Supreme Court allows appeal against architect's negligence causing structural defects and consumer harm in construction contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the homeowners against the architect's judgment, finding the lower court erred in applying consumer protection laws. The homeowners argued the architect's work exposed them to health risks and property damage due to unauthorized septic tanks and structural instability, constituting negligence. Consequently, the Court remanded the case for further proceedings while ordering the architect to pay the appeal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that when a professional's execution of a construction contract exposes consumers to health or property risks through unauthorized modifications, the lower court must apply consumer protection provisions and the case must be remanded for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1524 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1524/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Π. του Κ. και 2) Σ. Π. του Κ., αμφοτέρων κατοίκων ... Η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Γεωργίου, ενώ η δεύτερη παραστάθηκε με την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγή Καππάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και την από 19-5-2016 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-4-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της από 27.2.2016 αγωγής τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, οι αναιρεσείουσες ισχυρίστηκαν με αυτήν τα εξής: Ότι είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη ενός οικοπέδου που περιέγραφαν αναλυτικά και ότι στις αρχές του 2005 κατάρτισαν σύμβαση έργου με τον αναιρεσίβλητο αρχιτέκτονα μηχανικό ο οποίος ανέλαβε να ανεγείρει σε αυτό τριώροφη οικοδομή αντί συνολικής αμοιβής ποσού 803.884,48 ευρώ, το οποίο του κατέβαλαν κατά το ποσοστό τους τον Ιούλιο του 2006 οπότε και τους παρέδωσε το έργο, στη συνέχεια δε, η εν λόγω οικοδομή υπήχθη σε καθεστώς οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Ότι το Σεπτέμβριο του 2011, το έργο παρουσίασε ελάττωμα, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί κατά την παραλαβή του έργου και μάλιστα δυσλειτουργία του αποχετευτικού συστήματος, το οποίο και διόρθωσε με δαπάνες του ο αναιρεσίβλητος μετά από όχλησή τους. Ότι στη συνέχεια τον Οκτώβριο του 2012 ενημερώθηκαν για ελάττωμα στην αποχέτευση του κτιρίου και ο αναιρεσίβλητος προέβη με δαπάνες του στη διόρθωση και τις διαβεβαίωσε ότι η αποκατάσταση ήταν πλήρης.
Η πεποίθηση τους αυτή κλονίστηκε μετά την κοινοποίηση προς αυτές της έκθεσης επικινδυνότητας που συντάχθηκε από την αρμόδια διεύθυνση υπηρεσίας δόμησης του δήμου Κεφαλλονιάς και τον κάλεσαν να αποκαταστήσει τις ελλείψεις αυτές. Ο αναιρεσίβλητος προέβη κατά δήλωση του στην εκτέλεση των εργασιών με δαπάνες του για την αποκατάσταση της ασφαλούς και νόμιμης λειτουργίας της οικοδομής.
Δήλωσε μάλιστα ότι οι εργασίες που έγιναν αφορούσαν: α) την αποκατάσταση της έδρασης της πλακόστρωσης στον ακάλυπτο, β) τον καθαρισμό του φρεατίου ομβρίων υδάτων ακάλυπτου, γ) τον έλεγχο του αποχετευτικού συστήματος και τον καθαρισμό του, δ) την ανακατασκευή του φρεατίου και ε) την κατασκευή ενός νέου φρεατίου για ανάγκες του μελλοντικού wc στο όροφο.
Ότι οι εργασίες αυτές στις οποίες προέβη ο αναιρεσίβλητος ήταν πρόχειρες και αποσπασματικές, με αποτέλεσμα η καθίζηση του εδάφους του ακάλυπτου χώρου να υφίσταται ακόμη στη βόρεια πλευρά του κτιρίου, τα ύδατα των στεγών να μην συλλέγονται από υδρορροές στην πλευρά του ακάλυπτου χώρου, και έτσι να μη γίνεται σωστά η απορροή των ομβρίων υδάτων και να μην έχει αρθεί η επικινδυνότητα του κτιρίου μέχρι τον Μάιο του 2014.
Ενόψει αυτών ανέθεσαν τη διόρθωση των ως άνω ελαττωμάτων με δαπάνες τους σε έτερο μηχανικό μετά την ολοκλήρωση των οποίων η αρμόδια διεύθυνση προέβη σε αυτοψία και διαπίστωσε αυθαίρετη κατασκευή στεγανών βόθρων στο υπόγειο της οικοδομής σε επαφή με τα θεμέλια καθ' υπέρβαση των οικοδομικών αδειών και κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων.
Ότι οι αναιρεσείουσες κάλεσαν τον αναιρεσίβλητο να προβεί με δαπάνες του σε άρση του αυθαίρετου, στην ενδεδειγμένη επίχωση του βόθρου πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε. Ήδη οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι όλες οι κακοτεχνίες και κατασκευαστικές πλημμέλειες της οικοδομής έχουν αποκατασταθεί με έξοδα τους τα οποία ανήλθαν σε 28.424,55 ευρώ.
Ότι ο αναιρεσίβλητος επέδειξε αδιαφορία ως προς τις επιπτώσεις των κατασκευαστικών αυτών προβλημάτων τόσο στην περιουσία όσο και στην τιμή και την υπόληψη των αναιρεσειουσών αλλά και την εν γένει προσωπικότητα τους, αφού εξαιτίας των παράνομων και υπαιτίων πράξεων και παραλείψεων του αναιρεσιβλήτου παραπέμφθηκαν να δικαστούν ενώπιον των αναφερομένων στην αγωγή ποινικών δικαστηρίων.
Επικαλούμενες δε περαιτέρω οι αναιρεσείουσες ότι ο αναιρεσίβλητος τελούσε σε πλήρη γνώση των πραγματικών και νομικών συνεπειών των ελαττωμάτων και της επικινδυνότητας της οικοδομής, ήθελε υπαιτίως να τις ζημιώσει επωφελούμενος το κέρδος που αποκόμισε από την ελαττωματική κατασκευή. Ότι πέραν των εξόδων για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων, η σημερινή αγοραία αξία της οικοδομής έχει μειωθεί σημαντικά, κατά ποσοστό 30% υπολογιζόμενο επί της τρέχουσας αντικειμενικής αξίας κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας η οποία συμπίπτει με την αγοραστική αξία, ανέρχεται δε σε ποσό 138.511,12 ευρώ για την πρώτη και σε ποσό 117.545,36 για την δεύτερη.
Ότι η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου έχει προκαλέσει και περαιτέρω θετική ζημιά συνολικού ποσού και για τις δύο αναιρεσείουσες 16.977,31 ευρώ για δαπάνες και έξοδα. Ότι περαιτέρω, απώλεσαν το μίσθωμα που θα αποκόμιζαν με πιθανότητα από την εκμίσθωση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής κατά το χρονικό διάστημα από 11.3.2013 έως 31.1.2014 συνολικού ύψους 18.700 ευρώ.
Ότι η συνολική ζημιά για την δεύτερη των αναιρεσειουσών για την αιτία αυτή (διαφυγόντα κέρδη) διαμορφώνεται στο ποσό των 96.000 €, όπως περιγράφεται αναλυτικά στην αγωγή. Ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς του εναγομένου τον επικαλούμενων ελλείψεων της οικοδομής και της εξ αυτών αναστάτωση στη ζωή τους και ταλαιπωρίας τους υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ποσού 100.000 € εκάστη.
Με βάση τα περιστατικά αυτά οι αναιρεσείουσες ζητούσαν, επικαλούμενες κυρίως αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου (στηριζόμενη πέραν των άρθρων 914 επ. ΑΚ και στις διατάξεις του ν. 2251/1994), και επικουρικά συμβατική ευθύνη αυτού, άλλως επικουρικότερα, ήτοι σε περίπτωση που κριθεί για οποιοδήποτε λόγο άκυρη η μεταξύ τους σύμβαση έργου και μόνο όσον αφορά το κονδύλιο των 28.424,55 €, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 271.411,53 ευρώ και στη δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των 344.746,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής αναλυόμενο ως εξής: 1) ως θετική ζημία α) το ποσών των 28.424,55 ευρώ για το κόστος αποκατάστασης των ελαττωμάτων σε αμφότερες εξ αυτών εξ ημισείας, β) το ποσό των 138.511,12 ευρώ που αντιστοιχεί στη μείωση της αγοραίας αξίας των οριζοντίων ιδιοκτησιών της πρώτης και το ποσό των 117.545,36 ευρώ που αντιστοιχεί στην αντικειμενική μείωση της αξίας των οριζοντίων ιδιοκτησιών της δεύτερης, γ) το ποσό των 16.977,31 ευρώ που αντιστοιχούν σε περαιτέρω θετική ζημία - δαπάνες και έξοδα που αυτές υποβλήθηκαν, 2) ως αποθετική ζημία - απώλεια μισθωμάτων το ποσό των 9.350 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 96.000 ευρώ στη δεύτερη, και 3) το ποσό των 100.000 ευρώ σε εκάστη εξ αυτών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 37/2017 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή τόσο κατά την κύρια από την αδικοπραξία βάση αυτής, όσο και κατά την δεύτερη επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ έκρινε νόμιμη και ουσία βάσιμη αυτήν, κατά ένα μέρος, ως προς την πρώτη επικουρική βάση από τη σύμβαση έργου ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ, υποχρεώνοντας τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 14.737,87 ευρώ και στη δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των 60.662,27 ευρώ.
Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών, το οποίο, αφού έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αγωγή κατά την κύρια και την δεύτερη επικουρική βάση αυτής ήταν μη νόμιμη, στη συνέχεια, κρίνοντας στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος ότι η γενομένη εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως πρώτη επικουρική βάση της αγωγής από τη σύμβαση έργου θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 688 ΑΚ και όχι στο άρθρο 690 ΑΚ, δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις, εξαφάνισε για την ενότητα της εκτελέσεως, την εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς την πρώτη επικουρική βάση αυτής, υποχρεώνοντας τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει διαιρετώς στις αναιρεσείουσες το ποσό των 28.424,55 ευρώ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη, δηλαδή για την κατάφαση της παρανομίας αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης ΑΚ (ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 2027/2014, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 535/2012, ΑΠ 363/2012).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι, μόνον, η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, όμως μπορεί μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μη προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία. Η ευθύνη από την αδικοπραξία θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους.
Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 212/2000). Την ευθύνη αυτή, (αδικοπρακτική), ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, η παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α'), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.
β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Τέλος κατά το άρθρο 6 παρ.7 του ιδίου νόμου η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης διέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις αδικοπραξίες, το ίδιο δε ισχύει και για την ψυχική οδύνη λόγω θανάτου.
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω:
α) Παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. β) Υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται διότι εισάγεται νόθος αντικειμενική ευθύνη (ΟλΑΠ 18/1999, ΑΠ 1849/2017) και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στον νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών.
γ) Παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν' ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του. δ) Ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης. Και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.
Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προβλεπόμενες από το άρθρο 8 προϋποθέσεις, ο βλαπτόμενος και υφιστάμενος ζημία δύναται με αγωγή κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες (η οποία δεν αποκλείει την κοινή αδικοπρακτική ούτε την ενδοσυμβατική ευθύνη κατά τον ΑΚ) ν' αξιώσει την αποκατάστασή της. Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσής του, προς αποφυγή των κινδύνων, αλλά με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών, που θεμιτά δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, δηλαδή με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, που όφειλε κατά τον νόμο ή τη σύμβαση ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του, κάτω από ομαλές προβλέψιμες συνθήκες, σε τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες, χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, που τελικά είναι το προστατεύσιμο δικαίωμα.
Οι προϋποθέσεις εξάλλου εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του άρθρου 914 ΑΚ, ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για αυτοτελή νόμιμο λόγο ευθύνης, αλλά για εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης, με τη διαφορά ότι με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες.
Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας. Η πρακτική χρησιμότητα της νομικής αυτής βάσης είναι προφανής, διότι επιτρέπει στον ζημιωθέντα ν' απαιτήσει την αποκατάσταση "κάθε ζημίας" και, συνεπώς, και της ηθικής βλάβης, χωρίς, όμως, να φέρει το βάρος της απόδειξης της υπαιτιότητας του μεταφορέα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, τεκμαίρεται (ΑΠ 1540/2022, ΑΠ 525/2022, ΑΠ 1295/2019).
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι στο πεδίο εφαρμογής του άνω άρθρου 8 ν.2251/94 εμπίπτουν και οι υπηρεσίες του εργολάβου μηχανικού, ο οποίος, ενεργώντας ελεύθερα, στο πλαίσιο ανεξάρτητης επαγγελματικής παροχής των υπηρεσιών του, προς τρίτους δέκτες των υπηρεσιών του (καταναλωτές), επιλέγει τα μέσα και τις μεθόδους, όπως, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τεχνικής, εκτελέσει υλικό έργο, όταν το έργο που κατασκευάστηκε δεν έχει την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και εκθέτει ως εκ τούτου σε κίνδυνο τη ζωή, την υγεία ή την περιουσία του καταναλωτή, όχι όμως και όταν το έργο που κατασκευάστηκε από τον φορέα της παροχής των υπηρεσιών είναι ελαττωματικό και ως εκ τούτου ακατάλληλο για τη χρήση που προορίζεται, αφού μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας, κατά τον χρόνο παροχής αυτής ή μεταγενέστερα, δεν συνιστά υπαιτιότητα του παρασχόντος τις υπηρεσίες του εργολάβου, όπως ρητώς ορίζεται στην αναφερόμενη πιο πάνω παράγραφο 5 του άρθρου 8 ν.2251/94 και για τον λόγο αυτόν η σχετική συμπεριφορά του δεν εμπίπτει στις ρυθμίσεις αυτού του νόμου.
Επομένως, μόνη η ελαττωματική κατασκευή υλικού έργου από τον παρέχοντα κατά τρόπο ανεξάρτητο τις υπηρεσίες του, στο πλαίσιο της ασκουμένης επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν θεμελιώνει αγωγική βάση από τις διατάξεις των άρθρων 6 και 8 του ν.2251/94, (για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία), που να μπορεί να περιληφθεί σε αγωγή, κυρίως ή επιβοηθητικώς προς τη βάση από τις διατάξεις των άρθρων 687 επ.
ΑΚ που ρυθμίζουν της ενδοσυμβατική ευθύνη του εργολάβου για την κατασκευή ελαττωματικού έργου (ΑΠ 1382/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Δηλαδή, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 363/2012).
Εξάλλου, από τα άρθρα 579 και 581 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης καθώς και εκείνα του συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Επί αγωγής που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, οι οποίες είναι αμοιβαίως επικουρικές, η αναίρεση της απόφασης για λόγο που αφορά μόνο μία από τις βάσεις αυτές, εκτείνεται και στις διατάξεις αυτής για τις λοιπές βάσεις οι κατά των οποίων λόγοι αναιρέσεως είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 1294/2022, ΑΠ 440/2022, ΑΠ 282/2020, ΑΠ 1684/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τον πρώτο λόγο της από 26.11.2018 έφεσής τους οι ενάγουσες εκκαλούσες εφεσίβλητες (ήδη αναιρεσείουσες) ισχυρίζονται ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου η εκκαλούμενη απέρριψε την κύρια ερειδόμενη στην αδικοπραξία βάση της από 27.2.2016 αγωγής τους ως μη νόμιμη.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος παραδεκτώς προβάλλεται, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια ερειδόμενη στην αδικοπραξία βάση της ... αγωγής, διότι στην αγωγή δεν περιέχονται στοιχεία τέτοια ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί αποζημιωτική από αδικοπραξία ευθύνη του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) δοθέντος ότι το επικαλούμενο πταίσμα, που επέφερε την επικαλούμενη ζημία των εναγουσών, δηλαδή τα ελαττώματα του έργου, δεν μπορούσαν να νοηθούν χωρίς τη σύμβαση έργου, στα πλαίσια της οποίας ενήργησε και ταυτίζεται κατά το πραγματικό του περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης, δεδομένου ότι μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία.
Είναι όμως δυνατό μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία ή και ακόμα πιο γενικά όταν η ενέργεια χωρίς να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του ή στις καθόλου επιταγές της έννομης τάξης, εφόσον ενέχει παράβαση γενικών υποχρεώσεων, που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου...
Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας. Έτσι και στην περίπτωση των υπαιτίων ελλείψεων του έργου, που συνίστανται στην από αμέλεια του εργολάβου αδόκιμη από τεχνική άποψη κατασκευή του έργου, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συρροής αξιώσεων αποζημίωσης τόσο από τη σύμβαση (άρθρο 690 ΑΚ), όσον και από αδικοπραξία (άρθρο 914 ΑΚ), αφού η ζημιογόνος συμπεριφορά του εργολάβου, που πραγματοποιήθηκε όχι ανεξάρτητα ή απλώς εξ αφορμής του παραπάνω έργου, αλλά συνιστά πλημμελή εκτέλεση αυτού, που προϋποθέτει αναγκαίως την περί τούτου σύμβαση και για το λόγο αυτό η ευθύνη του εργολάβου από την παραπάνω συμπεριφορά διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 688 - 693 ΑΚ.". Με την ως άνω αιτιολογία το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο εφέσεως των αναιρεσειουσών και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση η οποία είχε απορρίψει την κύρια βάση της αγωγής τους ως μη νόμιμη. Ακολούθως δε, όπως αναφέρθηκε, αφού δέχθηκε ότι έσφαλε η πρωτόδικη απόφαση κρίνοντας την πρώτη επικουρική βάση ως νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 690 ΑΚ, την εξαφάνισε στο σύνολό της, έκρινε εν μέρει νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν την πρώτη επικουρική βάση ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 688 ΑΚ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια από την αδικοπραξία βάση αυτής, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 και 8 του ν.2251/94, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 297, 298, 932 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, δεδομένου ότι στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου και εντεύθεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική και εκ του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 ευθύνη αυτού, αφού, με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, ο αναιρεσίβλητος επέδειξε συμπεριφορά υπαίτια και μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη από τις αναιρεσείουσες ασφάλεια, την οποία όφειλε κατά τον νόμο, τη σύμβαση και την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, σε τρόπο ώστε οι παρασχεθείσες από αυτόν υπηρεσίες, χρησιμοποιούμενες από τις αναιρεσείουσες, να θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντά τους, δεδομένου ότι, ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν ότι α) μεταξύ αυτών και του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είναι αρχιτέκτονας μηχανικός, καταρτίστηκε σύμβαση έργου με βάση την οποία ο δεύτερος ανέλαβε την ανέγερση σε οικόπεδο των πρώτων τριώροφη οικοδομή με υπόγειο και σοφίτα, β) ο αναιρεσίβλητος, ενεργώντας ελεύθερα, στο πλαίσιο ανεξάρτητης επαγγελματικής παροχής των υπηρεσιών του, εκτέλεσε το υλικό έργο, το οποίο δεν είχε την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και εξέθεσε σε κίνδυνο την υγεία και την περιουσία των αναιρεσειουσών, που φέρουν την ιδιότητα του καταναλωτή, αφού κατόπιν ελέγχου από το Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών διαπιστώθηκε αυθαίρετη κατασκευή στεγανών βόθρων στο υπόγειο της ανεγερθείσας οικοδομής σε επαφή με τα θεμέλια καθ' υπέρβαση των υπ' αριθ. 156/2005 και 361/2006 οικοδομικών αδειών, γ) δημιουργήθηκε κίνδυνος για την στατικότητα της οικοδομής και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, λόγοι για τους οποίους κατέστησαν κατηγορούμενες ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, δ) εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου υπέστησαν τις θετικές και αποθετικές ζημίες που περιγράφουν στην αγωγή καθώς και ηθική βλάβη, με συνέπεια να θεμελιώνεται εντεύθεν η ένδικη αξίωση των αναιρεσειουσών προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, όπως εκτιμάται προσηκόντως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου αναιρετικού λόγου, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως (από τους αριθμούς 1, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, αφού αναφέρονται κυρίως στην γενομένη εν μέρει δεκτή πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναιρέσεως στις αναιρεσείουσες (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 21/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναιρέσεως στις αναιρεσείουσες και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ