Supreme Court dismisses appeal against small claims court ruling on statute of limitations for public entity debt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment that rejected a claim for unpaid invoices against a public funding body. The lower court correctly applied the five-year limitation period but erroneously cited the wrong article regarding the start date of the limitation clock. The Court ruled that since the substantive decision on the limitation was correct and the appellant failed to demonstrate a legal interest in overturning the reasoning, the appeal was inadmissible under Article 578 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 48(1) and 49 of Law 496/1974; Article 578 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment is dismissed if the operative part is correct and the appellant fails to prove a legal interest in correcting the erroneous reasoning, even if the wrong legal provision was cited.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1524 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1524/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Β., κατοίκου ... ως εκδοχέα απαίτησης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε" και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη. Του αναιρεσιβλήτου: Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτηρίων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Παρασκευή Μίληση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-06-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2642/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-01-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2642/2019 ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων με τις διατάξεις για τις μικροδιαφορές (άρθρα 466-472 ΚΠολΔ), έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, και υποχρέωσε το εναγόμενο ν.π.δ.δ., ήδη αναιρεσίβλητο, να του καταβάλει νομιμοτόκως 2.114,96 ευρώ, ενώ έκρινε ότι η σωρευόμενη αγωγική αξίωση ποσού 2.114,93 ευρώ από τα εκδοθέντα το έτος 2012 τιμολόγια έχει παραγραφεί.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του ν.δ/τος 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ.
είναι πέντε ετών, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος, κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου ν.δ/τος η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους καθ' ο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση ως εκ του χρόνου ασκήσεως (μετά την 1.1.2016) της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: ...6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, επομένως, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 269/2020).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η εταιρεία "... Ο.Ε.", από το έτος 2003 προμήθευε με το περιοδικό "..." διάφορες δικαστικές υπηρεσίες της χώρας, οι οποίες εξέδιδαν τη σχετική βεβαίωση παραλαβής του περιοδικού και η πιο πάνω εταιρεία εξέδιδε στο τέλος κάθε έτους τιμολόγια, που έστελνε στο εναγόμενο νπδδ, το οποίο και τα εξοφλούσε.
Όπως προκύπτει από τις πιο κάτω βεβαιώσεις παραλαβής όλων των τευχών για το έτος 2011 με αριθμούς πρωτ.: ΔΥ/16.2.2012, 259/28.3.2012, 1260/20.2.2012, 337/16.2.2012, 245/24.2.2012, 295/2.2.2012, 496/10.2.2012, 661/14.2.2012, 462/15.2.2012, 1860/10.2.2012, 270/14.2.2012, 291/16.2.2012, 681/11.4.2012, 699/16.2.2012 και 2411/2.2.2012 τα Διοικητικά Εφετεία και Διοικητικά Πρωτοδικεία, αντίστοιχα: ΔΠ Τρίπολης, ΔΕ Τρίπολης, ΔΠ Πατρών, ΔΠ Πύργου, ΔΠ Μεσολογγίου, ΔΠ Χαλκίδας, ΔΠ Λαμίας, ΔΠ Λάρισας, ΔΠ Τρικάλων, ΔΠ Βόλου, ΔΠ Βέροιας, ΔΠ Αλεξανδρούπολης, ΔΠ Ρόδου, ΔΠ Ηρακλείου και ΔΠ Πειραιά, παρέλαβαν όλα τα τεύχη του παραπάνω περιοδικού για το έτος 2011, για την πληρωμή δε της αντίστοιχης συνδρομής, η παραπάνω εταιρία εξέδωσε τα με αρ. 315/9-10-2012 για το ποσό των 1550,95 ευρώ και 316/9-10-2012 για το ποσό των 563,98 ευρώ, τιμολόγια-δελτία αποστολής, που απέστειλε μαζί με τις βεβαιώσεις παραλαβής του περιοδικού στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (αρ.
πρωτ. 87959/11-10-2012). Οι παραπάνω δικαστικές υπηρεσίες εξέδωσαν τις βεβαιώσεις παραλαβής του περιοδικού για το έτος 2012 με αρ. πρωτ: ΔΥ/7-3-2013, 546/ 21-3-2013, 1833/4-4-2013, 578/7-3-2013, 199/4.3.2013, 596/28-3-2013, ΔΥ/13.5.2013, 819/28-2-2013, 1951/26.6.2013, 993/9-4-2013, 724/29.5.2013, 384/11-3-2013, 899/20.3.2013, 1390/13-3-2013 και ΔΥ/1-4-2013, αντίστοιχα. Για τις συνδρομές του έτους 2012, η παραπάνω εταιρία εξέδωσε τα τιμολόγια- δελτία αποστολής με αρ. 329/10-7-2013 ποσού 564 ευρώ και 328/10-7-2013 ποσού 1550,96 ευρώ, τα οποία μαζί με τις βεβαιώσεις παραλαβής των τευχών του περιοδικού έστειλε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, όπου έλαβε τον αρ.
πρωτ. 66542/18-7-2013. Στη συνέχεια, η παραπάνω εταιρία έλαβε το με αρ. πρωτ. 87959/2012, 66542/12-7-2013 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τμήμα Οικονομικής Διαχείρισης και Προμηθειών, σύμφωνα με το οποίο της επιστρέφονται τα τιμολόγια και οι βεβαιώσεις παραλαβής, που αναφέρθηκαν, διότι το περιοδικό της δεν συμπεριλαμβάνεται σε εκείνα στα οποία μπορούν να εγγράφονται ως συνδρομητές οι δικαστικές υπηρεσίες.
Ειδικότερα, το εναγόμενο είχε λάβει τη με αρ. 1075/20.12.2010 απόφαση, σύμφωνα με την οποία δεν συμπεριλαμβανόταν στα περιοδικά, που μπορούσαν να είναι συνδρομητές οι δικαστικές υπηρεσίες, το περιοδικό "..." και τα πιο πάνω τιμολόγια δεν εξοφλήθηκαν από την οικονομική του υπηρεσία. Παρ' όλα αυτά, οι δικαστικές υπηρεσίες εξακολουθούσαν να παραλαμβάνουν το παραπάνω περιοδικό ενώ η εταιρία "...
Ο.Ε." δεν είχε ενημέρωση για την εν λόγω απόφαση. Οι συμβάσεις για την πώληση του περιοδικού "..." ήταν έγκυρες κατά τα άρθρα 40, 41 ν.δ. 496/1974, αφού το αντικείμενό τους για κάθε έτος ήταν μικρότερο των 2.500 ευρώ. Με το από 9-7-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, η παραπάνω εταιρία εκχώρησε την απαίτησή της από τα πιο πάνω τιμολόγια συνολικού ύψους 4.229,89 ευρώ στον ενάγοντα, εκχώρηση την οποία αυτός ανήγγειλε στο εναγόμενο και στη ΔΟΥ Γλυφάδας (άρθρα 455 επ.
ΑΚ, 53 Ν.Δ. 496/1974), όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Μ. Μ., στο Εφετείο Αθηνών, με αρ. 2986/17.8.2018, 2984/16.8.2018 και 2985/16.8.2.18 και συνεπώς παραδεκτά στρέφεται κατά του εναγομένου. Ωστόσο, η απαίτηση του ενάγοντος από τα τιμολόγια του έτους 2012 ποσού 2.114,93 ευρώ έχει παραγραφεί (άρθρα 44, 49 ν.δ. 496/1974).".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο, ακολούθως, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο να καταβάλει σ' αυτόν, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, το ποσό των 2.114,96 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην απαίτηση του αναιρεσείοντος από τα άνω τιμολόγια του έτους 2013, που εκδόθηκαν για τις οφειλόμενες συνδρομές του έτους 2012, κατά το οποίο παραδόθηκαν στα προαναφερόμενα διοικητικά δικαστήρια τα τεύχη του παραπάνω περιοδικού.
Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο, ότι, δηλαδή, η απαίτηση του αναιρεσείοντος από τα εκδοθέντα το έτος 2012 τιμολόγια (για τις οφειλόμενες συνδρομές του έτους 2011) έχει υποπέσει σε παραγραφή, έστω και με την εσφαλμένη αναφορά στη μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι εφαρμοστέο ήταν το (μη έχον εφαρμογή) άρθρο 44 του ν.δ/τος 496/1974 (που αφορά σε παραγραφή αξιώσεων των ν.π.δ.δ.), αντί της διάταξης του άρθρου 48 παρ. 1 του ίδιου ν.δ/τος, που αναφέρεται στην πενταετή παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ και ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 48 και 49 του ν.δ/τος 496/1974 και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα περί παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσείοντος από τα εκδοθέντα υπ' αριθ. 315/9.10.2012 και 316/9.10.2012 τιμολόγια, συνολικού ποσού 2.114,93 ευρώ, καθόσον από την έκδοσή τους στις 9.10.2012 γεννήθηκε η εν λόγω αξίωση και κατέστη δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, από το τέλος δε του έτους 2012, οπότε άρχισε η παραγραφή αυτής, έως το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, η οποία, κατά την παραδεκτή κατ' άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου, κατατέθηκε την 27.7.2018 (και επιδόθηκε στον εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο την 17.8.2018), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, με αποτέλεσμα η εν λόγω αξίωση να έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 48 παρ. 1 και 49 του ν.δ/τος 496/1974.
Πέραν αυτών, δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή και ειδικότερα αν υπήρξε αναστολή παραγραφής, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων. Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου. Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που απέρριψε λόγω παραγραφής τη χρηματική αξίωση του αναιρεσείοντος από τα εκδοθέντα το έτος 2012 τιμολόγια, είναι ορθό, αλλά το αιτιολογικό αυτής εσφαλμένο, διότι εφάρμοσε το μη εφαρμοστέο κανόνα του άρθρου 44 ν.δ. 496/1974, αντί της διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 1 του ίδιου ν.δ/τος που ήταν εφαρμοστέα.
Ως εκ τούτου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης εκ του αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα περί παραγραφής της πιο πάνω αξίωσης του αναιρεσείοντος χωρίς να διαλάβει την απαραίτητη αιτιολογία, είναι αβάσιμος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την κατά τα ανωτέρω εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ., κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου, μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957, ενόψει ότι το τελευταίο απολαύει όλων των προνομίων του Δημοσίου (άρθ. 15 παρ. 2 ν.δ. 1017/1971) και η νομική του εκπροσώπηση στην αναιρετική δίκη διεξήχθη μέσω του ΝΣΚ, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.1.2020 αίτηση του Χ. Γ. για αναίρεση της υπ' αρ. 2642/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων", την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ