Legislator Case Law & Legislation
1524/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for one charge while allowing reversal of conviction for another.

Case Number 1524/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding a charge of defamation as inadmissible because it contradicted established facts of the original conviction. However, the court allowed the appeal for the charge of violating a court order, reversing the lower court's decision. Consequently, the prosecution was permanently terminated against the first defendant due to the statute of limitations, while the second defendant's appeal was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 of the Penal Code and 590(1) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court held that procedural acts remain valid under the old law while pending trials proceed under the new law, and appeals challenging substantive facts of a final conviction are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal statute of limitations violation of court order defamation charge procedural law application

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the Penal Code
Article 590(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1524 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1524/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1)Ε. Φ. - Α. του Σ. και 2)Β. Φ. - Α. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αργυροηλιόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1623/2017 αποφάσεως του Β'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Β. Η., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Β'Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2018 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 13.03.2018 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 2838/2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 392/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η από 8 Μαρτίου 2018 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 590 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές.

Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, που επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυαν δύο ή περισσότεροι νόμοι εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).

Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 232Α παρ. 1 του ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πριν δηλαδή την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), "όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή Ο.Τ.Α.

ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ., τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη". Η ανωτέρω διάταξη, μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα από 1-7-2019 (άρθρο 460 του νέου Ποινικού κώδικα), μεταφέρθηκε εν μέρει από το κεφάλαιο των εγκλημάτων σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης στο κεφάλαιο των εγκλημάτων σχετικά με προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας και συγκεκριμένα στο άρθρο 169 Α παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα "παραβίαση δικαστικών αποφάσεων", σύμφωνα με το οποίο, "όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής ή εισαγγελικής απόφασης σχετική με τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή".

Τέλος, κατά το άρθρο 8 του Ν. 4411/2016, "1. Εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και τις 31-3-2016: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. 2. Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παραγράφου 1, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ' αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. 3.

Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνονται με αιτιολογημένη διάταξη, επί πλημμελημάτων ο αρμόδιος εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης.... 5. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τα εγκλήματα:

α) ως προς τον ποινικό κώδικα, των άρθρων 8ΙΑ, 142, 149, 154, 155, 157 παρ. 3 εδάφιο β', 158 παράγραφοι 1 και 2, 162, 163, 164 παρ. 1, 165 παράγραφοι 1 και 2, 166, 173 παρ. 1, 175, 177, 178, 181, 182, 192, 193 παρ. 1, 200, 201, 215, 218 παρ. 3, 220, 221 παράγραφοι 1 και 2, 222, 228 παρ. 1, 230, 234, 241, 251 παράγραφοι 1 και 2, 255, 259, 261, 286 παρ. 2, 334 παρ. 1, 337, 345 παρ. 1 περιπτώσεις βλ και γ' 346 παρ. 1, 352Β, 358, 359, 360 παρ. 3, 362 για τις περιπτώσεις που τελείται δια του τύπου, 375 παρ. 1 εδάφιο α', 377 για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, 389 παρ. 1, 397 παράγραφοι 1 και 2, 398 (απλή χρεοκοπία), 399 παράγραφοι 1 και 2, 403 παράγραφοι 1 και 2, 406...".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1623/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι τότε δύο πρώτες των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσείουσες, 1) Ε. Φ. - Α. του Σ. και 2) Β. Φ. - Α. του Α., κάτοικοι ... καταδικάστηκαν η μεν πρώτη για τις αξιόποινες πράξεις της παραβίασης δικαστικής απόφασης κατ' εξακολούθηση (άρθρο 232Α ΠΚ) και της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 362 εδ.

α', 363 εδ. α' του ΠΚ) σε συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα τεσσάρων (34) μηνών, η δε δεύτερη για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 362 εδ. α', 363 εδ. α του ΠΚ) σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, ποινές, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη επί μία τριετία. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 232Α παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με βάση την οποία καταδικάστηκε η πρώτη αναιρεσείουσα για την πράξη της παραβίασης δικαστικής απόφασης κατ' εξακολούθηση, κατέστη ευμενέστερη για την κατηγορουμένη, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, με το άρθρο 169 Α παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, και συνεπώς πρέπει να τύχει εφαρμογής η νέα αυτή ρύθμιση από τον Άρειο Πάγο, αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 εδ.

δ' του νέου ΚΠοινΔ, εφόσον η εν λόγω αναιρεσείουσα εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αυτής (ασκηθείσα με δήλωσή της, που επιδόθηκε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα και περιέχουσα ορισμένους λόγους από το άρθρο 510 αρ. 1 στοιχ.

δ' και ε' ΚΠοινΔ. Ενόψει δε του ότι πρόκειται για αξιόποινη πράξη που έχει τελεστεί πριν από τις 31-3-2016 (ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 22-4-2010 μέχρι 27-6-2013, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης), η δε παράβαση του άρθρου 232Α ΠΚ δεν υπάγεται στις ανωτέρω αναφερόμενες εξαιρέσεις, η υπόθεση εμπίπτει πλέον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 4411/2016 και, συνεπώς, με βάση τα σημερινά δεδομένα, της πρόβλεψης δηλαδή γι' αυτήν ποινής φυλάκισης κατώτερης των δύο ετών ή χρηματικής ποινής, δεν έπρεπε να εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αλλά να τεθεί στο αρχείο, με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς την πράξη της παραβίασης δικαστικής απόφασης κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε η πρώτη αναιρεσείουσα, προκειμένου η υπόθεση ως προς την πράξη αυτή να τεθεί στο αρχείο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του νέου ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 311 παρ. 1 εδ. β', 368 στοιχ. β' και 511 του νέου ΚΠοινΔ, που εφαρμόζονται, κατά τα προεκτεθέντα, εν προκειμένω, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, η αποδιδόμενη στην πρώτη αναιρεσείουσα αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που είναι πλημμέλημα, φέρεται τελεσθείσα στις 23-9-2011, έκτοτε δε και μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής υπομνημάτων από τους διαδίκους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (23-9-2019) και τη διάσκεψη της υπόθεσης (25-9-2019) παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία και, συνεπώς, το αξιόποινο της πράξης αυτής έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, η οποία επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο ισχύει και για την αποδιδόμενη στη δεύτερη αναιρεσείουσα επιμέρους πράξη της κατ' εξακολούθηση συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται ως τελεσθείσα στις 18-8-2011, αφού από την τέλεση αυτής μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στις 18-9-2019, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία και, συνεπώς, το αξιόποινο της πράξης αυτής έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, η οποία επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και οι αναιρεσείουσες εμφανίστηκαν στην παρούσα δίκη, πρέπει να αναιρεθεί κατά τα κεφάλαια αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος των αναιρεσειουσών για τις ανωτέρω πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτών, λόγω παραγραφής, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Κατά το άρθρο 362 εδ. α' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30η-6-2019, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης", ενώ κατά το άρθρο 363 εδ.

α' του ίδιου Κώδικα, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή". Η αντίστοιχη διάταξη (363) του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα προβλέπει για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή (η σωρευτική επιβολή της είναι υποχρεωτική και όχι δυνητική, όπως στον παλαιό Ποινικό κώδικα) και αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή και συνεπώς είναι δυσμενέστερη της πρώτης, η οποία και εφαρμόζεται εν προκειμένω.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη, ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.

Τρίτος, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι κάθε άλλο, πλην του δυσφημουμένου, πρόσωπο, το οποίο με οποιονδήποτε τρόπο λαμβάνει γνώση του δυσφημιστικού γεγονότος, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ή και αρχή, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. Ο ισχυρισμός για το δυσφημιστικό γεγονός μπορεί να γίνει και με κατάθεση δικογράφου, οπότε γνώση των ισχυρισμών, που περιέχονται σ' αυτό, λαμβάνουν οι δικαστές, ο εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της γραμματείας και γενικά όλα τα πρόσωπα, τα οποία, κατά καθήκον, λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου του.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.

Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας, αφού η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του.

Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.

Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία (παραβίαση) υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με αριθμό 1623/2017, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που την εξέδωσε, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, για τη δεύτερη αναιρεσείουσα, σε σχέση με τη μη παραγραφείσα επί μέρους πράξη συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρεται τελεσθείσα από αυτήν στις 17-10-2011, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: <§η δεύτερη κατηγορουμένη Β. Φ. - Α. μητέρα της πρώτης, στη ….την 17-10-2011, εις επήκοον του εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, αστυνομικών οργάνων, της Η. Α. και του Β. Ι., ανέφερε για τον εγκαλούντα ότι απειλεί την ίδια και την οικογένειά της και πρόκειται να καταγγείλει τα όσα αυτός διέπραξε εις βάρος του παιδιού της. Όλα δε τα ανωτέρω ήταν ψευδή και αναληθή, αφού ουδέποτε έλαβαν χώρα, αλλά ειπώθηκαν από την τελευταία προς υποστήριξη των αναληθών καταγγελιών της κόρης της σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό την τιμή και υπόληψη του τελευταίου. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης....". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την τότε δεύτερη κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την ανωτέρω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, με το ακόλουθο, κατά τα ενδιαφέροντα εδώ σημεία, διατακτικό: "

Κηρύσσει τη δεύτερη κατηγορουμένη (Φ. - Α. Β.) ΕΝΟΧΗ ....του ότι στη Λάρισα την.... 17/10/2011 ...ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για άλλον, γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Συγκεκριμένα, εις επήκοον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, αστυνομικών οργάνων, της Η. Α. και του Β. Ι., ανέφερε για τον εγκαλούντα ότι απειλεί την ίδια και την οικογένειά της και πρόκειται να καταγγείλει τα όσα αυτός διέπραξε εις βάρος του παιδιού της, προσβάλλοντας την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος, ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω ήταν ψευδή".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του παραπάνω εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο καταδικάστηκε η πιο πάνω αναιρεσείουσα, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, τα αποδεικτικά μέσα, από όπου συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (χωρίς να απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτισή τους ούτε η διευκρίνιση από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας καθενός) και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363-362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, δεχόμενο, ότι στην έννοια του "τρίτου" υπάγονται και ο εισαγγελέας και τα αστυνομικά όργανα, ενώπιον των οποίων, αλλά και ενώπιον άλλων πολιτών, ήτοι της Α.

Η. και του Ι. Β., έλαβαν χώρα οι από μέρους της δεύτερης αναιρεσείουσας συκοφαντικοί για τον εγκαλούντα ισχυρισμοί. Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται ο άμεσος δόλος της ίδιας αναιρεσείουσας ως προς το παραπάνω έγκλημα και συγκεκριμένα η γνώση της, ότι τα γεγονότα, τα οποία η ίδια ισχυρίσθηκε ενώπιον των αναφερόμενων τρίτων προσώπων σε βάρος του εγκαλούντος, ήταν ψευδή, ενόψει του ότι, όπως συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα γνώριζε το ψεύδος των γεγονότων τούτων από δική της αντίληψη, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαίτερα και με παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών ο δόλος της, διότι αυτονόητα καταδεικνύεται αυτός από το ότι οι σχετικοί με τα ψευδή γεγονότα ισχυρισμοί της θεμελιώνονται σε προσωπική αντίληψη της ίδιας.

Ειδικότερα, η γνώση της πιο πάνω αναιρεσείουσας, ότι τα άνω γεγονότα, τα οποία διέδωσε, ήταν ψευδή αιτιολογείται και με τις σαφείς παραδοχές, που εδράζονται στην προσωπική αντίληψη αυτής, ότι "...ο πολιτικώς ενάγων ουδέποτε απείλησε με οποιονδήποτε τρόπο την ίδια (δεύτερη αναιρεσείουσα) και την οικογένειά της, ούτε διέπραξε ασελγείς πράξεις σε βάρος της εγγονής της, γνώριζε δε ότι τα ανωτέρω ήταν ψευδή, αφού ουδέποτε έλαβαν χώρα, αλλά ειπώθηκαν από την τελευταία προς υποστήριξη των αναληθών καταγγελιών της κόρης της σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος......

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα συναφείς λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της, προβλεπόμενης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, ως προς την έννοια του "τρίτου", και β) της, προβλεπόμενης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τη θεμελίωση της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές, περιεχόμενες στον τελευταίο ως άνω λόγο αιτιάσεις της ίδιας αναιρεσείουσας, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν ανεπίτρεπτη αμφισβήτηση των σε βάρος της (αναιρεσείουσας) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την ως άνω μη παραγραφείσα πράξη συκοφαντικής δυσφήμησης της δεύτερης αναιρεσείουσας, να απορριφθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8 Μαρτίου 2018 αίτησης της πρώτης αναιρεσείουσας, Ε. Φ. - Α. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1623/2017 απόφασης του? Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κατά το μέρος που αφορά την τέλεση απ' αυτήν του αδικήματος της παραβίασης δικαστικής απόφασης του άρθρου 232 Α παλαιού ΠΚ, κατ' εξακολούθηση και παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τις δικές του κατά νόμο ενέργειες.

Αναιρεί, κατά τα λοιπά, την ως άνω απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, καθώς και ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, Β. Φ. - Α. του Α., κάτοικο ..., κατά το μέρος που αφορά την τέλεση από την τελευταία της επί μέρους πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται τελεσθείσα στις 18-8-2011.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, εναντίον της πρώτης κατηγορουμένης, Ε. Φ. - Α. του Σ., κατοίκου ..., λόγω παραγραφής, για το ότι αυτή, στη Λάρισα την 23-9-2011, εν γνώσει τελώντας της αναλήθειας, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων σχετικώς με άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Συγκεκριμένα, διαλαμβάνοντας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας και των αρμοδίων υπαλλήλων, στους οποίους ενεχειρίσθη η υπ' αριθμ. ABM ΕΙ 1/284 μήνυση, ότι "...απειλείται πλέον η ίδια η οικογένειά μου από τον κ. Η.. Αφού αυτός δεν δίστασε να εξαπολύσει σοβαρές απειλές προς την ίδια τη μητέρα μου, πράξη για την οποία υπέβαλε αυτή μήνυση εναντίον του, καθώς και στη συνέχεια να δεχθεί η ίδια απειλές για τα ανήλικα παιδιά της αδελφής μου-ανώνυμα αυτή τη φορά-σύμφωνα με τις οποίες αυτά θα βρεθούν στο ποτάμι, εάν δεν σταματήσω εγώ τη διαδικασία σε βάρος του, προσέβαλε την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος, ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω ήταν ψευδή.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, εναντίον της δεύτερης κατηγορουμένης, Β. Φ. - Α. του Α., κατοίκου ..., λόγω παραγραφής, για το ότι αυτή, στη Λάρισα την 18-8-2011 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για άλλον, γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Συγκεκριμένα, εις επήκοον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, αστυνομικών οργάνων, της Η. Α. και του Β. Ι., ανέφερε για τον εγκαλούντα ότι απειλεί την ίδια και την οικογένειά της και πρόκειται να καταγγείλει τα όσα αυτός διέπραξε εις βάρος του παιδιού της, προσβάλλοντας την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος, ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω ήταν ψευδή.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8 Μαρτίου 2018 αίτηση της δεύτερης αναιρεσείουσας, Β. Φ. - Α. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1623/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ