Legislator Case Law & Legislation
1525/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appeal judgment as inadmissible due to prior precedent on same issue.

Case Number 1525/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Court of Appeal judgment awarding compensation for the loss of use of land containing archaeological artifacts. The State argued the lower court erred by awarding compensation instead of a fee without first verifying if the artifacts were officially designated as protected. However, the Court ruled that the Court of Appeal had already established this fact in a prior 2003 Supreme Court decision, making the new claim inadmissible under established precedent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562(1), 581(2), and 559(18) of the Code of Civil Procedure; A new ground of appeal alleging violation of substantive or procedural rules is inadmissible if the referring court has already ruled in conformity with the prior appeal judgment on the same issue.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal res judicata precedent binding civil procedure archaeological protection

Cited Legislation

AI generated
Article 562(1) of the Code of Civil Procedure
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(18) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Decision 1120/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1525 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1525/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δημόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/1994 του ίδιου Δικαστηρίου και 8/1999 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε το αναιρεσείον με την από 3-4-2001 αίτησή του και τους από 26-2-2003 πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 1120/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου. Το Εφετείο εξέδωσε την 472/2004 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητά το αναιρεσείον με την από 20-12-2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 3-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται η υπ' αριθμ. 463/2005 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του Ν. 2298/1995, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 28 παρ. 3 του Ν. 2579/1998 και 42 του Ν. 2721/1999.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική". Κατά το άρθρο 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ: " Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237".

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτος νέος λόγος αναιρέσεως για παράβαση άλλων ουσιαστικών ή δικονομικών κανόνων, σε περίπτωση συμμόρφωσης του ουσιαστικού δικαστηρίου προς την αναιρετική απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την 1120/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου ανηρέθη η 8/1999 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου με τις ακόλουθες σκέψεις: "Επειδή κατά το άρθρο 1 του κωδικοποιηθέντος με το π.δ της 9/24-8-2932, ν. 5351/1932 "περί αρχαιοτήτων", όλα τα αρχαία, κινητά και ακίνητα, από των αρχαιοτάτων χρόνων και εφεξής, που βρίσκονται είτα σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά κτήματα στην Ελλάδα, είναι ιδιοκτησία του Κράτους, στο οποίο ανήκει το δικαίωμα και η φροντίδα για την αναζήτηση και διάσωσή τους σε δημόσια μουσεία.

Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, αν υπάρχουν ή ευρεθούν τυχαίως σε ιδιωτικό κτήμα αρχαία κτήρια ή άλλα αρχαία που δεν μπορούν να μετακινηθούν, αν είναι άξια λόγου και πρέπει να διατηρηθούν, ο κύριος του κτήματος αμείβεται μόνο για την αξία του χώρου, τον οποίο καταλαμβάνει το αρχαίο, εκτιμάται δε ο χώρος αυτός κατά την ανώτατη τρέχουσα αξία όμοιων κτημάτων στην περιφέρεια, αυξημένη κατά 10%.

Κατά το άρθρο 9 του ίδιου νόμου, για το διατηρητέο αρχαίο ακίνητο αποφαίνεται το βραδύτερο εντός μηνός από τη δήλωση του ο αρχαιολογικός έφορος και, σε περίπτωση αμφιβολίας αυτού, επιτροπή από τρεις εφόρους, εντός δύο το πολύ μηνών από τη δήλωση. Μετά την άπρακτη πάροδο διμήνου από τη δήλωση ευρέσεως του αρχαίου, ο ιδιοκτήτης δικαιούται σε αποζημίωση για την παρακώλυση της χρήσεως της ιδιοκτησίας του.

Αν περάσει δε έτος από την ημέρα που δηλώθηκε η εύρεση του αρχαίου και δεν έχει ληφθεί ακόμη κάποια απόφαση γι' αυτό, ο ιδιοκτήτης μπορεί να το θεωρήσει ως μη διατηρητέο. Ο αρμόδιος αρχαιολογικός έφορος είναι υπεύθυνος για την προσήκουσα ενέργεια προς έγκαιρη εκτέλεση των διατυπώσεων που απαιτούνται για τη λήψη αποφάσεως περί του διατηρητέου αρχαίου ακινήτου.

Με το άρθρο 50 του ίδιου νόμου απαγορεύεται, χωρίς άδεια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας, η λατομία κλπ σε αρχαία ερείπια πόλεων ή πλησίον αυτών, η πλησίον αρχαίων επιχείρηση έργου που μπορεί να τα βλάψει, αμέσως ή εμμέσως, και οποιαδήποτε εργασία σε κτήρια και λείψανα ή ερείπια αρχαίων, και αν ακόμη δεν επιφέρει ζημία, απειλούνται δε ποινές κατά των παραβατών των ανωτέρω απαγορεύσεων, ενώ στο άρθρο 51 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι ιδιώτης που παρακωλύεται να ενεργήσει οποιαδήποτε πράξη απαγορευμένη με το προηγούμενο άρθρο, μπορεί να ζητήσει την απαλλοτρίωση του κτήματος του, αν δε αυτή δεν γίνει, μετά πάροδο διετίας από την υποβολή της αιτήσεως, επιτρέπεται να διαθέσει το κτήμα του κατά βούληση.

Το Δημόσιο όμως μπορεί να προβαίνει σε αναγκαστική απαλλοτρίωση των κτημάτων αυτών και μετά την πάροδο της διετίας. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν σε ιδιωτικό κτήμα βρεθεί αρχαίο αντικείμενο που δεν μπορεί να μετακινηθεί, η εύρεση δε αυτού δηλώθηκε αρμοδίως, τότε α) εφόσον το αρχαίο χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο, ο κύριος του κτήματος δικαιούται να απαιτήσει αμοιβή για την αξία του χώρου που καταλαμβάνει το αρχαίο.

Η αξία αυτή προσδιορίζεται ίση με την ανωτάτη τρέχουσα αξία όμοιων κτημάτων της ίδιας περιφέρειας, αυξημένη κατά 10% και β) εάν παρέλθει δίμηνο από τη δήλωση της ευρέσεως του αρχαίου, ο κύριος του κτήματος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση, για τη ζημία που υπέστη από την παρακώλυση της χρήσεως της ιδιοκτησίας του και για όσο χρόνο παραλείπεται ο χαρακτηρισμός του αρχαίου ως διατηρητέου.

Η εν λόγω αποζημίωση είναι άσχετη τόσο προς την αμοιβή για το χώρο που καταλαμβάνει το αρχαίο, όσο και προς την αποζημίωση που ορίζει το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος, καθόσον η τελευταία οφείλεται μόνον όταν λαμβάνονται μέτρα περιοριστικά της κυριότητας ακινήτου χάριν της προστασίας των αρχαίων και για την οποία, η συνταγματική αυτή διάταξη ανέθεσε στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει τον τρόπο και το είδος της.

Η αποζημίωση αυτή ρυθμίσθηκε ειδικότερα με το άρθρο 19 του επακολουθήσαντος νόμου 3028/2002 "για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς".

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος ενός ακινήτου στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου ..... . Κατά τη διάρκεια εκσκαφών, που πραγματοποιήθηκαν σε αυτό το έτος 1978 για την ανέγερση οικοδομής, βρέθηκαν αρχαία, ήτοι τμήμα μυκηναϊκού και μεσοελλαδικού οικισμού με τάφους.

Μετά τη δήλωση της ευρέσεως αυτών επιλήφθηκε η Δ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, η οποία, κατόπιν αυτοψίας, εισηγήθηκε την απαλλοτρίωση του χώρου. Η κίνηση όμως της διαδικασίας αυτής επέφερε τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, που συνεχίσθηκε και μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. ..... αποφάσεως του υπουργού Πολιτισμού, με την οποία διατάχθηκε η κατάχωση των αρχαίων για λόγους προστασίας τους, χωρίς να ληφθεί απόφαση για την τύχη του ακινήτου, που παρέμεινε δεσμευμένο μέχρι το έτος 1990, οπότε και επετράπη η ανοικοδόμηση του με την υπ' αριθμ. .....

απόφαση του υπουργού Πολιτισμού. Με βάση τα περιστατικά αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο για τη στέρηση της χρήσεως του ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα από το 1978 μέχρι την άσκηση της αγωγής (27-2-1989), την οποία προσδιόρισε ίση με την κατά τετραγωνικό μέτρο ανώτατη τρέχουσα αξία όμοιων κτημάτων στην περιφέρεια, αυξημένη κατά 10%, για ολόκληρη την επιφάνεια του κτήματός του.

Έτσι που έκρινε, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε αφ' ενός μεν το άρθρο 8 του κωδ. ν. 5351/1932, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 31 του β.δ. 634/1960, 1 του β.δ. 918/1966 και 37 παρ. 5 του ν.δ. 957/1971 (με τα οποία μεταφέρθηκε η αρμοδιότητα για θέματα αρχαιοτήτων και αναστηλώσεων από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως και από αυτό στο Υπουργείο Πολιτισμού) με το να προβεί στην επιδίκαση αμοιβής ίσης με την αξία του χώρου που καταλαμβάνουν τα αρχαία, χωρίς προηγουμένως να διαπιστώσει εάν αυτά είχαν χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα, και αφ' ετέρου το άρθρο 9 του ίδιου νόμου, με το να επιδικάσει αντί αποζημιώσεως αμοιβή, για τη στέρηση της χρήσεως του ακινήτου.

Συνεπώς, πρέπει αυτή ν' αναιρεθεί, κατά τους βάσιμους από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως και το μοναδικό του δικογράφου των προσθέτων." Έτσι, μετά την ρηθείσα αναιρετική απόφαση, η υπόθεση παρεπέμφθη στο Εφετείο για επανεκδίκαση, με μοναδικό αντικείμενο: την αιτιολόγηση του ζητήματος, αν τα αρχαία αντικείμενα, που βρέθηκαν στο ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, είχαν χαρακτηρισθεί αρμοδίως "διατηρητέα", οπότε αυτός - κατά την έννοια της αποφάσεως του Αρείου Πάγου - θα εδικαιούτο της οικείας νόμιμης "αμοιβής".

Επί του θέματος αυτού, το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι όντως οι επίμαχες αρχαιότητες είχαν χαρακτηρισθεί διατηρητέες, με διοικητική πράξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών του έτους 1983, προχώρησε δε, με βάση την παραδοχή αυτή, στην επιδίκαση αμοιβής στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, ως ιδιοκτήτη του ακινήτου στο οποίο αυτές βρέθηκαν και φυλάσσονται.

Διέλαβε δε επί του θέματος αυτού το Εφετείο σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Με βάση τα προεκτεθέντα πρέπει να απορριφθούν και οι δύο αναιρετικοί λόγοι, και δη ο μεν δεύτερος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ) ως αβάσιμος, ο δε πρώτος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ), σύμφωνα με τον οποίο: είχε επιτραπεί, με διοικητική πράξη έτους 1990 "η ανοικοδόμηση του οικοπέδου του αντιδίκου με όρους και περιορισμούς που αποσκοπούσαν στην προστασία των αρχαίων", τούτο δε "καθιστά ανεφάρμοστη την διάταξη του άρθρου 8 του αρχαιολογικού νόμου", προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω δεδικασμένου, που παρήχθη περί του οικείου ισχυρισμού από την προαναφερόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου.

Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 472/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ