Legislator Case Law & Legislation
1525/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding dowry contract interpretation and evidence requirements under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1525/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a dowry dispute. The appellant argued the lower court misinterpreted a dowry agreement and failed to properly evaluate evidence, but the court found these grounds insufficient. The court ruled that the appeal was vague regarding specific facts and that the lower court was not required to demand proof for matters not formally proposed by the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(a), 559(10)(a), 559(10)(b) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the court considering unproven or unproposed facts is inadmissible if the appeal does not clearly specify the facts and their impact on the judgment, or if the court was not obligated to require proof for unproposed matters.

Keywords

AI generated
dowry contract interpretation unproposed facts appeal unclear appeal grounds evidence burden allocation Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 166 of the Civil Code
Article 369 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 3/97
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1525 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1525/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χατζημιχάλη, ο οποίος δήλωσε τα ακόλουθα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 573 παρ.1,236,294 και 297 Κ.Πολ.Δ παραιτείται από του δικογράφου ως προς τον ακόλουθο λόγο αναιρέσεως, ήτοι από τον τρίτο, μέρος πρώτο, λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ και σύμφωνα με τις ανωτέρω επίσης διατάξεις προβαίνει σε διασάφηση - συμπλήρωση - διόρθωση του ισχυρισμού διαλαμβανομένου στον πέμπτο, μέρος πρώτο (5α) περίπτωση δεύτερη, λόγο αναιρέσεως (αλλά και στον ανωτέρω τρίτο, μέρος πρώτο, λόγο αναιρέσεως), ότι δηλ. η πληττόμενη δεν έλαβε υπόψη της το προσκομισθέν από εμένα με επίκληση υπ΄αριθ..... συμβόλαιο του Συμ/φου Κω Στεφάνου Κιτρίνα στον ορθό ισχυρισμό ότι η πληττόμενη έλαβε υπόψη το ανωτέρω συμβόλαιο αλλά παραμόρφωσε το περιεχόμενό του με το να δεχθεί ότι το επίδικο, όπως και τα άλλα ακίνητα που περιλαμβάνονται στο ανωτέρω συμβόλαιο 4265/1961, μου μεταβιβάσθηκε λόγω προικός και όχι λόγω δωρεάς, όπως ρητά διαλαμβάνεται στο ανωτέρω συμβόλαιο, καταστάσα ούτω αναιρετέα δια τον λόγο αυτόν κατ΄ άρθρο 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπομπότη και 2) Χ2 , που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-1996 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και με την από 28-12-1998 πρόσθετη παρέμβαση του 2ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/1999 προδικαστική, 45/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2004 του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2004 αίτησή της και τους από 10-5-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 3-5-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμ. 4488Γ΄/3.2.2005 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κω .... αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Χ2 από την αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση, ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε στην σημειούμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη της υπόθεσης δικάσιμο και γι΄ αυτό πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του.

ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 80,82 και 396 ΚΠολΔ (η τελευταία από τις οποίες ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοση της υπ' αριθμ. 93/1999 αποφάσεως του Πολ. Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε αποδείξεις στην υπό κρίση υπόθεση ορίζοντες τον αριθμό των εξεταστέων μαρτύρων σε δυο για κάθε πλευρά), προκύπτει ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων συμμετέχει στη δίκη μαζί με τον υπέρ ου η παρέμβαση σε ενιαία με αυτόν δικονομική πλευρά και συνεπώς δικαιούται να εξετάσει μάρτυρες και αυτός αλλά μέχρι του αριθμού που ορίσθηκε για το ενιαίο αυτό διάδικο μέρος στο σύνολό του.

από δε τον συνδυασμό των άρθρ. 159 παρ. 3 και 392 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η κατάθεση του μάρτυρα αν είναι υπεράριθμη σε σχέση με την περί αποδείξεων απόφαση του δικαστηρίου, μπορεί να ακυρωθεί μόνο αν συντρέχει περίπτωση δικονομικής βλάβης, κατόπιν σχετικής πρότασης της ακυρότητας από τον βλαβέντα διάδικο, η οποία πρέπει να υποβληθεί κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και προ της εξετάσεως του υπεράριθμου μάρτυρα.

Διαφορετικά τεκμαίρεται σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα επικλήσεως της ακυρότητας. Αν δεν απαγγελθεί η ακυρότητα της υπεράριθμης κατάθεσης μάρτυρα, αυτή θεωρείται έγκυρη και παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔικ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για μη κήρυξη ακυρότητας που απαγγέλλεται μόνο σε περίπτωση βλάβης του διαδίκου που την προτείνει, ιδρύεται μόνο αν ο αναιρεσείων που υπέστη τη βλάβη πρότεινε αυτήν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν απήγγειλε ακυρότητα των καταθέσεων των μαρτύρων Χ3 και .... οι οποίοι εξετάσθηκαν κατά πρόταση του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της ενάγουσας ήδη πρώτης αναιρεσείουσας Χ2, ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου, λόγω του ότι ήταν υπεράριθμες, αφού ελήφθησαν καθ' υπέρβαση του αριθμού των δυο μαρτύρων που ορίσθηκαν για κάθε πλευρά με την υπ' αριθμ. 93/1999 μη οριστική περί αποδείξεων απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με πρόκληση βλάβης στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι πρότεινε την ακυρότητα ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 562 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρ. 1051 ΑΚ "εκείνος που απέκτησε την νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρ. 249, 271, 974, 976 και 1045 ΑΚ, συνάγεται ότι για την έκτακτη χρησικτησία, δεν απαιτείται, για τον συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι' αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο επί του πράγματος δικαίωμα της κυριότητας, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέως (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων, και συνεπώς αν αυτή ήταν κτητική, προσπορίσασα κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία στον μεταβιβάσαντα, η ίδια μεταβιβάζεται και στον αποκτώντα με τα ίδια κτητικά προσόντα ο οποίος στη περίπτωση αυτή δεν προσμετρά αλλά συνεχίζει την ήδη κτητική νομή του δικαιοπαρόχου του, χωρίς να απαιτείται η σχετική συμφωνία να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, δεδομένου ότι η νομή είναι εμπράγματο δικαίωμα, ο αποκτών όμως τη νομή με παράγωγο τρόπο δεν δύναται, όπως είναι φυσικό, να επικαλεσθεί τον συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κυριότητα επ' ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει ίδιαν νομήν επί εικοσαετίαν κατά τους όρους του αρθ. 1045 ΑΚ, αλλά με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, εναντίον του τελευταίου τούτου ή κατ' εκείνον στον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα ο δικαιοπαρόχος του με σύμβαση που μεταγράφηκε, διότι τούτο έρχεται σε αντίθεση προς τους θεσμούς της χρησικτησίας και της δημοσιότητας του επί των ακινήτων μεταβιβαστικών πράξεων (Ολ ΑΠ 1593/1979).

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο επίδικος αγρός, εκτάσεως 6520 τ.μ. είναι καταχωρημένος στα βιβλία του Κτηματολογίου Κω-Λέρου με ημερομηνία 24-9-1931 και αριθμ. .... στο όνομα του ..... , προπάππου εκ πατρός της ενάγουσας και πάππου εκ πατρός της εναγομένης, ο οποίος με το μεταγραμμένο υπ' αριθμ. ....

δωρητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κω Αντωνίου Διακομανώλη, το μεταβίβασε αιτία δωρεάς κατά ψιλή κυριότητα στο γιο του Χ5 , αφού παρακράτησε την επικαρπία, η οποία μετά τον κατά το έτος 1960 επισυμβάντα θάνατό του ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα του τελευταίου, ο οποίος έτσι απόκτησε έκτοτε το επίδικο κατά πλήρη κυριότητα και άρχισε μετά το θάνατο του πατέρα του (1960) να νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου ασκώντας τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό αυτού, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το 1973, όταν το μεταβίβασε .......λόγω δωρεάς στο γυιό του Χ6 πατέρα της ενάγουσας, ο οποίος με τη σειρά του από το 1973 νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου, ασκώντας και αυτός τις κατονομαζόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη πράξεις νομής που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του αυτοπροσώπως και με αντιπρόσωπο τον προαναφερθέντα πατέρα του Χ5 μέχρι και το 1992, οπότε το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στην ενάγουσα θυγατέρα του Χ1 , η οποία έκτοτε άρχισε να το νέμεται με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες διακατοχικές πράξεις που ασκούσε και ο δικαιοπάροχος πατέρας της μέχρι και το 1996, όταν ασκήθηκε η αγωγή.

Το έτος 1961 ο απώτερος δικαιοπάροχος προς πατρός πάππος της ενάγουσας Χ5 και η σύζυγός του .... , με το υπ' αριθμ. .... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κω Στέφανου Κιτρίνα που μεταγράφηκε άμεσα στο βιβλίο του Κτηματολογίου Κω-Λέρου, μεταβίβασαν το επίδικο στη θυγατέρα του Ψ1 λόγω δωρεάς εν όψει του γάμου της με τον ανωτέρω σύζυγό της σε εκτέλεση του με βάση επικρατούντος τότε στην περιοχή τοπικού εθίμου τηρούμενου "πιττακίου" δηλαδή ιδιωτικού εγγράφου περί συστάσεως προικός που συντάχθηκε κατά τον αρραβώνα εκείνης με τον μετέπειτα σύζυγό της, στο οποίο όμως αναγραφόταν ως προικώο μαζί με άλλα ακίνητα των γονέων της το καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο με αριθ. 915 ακίνητο του πατέρα της εκτάσεως 6400 τ.μ.

και όχι το επίδικο με αριθ. ... εκτάσεως 6520 τ.μ. αλλά εκ παραδρομής το ως άνω συμβόλαιο αναγράφει το επίδικο με τον ως άνω αριθμό κτηματολογίου, το οποίο όμως κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, ο αυτός Χ5 το μεταβίβασε λόγω άτυπης δωρεάς στον υιό του Χ6 πατέρα της ενάγουσας. Ακολούθως το έτος 1963 η εναγομένη ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον Χ4 προκειμένου να του μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως το με αριθμό κτηματολογίου ..., ακίνητο το οποίο πίστευε ότι είχε μεταβιβάσει σ΄ αυτήν ο ως άνω πατέρας της με το προαναφερθέν δωρητήριο συμβόλαιο επειδή αυτό το ακίνητο αναφερόταν στο "πιττάκι" της προίκας, αλλά όταν προσήλθαν προς υπογραφή του συμβολαίου διαπίστωσε ότι δεν του έχει μεταβιβάσει το με αριθμό κτηματολογίου ...

ακίνητο, αλλά το 982, δηλαδή το ήδη επίδικο, το οποίο όμως δεν αναφερόταν στο "πιττάκι" της προίκας και γι αυτό κάλεσε τον πατέρα της Χ5 να πωλήσει στον ανωτέρω Χ4 το ακίνητο που είχε διαπραγματευθεί η ίδια προς πώληση, δηλαδή το υπ' αριθμ. ..., ο οποίος δέχθηκε και υπόγραψε τον υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Κω Νίκου Κουβουκλή με το οποίο μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το ως άνω υπ' αριθ. ...

ακίνητο στον τελευταίον, αντί του αναγραφέντος στο συμβόλαιο τιμήματος, το οποίο όμως εισέπραξε η εναγομένη θυγατέρα του. Και ναι μεν το υπ' αριθμ. ... επίδικο ακίνητο φέρεται καταχωρημένο στο κτηματολόγιο με βάση το προαναφερθέν δωρητήριο συμβόλαιο, στο όνομα της εναγομένης με αποτέλεσμα να δημιουργείται υπέρ αυτής με βάση το άρθρ. 61 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου μαχητό τεκμήριο κυριότητας στο επίδικο, πλην όμως αφού αποδείχθηκε ότι νομέας αυτού από του έτους 1973 και εντεύθεν δεν ήταν η εναγομένη αλλά κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα από το έτος 1992 όταν της το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά ο πατέρας της Χ6 , νομέας αυτού με διάνοια κυρίου, ήταν η ενάγουσα προσμετρώντας στο χρόνο νομής της και το χρόνο νομής του πατέρα της από το έτος 1973 μέχρι και το 1992, το ανωτέρω μαχητό τεκμήριο ανατράπηκε.

Επομένως αφού στο πρόσωπο της ενάγουσας συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής για την με χρησικτησία κτήση της κυριότητας κατά το άρθρ. 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στο επίδικο ακίνητο και μάλιστα η δεκαπενταετία αυτή της ενάγουσας από το έτος 1973 μέχρι και τον χρόνο άσκησης της αγωγής 5-4-1996 είναι μεταγενέστερη από την προαναφερθείσα κατά την 21-2-1961 εγγραφή στο Κτηματολόγιο Κω-Λέρου στο όνομα της εναγομένης κατά της οποίας χωρεί η χρησικτησία, η ενάγουσα κατέστη κύρια αυτού.

Με βάση αυτά το Εφετείο αφού κατ' αποδοχή της εφέσεως της ενάγουσας και της υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε αντίθετα, έκανε δεκτή την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 1051 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Χ6 είχε την νομή του επιδίκου από το 1973 επί χρόνο μεγαλύτερο της δεκαπενταετίας ήτοι μέχρι το 1992 και έτσι αυτή (νομή) προσπόρισε κυριότητα σ' αυτόν και στη συνέχεια μεταβίβασε αυτήν (νομή) με άτυπη δωρεά στην ενάγουσα, με τα κτητικά προσόντα που την είχε και εκείνος, και στη συνέχεια η τελευταία την συνέχισε με τα ίδια προσόντα μέχρι την άσκηση της αγωγής (1996), αντιτάσσοντας αυτήν νομίμως κατά της εναγομένης, στην οποία κατά τα ανωτέρω ο πατέρας της τελευταίας Χ5 μεταβίβασε το επίδικο λόγω δωρεάς το έτος 1961, αφού μετά ταύτα ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, επελήφθη της νομής αυτού το έτος 1973 και έκτοτε ασκούσε αυτήν συνέχεια και αδιαλείπτως μέχρι το 1992 δηλαδή επί χρόνο μείζονα της δεκαπενταετίας καταστάς έτσι κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση το άρθρ. 61 του Κτηματολογικού Κανονισμού της Δωδεκανήσου, οι δε περί του αντιθέτου δεύτερος του κυρίου δικογράφου και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρ. 294 και 299 Κ.Πολ.Δικ. σαφώς συνάγεται ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί όχι μόνο από ολόκληρο το δικόγραφο της αναιρέσεως, αλλά και ως προς ορισμένους μόνο λόγους αναιρέσεως ή και από μέρος μόνο κάποιου λόγου αναιρέσεως οπότε η απαίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη μόνο ως προς το λόγο ή το μέρος του λόγου αναιρέσεως που αφορά η παραίτηση, διότι ο λόγος αυτός θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (ολ ΑΠ 7/1993).

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με δήλωσή της που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, παραιτήθηκε από τον τρίτο, μέρος πρώτο και πέμπτο, μέρος πρώτο περ. δεύτερη, λόγους αναιρέσεως με τους οποίους προβλήθηκε από το άθρρ. 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του σ΄ αυτόν αναφερομένου συμβολαίου και συνεπώς οι λόγοι αυτοί θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον τρίτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρ. 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αναφερόμενων σ΄ αυτόν δύο συμβολαίων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρει ποιά αποδεικτική δύναμη είχαν τα συμβόλαια αυτά κατά το νόμο και ποιά διαφορετική τέτοια τους προσέδωσε το Εφετείο.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον τέταρτο, μέρος πρώτο και πέμπτο μέρος πρώτο περ. δεύτερη, λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του υπ' αριθμ. .... δωρητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κω Στέφανου Κιτρίνα με το οποίο ο πατέρας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Χ5 μεταβίβασε σ' αυτήν λόγω δωρεάς το με αριθμό Κτηματολογίου .... ακίνητο, ενώ το Εφετείο δέχθηκε αντίθετα ότι εκ παραδρομής αναγράφηκε στο συμβόλαιο το ακίνητο αυτό που είναι το επίδικο, ενώ το πράγματι δωρηθέν ήταν το με αριθ. κτηματολογικής εγγραφής ... ακίνητο της ίδιας περιοχής και ίσης περίπου εκτάσεως με το επίδικο και ακόμη ότι μεταβιβάσθηκε λόγω προικός, και όχι λόγω δωρεάς όπως αναγράφεται σ΄ αυτό . Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι δεν πρόκειται περί διαγνωστικού σφάλματος, το οποίο και μόνο ιδρύει σ΄ αυτόν, αλλά περί εκτιμήσεως του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά με βάση το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ, αφού το Εφετείο ανέγνωσε ορθώς ως δωρητήριο και το ερμήνευσε κατά τα λοιπά ως προς την ταυτότητα του ακινήτου.

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ προκύπτει σαφώς ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και θεμελιώνεται ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναίρσης, μόνον αν η έλλειψη των αιτιολογιών, ή η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αυτών αναφέρεται σε ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω με τον τέταρτο, μέρος δεύτερο, λόγο αν αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης διότι δεν περιέχει αιτιολογίες, άλλως οι υπάρχουσες είναι αντιφατικές στο ουσιώδες ζήτημα της μεταβίβασης στην εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα από τον πατέρα της Χ5 αιτία δωρεάς με το υπ' αριθμ. ....

συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κω Στέφανου Κιτρίνα, επί του οποίου αυτή στήριξε την ένσταση ίδιας κυριότητας στο επίδικο, καθόσον το Εφετείο δέχεται ότι εκ παραδρομής αναγράφηκε στο δωρητήριο αυτό συμβόλαιο το επίδικο ακίνητο, ενώ στην πραγματικότητα εκείνο που ήθελε να δωρήσει σ' αυτήν ο ως είρηται πατέρας της ήταν το με αριθμό κτηματολογικής εγγραφής υπ' αριθ. ...

ακίνητο χωρίς να αιτιολογεί την κρίση του αυτή, άλλως διαλαμβάνει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχεται ότι η επί του επιδίκου κυριότητα της εναγομένης καταλύθηκε με την υπερδεκαπενταετή άσκηση νομής σ' αυτό από τον δικαιοπάροχο της ενάγουσας και την ίδια μετά την σύσταση κατά το έτος 1961 της ως άνω δωρεάς και ειδικότερα από το έτος 1973 μέχρι και την άσκηση της αγωγής το έτος 1996 και την κτήση κυριότητας από εκείνους στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία κατά το αρθ. 61 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και συνεπώς το ζήτημα της κτήσεως ή μη κυριότητας επ' αυτού από την εναγομένη με την κατά το έτος 1961 δωρεά προς αυτήν τούτου από τον πατέρα της δεν ασκεί πλέον επιρροή και μάλιστα ουσιώδη στην έκβαση της δίκης.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον πέμπτο, μέρος πρώτο περίπτωση πρώτη, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το αρθρ. 559 αρ. 11 εδ. β' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το εφετείο έλαβε υπόψη παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και ειδικότερα έλαβε υπόψη του έγγραφο καλούμενο "πιττάκι" το οποίο ο πατέρας της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας Χ5 παρέδωσε στις αρχές του έτους 1959 στον τότε μνηστήρα της και μετέπειτα σύζυγό της Χ7 το οποίο δεν προσκομίσθηκε όμως από την ενάγουσα που το επικαλέσθηκε. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνει τα αναγκαία κατά νόμο (άρθρ. 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) για το ορισμένο αυτού στοιχείο και ειδικώτερα α) τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το ως άνω έγγραφο και β) την επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης.

ΕΠΕΙΔΗ από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρ. 166 και 369 ΑΚ συνάγεται ότι το προσύμφωνο, δηλαδή η σύμβαση με την οποία τα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, υπόκειται στον τύπο που ορίζει ο νόμος και επομένως αν αφορά σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου για νόμιμη αιτία υπόκειται στον συμβολαιογραφικό τύπο.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο από την 21-2-1961 φέρεται γραμμένο στο βιβλίο του Κτηματολογίου Κω-Λέρου στο όνομα της εναγομένης δυνάμει του υπ' αριθμ. .... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του τότε συμβολαιογράφου Κω Στεφάνου Κιτρίνα με το οποίο οι γονείς αυτής Χ5 και ......, ενόψει της τελέσεως του γάμου της με τον ήδη σύζυγό της Χ7, μεταβίβασαν σ' αυτή ως προίκα τα αναφερόμενα στο κατά το έθιμο που μέχρι τότε ετηρείτο στο χωριό αυτής Ασφενδιού Κω λεγόμενο "πιττάκι" δηλαδή έγγραφο το οποίο κατά τον, κατά τις αρχές του έτους 1959, αρραβώνα της με τον μετέπειτα σύζυγό της, είχε παραδοθεί από τον πατέρα της στον αρραβωνιαστικό της, ακίνητα τα οποία προσφέρονταν ως προίκα από τους γονείς της προς την μελλόνυμφη θυγατέρα τους.

Από αυτά συνάγεται ότι το Εφετείο δεν δέχεται το κατά το τακτικό έθιμο τηρούμενο "πιττάκι" ως προσύμφωνοσυστάσεως προικός, αλλά ως έγγραφο που σύμφωνα με το έθιμο περιέχει κατάλογο των πραγμάτων που προσφέρονται ως προίκα από τους γονείς προς την θυγατέρα τους και επομένως δεν χρειαζόταν αυτό να περιβληθεί στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου ως αναφερόμενα σε ακίνητα και επομένως δεν παραβιάσθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις των αρθ. 166 και 369 ΑΚ, ο δε για το αντίθετο πέμπτος μέρος δεύτερο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος διότι στερείται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι δηλαδή το "πιττάκι" θεωρήθηκε ως προσύμφωνο.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. α' ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου κατά το άρθ. 559 αρ. 10 εδ. α' του ίδιου Κώδικα αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τα δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα και στις δυο αυτές διατάξεις νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ3/97). Για να είναι δε ορισμένος οι από τις άνω διατάξεις προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια τα πράγματα και η επίδραση που έχουν στο διατακτικό της απόφασης.

Εν προκειμένω με τον πέμπτο, μέρος τρίτο, περίπτωση πρώτη, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο α) έλαβε υπόψη του τους "περί υπάρξεως "πιττακίου" και παροχής προικός ισχυρισμούς" χωρίς να προταθούν από την ενάγουσα και β) έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς χωρίς απόδειξη. Ο λόγος, αυτός της αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ. 8 εδ. α' και 10 εδ. α' ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, ως αόριστος διότι δεν αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα τα πράγματα που ελήφθησαν υπόψη χωρίς να προταθούν ως αληθινά χωρίς απόδειξη, τον περί "πιττακίου" δηλαδή ισχυρισμόν, ούτε αν αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ποιά.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον πέμπτο, μέρος τρίτο, περίπτωση δεύτερη, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρ. 559 αρ. 10 εδ. β' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα δηλαδή του ως άνω ισχυρισμού περί "πιττακίου" και συστάσεως προικός οι οποίοι όμως δεν προτάθηκαν, χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτούς. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη για πράγματα που δεν προτάθηκαν και συνεπώς στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται ο προτεινόμενος λόγος αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.11.2004 αίτηση αναιρέσεως της Ψ1 κατά της υπ΄ αριθ. 176/2000 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. ΚΑΙ

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ