυτόν κατοικία ... . Την ίδια περίοδο η αρχικώς ενάγουσα, δωρήτρια, η οποία δεν εργαζόταν και δεν είχε οικονομικές απόλαυες από ασφαλιστικό φορέα, συνέχιζε να συγκατοικεί και συντηρείτο από την θετή θυγατέρα του ΒΒ, στην ιδιόκτητη επί της οδού ...

αρ. ... ισόγεια οικία της, ενώ εν τω μεταξύ η θετή θυγατέρα της ΒΒ είχε διορισθεί ως υπάλληλος στον ΟΤΕ και είχε δημιουργήσει δική της οικογένεια ... . Στα πλαίσια αυτά, ο ΑΑ και ο προικολήπτης ΓΓ, σύζυγος της θετής θυγατέρας της αρχικώς ενάγουσας ΒΒ, υπέβαλαν από κοινού το έτος 1978 αίτηση αδείας, με αντικείμενο αφ' ενός μεν την επέκταση της ισογείου οικίας επί του πιο πάνω οικοπέδου, αφ' ετέρου δε την ανέγερση οικοδομής στον πρώτο όροφο, μετά δε την έκδοση αδείας οικοδομής, έλαβαν χώρα οι σχετικές οικοδομικές εργασίες και το έτος 1980 η οικογένεια του ΑΑ μετακόμισε στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του.

Στο ισόγειο διαμέρισμα του ως άνω ακινήτου, το οποίο είχε επεκταθεί, συνέχισε να διαμένει η οικογένεια της ΒΒ, με την αρχικώς ενάγουσα. Αρχικά οι σχέσεις των δύο οικογενειών και της ΧΧ ήταν άριστες. Περί τα τέλη όμως του έτους 1987 δημιουργήθηκαν τα πρώτα προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις. Αφορμή για την δημιουργία των ως άνω προβλημάτων αποτέλεσε η απόπειρα του ΑΑ και της γυναίκας του να κατασκευάσουν καμινάδα στην ταράτσα της οικοδομής και η άρνηση της ΒΒ να επιτρέπει στην οικογένεια του ΑΑ να χρησιμοποιεί τα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής ... .

Οι διαφορές αυτές δημιούργησαν αρχικά ψυχρότητα στις σχέσεις των δύο οικογενειών, αλλά και έναντι της δωρήτριας ΧΧ, η οποία υιοθέτησε πλήρως τις απόψεις της θετής της θυγατέρας, με την οποία διέμενε ... . Η όλη κατάσταση επιδεινώθηκε από την άσκηση τον Οκτώβριο του έτους 1991 εκ μέρους του ΑΑ και της συζύγου του αγωγής κατά της ΒΒ, αφορώσας το δικαίωμα χρήσεως από αυτούς των κοινών μερών της οικοδομής, η οποία έγινε τελεσιδίκως δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ... .

Αντίθετη αγωγή της ΒΒ απορρίφθηκε τελεσιδίκως ως ουσιαστικά αβάσιμη ... . Τέλος αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ΑΑ και Χ1 κατά της ΒΒ, με αντικείμενο την προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως για την επανασύνδεση της παροχής ύδατος ... έγινε δεκτή ... . Στα πλαίσια των πιο πάνω διαφορών, η εναγομένη Χ1 στις 22 Φεβρουαρίου 1990 εξύβρισε την θετή θυγατέρα της ενάγουσας και την απείλησε με την φράση "σε μεγαλώσαμε ...

θα σου γαμήσω την Παναγία ... θα σε κάνω μαύρη στο ξύλο", ενώ την επομένη ημέρα 23 Φεβρουαρίου 1990, σε συνάντηση των δύο γυναικών στην σκάλα της οικοδομής, η Χ1 απηύθυνε κατά της ΒΒ τις ίδιες φράσεις, την εξύβρισε με την λέξη "μούλα" και στη συνέχεια την έσπρωξε στα σκαλιά της οικίας της. Όπως δε χαρακτηριστικά καταθέτει η μάρτυρας αποδείξεως, σε σχετική παρατήρηση της ΧΧ να παύσουν να αποκαλούν "μούλα" την θετή της θυγατέρα, αυτοί της ζήτησαν "να μην ξαναπατήσει στο σπίτι τους".

Καθ' όλη δε την χρονική περίοδο από το 1990-1992 αμφότεροι οι ΑΑ και η σύζυγος του Χ1, όντας χολωμένοι διότι η αρχικώς ενάγουσα είχε πλήρως υιοθετήσει τις απόψεις της θετής της θυγατέρας, απέφευγαν επιδεικτικά να την χαιρετήσουν. Στις 3 Αυγούστου 1991 και ενώ η αρχικώς ενάγουσα και η θυγατέρα της ΒΒ βρίσκονταν στην αυλή της οικίας των περί ώρα 21.00, ο ΑΑ εξύβρισε την ΒΒ με την φράση "Τον Χριστό σου, θα σε μαυρίσω στο ξύλο" και της εκσφενδόνισε μία γλάστρα, ενώ η σύζυγος του Χ1 την εξύβρισε με την φράση "είσαι πρόστυχη, να δεις τι θα σου κάνουμε".

Κατά την διάρκεια του επεισοδίου, η ΧΧ απώθησε τον ΑΑ για να μην κτυπήσει την ΒΒ, κάνοντας του και σχετική παρατήρηση, το δε επεισόδιο έληξε με την επέμβαση γειτόνων. Επίσης τις απογευματινές ώρες της 2 Μαΐου 1992, ενώ η ΒΒ κατέβαινε από την ταράτσα της οικίας, όπου είχε ανέβει για να απλώσει ρούχα, ο ΑΑ επιτέθηκε κατ' αυτής στο πλατύσκαλο της οικίας του την εξύβρισε με τις φράσεις "παληοβρώμα, ...

την ακινητοποίησε και την κτύπησε ..., με την παρότρυνση της συζύγου του Χ1 ...". Ακούγοντας τις φωνές της ΒΒ, η αρχικώς ενάγουσα ΧΧ ανέβηκε την σκάλα, προκειμένου να παρέμβει στο επεισόδιο, οπότε δέχθηκε επίθεση από τον υιό του ΑΑ, Χ2, ο οποίος την απώθησε βιαίως και την εξύβρισε με την φράση "άει στο διάολο από εδώ, παληόγρια", με αποτέλεσμα να απωλέσει την ισορροπία της και να πέσει στο πλατύσκαλο, υποστάσα σωματικές κακώσεις.

Οι ΑΑ και Χ1 αντί να συγκρατήσουν τον υιό τους, αδιαφόρησαν και εισήλθαν στο διαμέρισμα τους, εγκαταλείποντας την ΧΧ. Την ίδια αδιαφορία επέδειξαν και τις επόμενες ημέρες, αν και γνώριζαν ότι εξ αιτίας της επιθέσεως του υιού τους, η αρχικώς ενάγουσα ΧΧ, ηλικίας τότε 81 ετών, υπέστη κάταγμα 5ης πλευράς αριστερά και θλάση θώρακα ... .

Ο υιός των αρχικά εναγομένων Χ2, ήδη δεύτερος των εγκαλούντων, κατόπιν εγκλήσεως της παθούσας, καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για απλή σωματική βλάβη και εξύβριση σε βάρος της παθούσας αρχικώς ενάγουσας σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο μηνών και δέκα ημερών, ανασταλείσα επί τριετία, ...Η θετή θυγατέρα της αρχικώς ενάγουσας υπέβαλε και αυτή έγκληση κατά των εναγομένων, με την οποία ζητούσε την ποινική τους δίωξη για τα αδικήματα της εξυβρίσεως, εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης, απειλής και βλασφημίας, που έλαβαν χώρα σε βάρος της την ημέρα εκείνη και την επομένη (3-5-1992), για τα οποία η εναγομένη Χ1 καταδικάσθηκε, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως τριάντα ημερών ..., ενώ ως προς τον αρχικά πρώτο των εναγομένων ΑΑ έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω του εν τω μεταξύ επισυμβάντος στις 26 Νοεμβρίου 1994 θανάτου αυτού.

Ακολούθως, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 15-10-1992 αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος ..., η αρχικώς ενάγουσα ... εξέφρασε παράπονα σε βάρος της εναγομένης Χ1 ότι την εξύβρισε ... . Αντιθέτως οι μηνύσεις, που υπέβαλε ο αρχικός εναγόμενος κατά της ΒΒ για τις πράξεις της εξυβρίσεως και της απειλής, που φέρονται ότι τελέσθηκαν σε βάρος του στις 25-7-1992, και για τις πράξεις της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και εξυβρίσεως, που φέρονται ότι τελέσθηκαν σε βάρος του στις 28 Μαρτίου 1993, δεν είχαν το ίδιο αποτέλεσμα, αφού όπως προκύπτει από τις 121355/1995 και 26370/1996 αποφάσεις του Μονομελούς και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντιστοίχως, η ΒΒ κηρύχθηκε αθώα ... .

Όμως το γεγονός ότι πράγματι οι σχέσεις της οικογένειας ΑΑ και Χ1 με την δωρήτρια μεταβλήθηκαν κυρίως από τις αρχές του έτους 1990, με αφορμή την αντιδικία αυτών με την ΒΒ, σχετικά με την χρήση των κοινών μερών και ιδίως του δώματος της οικοδομής δεν δικαιολογεί την περιφρονητική και εξυβριστική συμπεριφορά του ΑΑ και της συζύγου του Χ1 , τόσο έναντι της δωρήτριας, όσο και έναντι της θετής της θυγατέρας ΒΒ, με την οποία διέμενε η πρώτη και ως εκ τούτου ευλόγως έδειχνε μεγαλύτερη αδυναμία στο πρόσωπο της, αφού η δωρήτρια είχε αναθρέψει με μεγάλη αγάπη, στοργή και φροντίδα τον ΑΑ από πολύ μικρή ηλικία, μετά δε τον γάμο του, όχι μόνο για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέσχε χωρίς αμοιβή τις υπηρεσίες της για την λειτουργία του δευτέρου καταστήματος καθαριστηρίου ρούχων αυτού, αλλά κυρίως με την πιο πάνω δωρεά θέλησε να καλύψει και κάλυψε τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας αυτού, παρέχοντάς του την δυνατότητα να ανεγείρει ιδιόκτητη κατοικία και να αποφύγει έτσι τις δαπάνες για μίσθωση κατοικίας, με τις οποίες πριν το 1980 αυτός επιβαρυνόταν.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα ΧΧ αγόρασε το προπεριγραφόμενο οικόπεδο αντί του ποσού των 30.000 δραχμών, όπως προκύπτει από το με αρ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαδοπούλου. Το πιο πάνω τίμημα πιστώθηκε εξ ολοκλήρου και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δεκαοκτώ μηνιαίες δόσεις ... .

Για τον λόγο αυτό η αγοράστρια αποδέχθηκε ισόποσες συναλλαγματικές. Η καταβολή των δόσεων έγινε από την αγοράστρια, η οποία είχε ορισμένες αποταμιεύσεις, αφού από το έτος 1958 εργαζόταν σχεδόν επί καθημερινής βάσεως, ως καθαρίστρια σε διάφορα σπίτια και καταστήματα ... . Αντιθέτως ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το τίμημα της ανωτέρω αγοράς του οικοπέδου καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από χρήματα που κατέβαλαν ο ΑΑ από την εργασία του ως ελαιοχρωματιστής και ο σύζυγος της αρχικώς ενάγουσας, ως εργολάβος οικοδομών, τα οποία κέρδιζαν από την προσωπική του εργασία, δεν κρίνεται βάσιμος.

Ο πρώτος των εναγομένων αδυνατούσε να συνεισφέρει οικονομικά στην αγορά του παραπάνω οικοπέδου, αφού είχε σημαντικά χρέη προς τρίτους και μάλιστα είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως.... Ο ανωτέρω εναγόμενος είχε μισθώσει ένα διαμέρισμα στο ..., από το οποίο αποχώρησε διότι δεν κατέβαλλε τα μισθώματα και μέχρι τα τέλη του 1965, οπότε παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο, κατοικούσε μαζί με την δωρήτρια, τον σύζυγο της και την θετή θυγατέρα της πρώτης σε μισθωμένο διαμέρισμα στον ..., εργαζόταν δε περιστασιακά ως ελαιοχρωματιστής κοντά στον πατέρα του.

Μετά δε το έτος 1965, οπότε δημιούργησε την νέα του οικογένεια, δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει οικονομικά στην αγορά του πιο πάνω οικοπέδου, λόγω των αυξημένων οικογενειακών αναγκών, αφού διέμενε σε μισθωμένη οικία, και συγχρόνως προέβη σε δαπάνες για την αγορά μηχανημάτων που εγκατέστησε στο πρώτο καθαριστήριο στο ..., το οποίο λειτουργούσε στο όνομα της συζύγου του Χ1, που ανήλθαν στο σημαντικό για την εποχή ποσό των 100.000 δραχμών.

Για τον ίδιο λόγο ο ΑΑ δεν ενίσχυσε οικονομικά ούτε την κατασκευή της ισογείου οικίας επί του πιο πάνω ακινήτου, οι εργασίες κατασκευής της οποίας άρχισαν τον Μάϊο του 1971, αφού την ίδια περίπου περίοδο (1972) ο ΑΑ άνοιξε και την δεύτερη επιχείρηση καθαριστηρίου στην οδό ... αρ. ... στους ... επιβαρυνόμενος με τις δαπάνες μισθώσεως καταστήματος και αγοράς των αναγκαίων μηχανημάτων για την λειτουργία της επιχειρήσεως αξίας 80.000 δραχμών.

Αλλά ούτε και ο σύζυγος της αρχικώς ενάγουσας και πατέρας του ΑΑ, Χ2 συνεισέφερε στην αγορά του πιο πάνω οικοπέδου και αργότερα στην ανέγερση του ανωτέρω ορόφου. Ο Χ2 είχε και αυτός κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 22088/1959 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας διατάχθηκε η παύση των εργασιών με την 3273/1960 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου λόγω ελλείψεως ενεργητικού προς συνέχιση των.

Μάλιστα, όπως καταθέτει η μάρτυρας αποδείξεως, κατά τα έτη 1957-1958 εκπλειστηριάσθηκε η οικία του Χ2, η οποία είχε ανεγερθεί και με την βοήθεια της συζύγου του στα ..., όπου αυτοί διέμεναν, προς ικανοποίηση δανειστών του ΑΑ, τα χρέη του οποίου είχε εγγυηθεί ο πατέρας του, ΑΑ. Άλλωστε, μετά το έτος 1967 ο ΑΑ, ο οποίος ήταν μεγάλης ηλικίας πλέον, παρουσίαζε έντονα προβλήματα υγείας ..., εξ αιτίας των οποίων δεν ήταν σε θέση να εργασθεί και τελικώς απέθανε στις 8 Απριλίου 1972.

Η ανέγερση της ισογείου οικοδομής άρχισε τον Μάϊο του 1971, μετά την έκδοση της ... αδείας ανεγέρσεως οικοδομής. Αρχικά τις δαπάνες για την ανέγερση της ισόγειας οικοδομής κατέβαλε η αρχικώς ενάγουσα ΧΧ, ..., ενώ μετά το έτος 1972 επιβαρύνθηκε και κατά ένα μέρος των δαπανών ανεγέρσεως της οικοδομής η θετή θυγατέρα της ΒΒ, η οποία από το έτος 1971 εργαζόταν αρχικά στον ιδιωτικό τομέα και στην συνέχεια από 11-9-1973 ως μόνιμη υπάλληλος του ΟΤΕ.

Σημειωτέον ότι για τις δαπάνες επεκτάσεως της πιο πάνω οικοδομής μετά το έτος 1978 επιβαρύνθηκε ο σύζυγος της τελευταίας ΓΓ, ο οποίος προσέφερε και προσωπική εργασία. Επομένως δεν αποδείχθηκε η κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προταθείσα από τους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες ένσταση, ότι η ανωτέρω δωρεά έλαβε χώρα από λόγους ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, αφού το πιο πάνω ακίνητο αγοράσθηκε με χρήματα του συζύγου της δωρήτριας Χ2 και ότι με δαπάνες αυτού και του ΑΑ ανηγέρθη επ' αυτού ισόγειος οικία, με σκοπό να συστήσει η δωρήτρια επ' αυτής προίκα υπέρ της θετής θυγατέρας της ΒΒ και να εξασφαλίσει η ιδία στέγη εφ' όρου ζωής, ένσταση την οποία επαναφέρουν οι εκκαλούντες στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο εφέσεως.

Είναι δε αδιάφορο το ότι στο ... δωρητήριο συμβόλαιο αναγράφεται ότι η πιο πάνω δωρεά του δικαιώματος του υψούν προς τους δωρεοδόχους ΑΑ και Χ1 γίνεται "εκ λόγων ευπρεπείας και ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και της προς αυτήν αφοσιώσεως και περιθάλψεως εις τας δύσκολους στιγμάς του βίου της", που άλλωστε ουδόλως εξειδικεύονται και συγκεκριμενοποιούνται.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα ΧΧ, λόγω της προπαρατεθείσας συμπεριφοράς των δωρεοδόχων προς αυτήν και προς την θετή της θυγατέρα ΒΒ με τις από 20 Απριλίου 1993 έγγραφες δηλώσεις της, όπου γίνεται μνεία των ανωτέρω επεισοδίων, τις οποίες κοινοποίησε στους δωρεοδόχους στις 28.4.1993, προέβη στην ανάκληση της πιο πάνω δωρεάς στην οποία είχε προβεί, δυνάμει του ...

δωρητηρίου συμβολαίου, λόγω αχαριστίας και κάλεσε αυτούς να προβούν στην προς αυτήν αναμεταβίβαση του δωρηθέντος ακινήτου. Η ανωτέρω ανάκληση της δωρεάς είναι νόμιμη και επέφερε τα έννομα αυτής αποτελέσματα, διότι η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των δωρεοδόχων προς την δωρήτρια και την θετή θυγατέρα της τελευταίας συνιστούν υπαίτια βαρεία αντικοινωνική συμπεριφορά και διαγωγή των δωρεοδόχων, που αντίκειται το μεν σε κανόνες δικαίου, το δε στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, συνιστώσα στην συγκεκριμένη περίπτωση αχαριστία αυτών, με την οποία οι δωρεοδόχοι εξεδήλωσαν την έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς την δωρήτρια, εν όψει και της προπεριγραφείσας συμπεριφοράς της τελευταίας προς αυτούς.

Τέλος αποδείχθηκε ότι μετά τον θάνατο της δωρήτριας αρχικώς ενάγουσας ΧΧ στις 1 Απριλίου 2002 κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας, αυτή κληρονομήθηκε από την ήδη εφεσίβλητη Ψ, θυγατέρα της θετής θυγατέρας της δωρήτριας ... . Μετά δε τον θάνατο του πρώτου εναγομένου ΑΑ στις 26 Νοεμβρίου 1994 κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας ο τελευταίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγο του Χ1 και από τα δύο τέκνα του Χ2 και Χ3, ήδη εκκαλούντες, επί όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του στην οποία περιλαμβάνεται το 1/2 εξ αδιαιρέτου του δωρηθέντος σε αυτόν ακινήτου.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, κρίνοντας ομοίως, αναγνώρισε την εγκυρότητα της πιο πάνω ανακλήσεως της δωρεάς και καταδίκασε τους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες να προβούν σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου για την αναμεταβίβαση του δωρηθέντος σε αυτούς ακινήτου ...

προς την ήδη ενάγουσα, κληρονόμο της δωρήτριας ..., απέρριψε δε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων ότι η ανωτέρα δωρεά έλαβε χώρα από λόγους ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και ευπρέπειας ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις ...". Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της ενστάσεως των εναγομένων περί του ότι η εν λόγω δωρεά έγινε από λόγους ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και λόγους ευπρεπείας και την παραδοχή της ένδικης αγωγής, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 512 ΑΚ, που εφάρμοσε και επομένως οι περί αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου και δευτέρου λόγου αναιρέσεως, κατά το μέρος που αυτές στηρίζονται στο άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Επίσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και οι διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, γιατί με τις πιο πάνω αιτιολογίες το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του αυτή νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής διάταξης που εφάρμοσε, ενώ τα πραγματικά επιχειρήματα που επικαλείται οι αναιρεσείοντες διάσπαρτα με την αίτησή τους, εφόσον αναφέρονται σε ελλείψεις κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους είναι οι αυτοί ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμ. 8 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, καθ' όσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποία ήταν τα πράγματα αυτά που προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ποία ήταν τα πράγματα, τα οποία η απόφαση δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ποία επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι οι συνιστώντες τα πράγματα αυτοτελείς ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτώς από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.12.2006 αίτηση, ως και τους από 30.1.2009 προσθέτους λόγους, των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 6937/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ