Legislator Case Law & Legislation
1524/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of unjust enrichment claim due to direct causal link.

Case Number 1524/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Second Instance Court's decision dismissing an appeal regarding unjust enrichment. The lower court erred by finding that the Municipality paid the debt, whereas the facts showed the defendant paid directly to the plaintiff as a third party. The Court ruled that this created a direct causal link between the plaintiff's payment and the defendant's enrichment, satisfying the requirements of Article 904 of the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was allowed, the case remitted for retrial, and the defendant ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 904 of the Civil Procedure Code; Article 559 of the Civil Procedure Code: Unjust enrichment requires a direct causal link between the enrichment and the loss; if a third party intervenes and acts for their own account, the direct link is broken unless the third party's action was merely a conduit for the original creditor's payment.

Keywords

AI generated
unjust enrichment direct causal link third party intervention Article 904 Civil Procedure Code remittal for retrial legal costs appeal annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 580 of the Civil Procedure Code
Article 495 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 983 of the Civil Code
Article 984 of the Civil Code
Article 988 of the Civil Code
Article 990 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 286/2005
Supreme Court Case 279/2013
Supreme Court Case 1773/2007
Supreme Court Case 3/1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1524 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1524/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Γ. του Ι., 2) Ν. Γ. του Ι. και 3) Σ. χήρας Ι. Γ., το γένος Ν. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μαυρομμάτη.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., δήμου Πεταλούδων Ρόδου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοδόσιο - Παντελεήμωνα Αποστολά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2008 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2009 μη οριστική, 120/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΑΚ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, η υποχρέωση δε αυτή γεννιέται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε. Παροχή για αιτία που έληξε είναι και η καταβολή σε εκτέλεση απόφασης πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου, αν η απόφαση αυτή εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει με νέα απόφαση (συνήθως ανώτερου) δικαστηρίου συνεπεία άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ286/2005), ή αν η βασιζόμενη σε αυτή εκτέλεση ακυρωθεί.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, όταν δηλαδή η περιουσιακή μετακίνηση δεν πραγματοποιείται αμέσως από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, αλλά πραγματοποιείται με την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 279/2013, 1773/2007).

Όταν, όμως το παρεμβαλλόμενο τρίτο πρόσωπο ενέργησε την παροχή όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά εξαιτίας της ιδιότητας του, από την περιουσία άλλου, την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγή έχει, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί νόμιμοι όροι, εκείνος για λογαριασμό του οποίου ενεργήθηκε και από την περιουσία του οποίου έγινε η καταβολή (ΑΠ 1440/2000).

Παρέπεται, ότι κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, το οποίο επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ’ αυτόν που πράγματι έχει πληγεί (ΑΠ 338/2016, 1438/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 10/2011, 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12-2-2008 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ο αρχικός ενάγων, (στη θέση του οποίου είχαν υπεισέλθει ήδη πριν την έκδοση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω του θανάτου του, οι νόμιμοι κληρονόμου του και ήδη αναιρεσείοντες) ιστορούσε, ότι α) η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο εκτέλεσης της 56/2003 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και υποχρέωνε την ετερόρρυθμη εταιρία "...

ΕΕ", της οποίας ο ίδιος ήταν ετερόρρυθμος εταίρος, να της καταβάλει το ποσό των 16.406 ευρώ με το νόμιμο τόκο, επέσπευσε σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση και ειδικότερα, με το από 27-7-2006 κατασχετήριο έγγραφο επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου ,ως τρίτης ,απαίτησης του κατ’ αυτής προερχόμενη από αμοιβή του για δημόσιο έργο που του είχε αναθέσει, ύψους 24.170,80 ευρώ, ποσό που η τελευταία της κατέβαλε, με την παράδοση στις 4-8-2006 ισόποσης τραπεζικής επιταγής και β)η προαναφερόμενη αναγκαστική εκτέλεση ακυρώθηκε τελεσίδικα με την 268/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Με βάση τα ανωτέρω, ζητούσε, κατά την ενδιαφέρουσα την αναιρετική διαδικασία, επικουρική της βάση, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του επιστρέψει το εν λόγω ποσό, κατά το οποίο, μετά την ακύρωση της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε, ότι η προεκτεθείσα αγωγή είναι μη νόμιμη, "τούτο δε διότι δεν υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία του ενάγοντος στην περιουσία της εναγομένης, αλλ’ η περιουσιακή μετακίνηση πραγματοποιήθηκε από την περιουσία του ενάγοντα στην περιουσία της εναγομένης με την παρεμβολή τρίτου δηλ.

της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, η οποία ενεργώντας για λογαριασμό της κατέβαλε το ανωτέρω ποσό στην εναγομένη από την δική της περιουσία με την έκδοση της τραπεζικής επιταγής". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή.

Με αυτό που δέχθηκε όμως το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΚΠολΔ, καίτοι τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων δικαιολογούσαν την εφαρμογή της. Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα δέχθηκε ότι υπό τα ιστορούμενα στην εν λόγω αγωγή, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου κατέβαλε για λογαριασμό της και από τη δική της περιουσία το ζητούμενο με αυτή ποσό στην αναιρεσίβλητη.

Αντίθετα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η καταβολή του ποσού αυτού έγινε από την τελευταία όχι για λογαριασμό της, αλλ’ ως εκ της ιδιότητας της ως τρίτης, στα χέρια της οποίας επέβαλε την ακυρωθείσα στην συνέχεια αναγκαστική κατάσχεση, η αναιρεσίβλητη, για λογαριασμό του καθού η εκτέλεση (δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων) και όχι από την δική της περιουσία, αλλά από την περιουσία του τελευταίου, η οποία, με την εν τοις πράγμασι θετική της δήλωση και την καταβολή του επίμαχου ποσού μετά την πάροδο οκτώ ημερών από την κατάσχεση, είχε ήδη εκ του νόμου αυτοδικαίως εκχωρηθεί στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 983 παρ. 3, 984, 988 παρ. 1 και 990 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 3/1993).

Επομένως, υπήρξε άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού της αναιρεσίβλητης και της παροχής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και ο τελευταίος είναι ο ζημιωθείς, εφόσον το αδικαιολόγητο όφελος της αναιρεσίβλητης, τη δική του περιουσία έπληξε και όχι αυτή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου που, σε κάθε περίπτωση, του όφειλε το κατασχεθέν στα χέρια της ποσό, που στο πλαίσιο της μεταγενέστερα ακυρωθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης, πλούτισε αδικαιολόγητα την περιουσία της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου της, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενόμενων δεκτών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που την εξέδωσε (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά τους έξοδα (αρθρ.176,183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 91/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των τελευταίων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ