1524/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Απριλίου 1996 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1268/1997 μη οριστική, 3183/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7083/2001, 9377/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε η από 25 Φεβρουαρίου 2003 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 52/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τις 2298/2005, μη οριστική, και 4512/2007, οριστική, αποφάσεις του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1524/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό και συζητήθηκε, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 1524 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1524/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Γ. - ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ - ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΙ ΑΕ", που εδρεύει στον Δήμο Ν. Ιωνίας και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Ν. Γ. και Μ. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παπαθανασίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Απριλίου 1996 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1268/1997 μη οριστική, 3183/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7083/2001, 9377/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε η από 25 Φεβρουαρίου 2003 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 52/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τις 2298/2005, μη οριστική, και 4512/2007, οριστική, αποφάσεις του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 3735/4-11-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Ρ., αντίγραφο της από 3-8-2010 αιτήσεως (κλήσεως) της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, με τις υπ' αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό και συζητήθηκε, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι ο δεύτερος από τους καθ' ών η διαταγή πληρωμής Ι. Θ. Γ., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην προκείμενη δίκη και ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και από 30-6-1990 και εφεξής, δεν ήταν μέλος του Δ.Σ.
της ανακόπτουσας εταιρείας, κατά τον Αύγουστο του 1993, εμφανίσθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής στον καθ' ού η ανακοπή Χ. Μ. και του ζήτησε, ως δάνειο, δήθεν για λογαριασμό της εταιρείας, το ποσό των 15.000.000 δραχμών....Ο καθ' ού η ανακοπή, αφού διαπίστωσε από τα στοιχεία που του έθεσε υπόψη ο Ι. Γ. ότι η εταιρεία είχε ικανή ακίνητη περιουσία δέχθηκε να της χορηγήσει το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό ως δάνειο.
Μετά από αυτό ο Ι. Γ. συνέταξε ένα έγγραφο, ως πρακτικό δήθεν έκτακτης συνεδρίασης του Δ.Σ. της εταιρείας, η οποία φέρεται να έλαβε χώρα στις 3-9-1993 και στην οποία φέρεται να συμμετείχαν τρία από τα πέντε μέλη του Δ.Σ. αυτής και συγκεκριμένα οι :α) Ν. Γ., ) Μ. Γ. και γ) Ι. Γ.. Στο εν λόγω έγγραφο (δήθεν πρακτικό) διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει του από 3-9-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού δανείου η εταιρεία έλαβε από το Χ.
Μ. δάνειο ποσού 15.000.000 δραχμών. Ότι, για την εξασφάλιση του ποσού του δανείου, η εταιρεία πρέπει να παραχωρήσει στο δανειστή της Χ. Μ. δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως επί του αναφερόμενου ακινήτου της. Ότι πρέπει να ορισθεί ένα φυσικό πρόσωπο για να συναινέσει στο δικαστήριο στην παροχή προσημειώσεως επί του εν λόγω ακινήτου της, ποσού 17.000.000 δραχμών και να προβεί σε όλες γενικά τις απαραίτητες ενέργειες.
Ότι εγκρίνεται η παροχή δικαιώματος εγγραφής προσημειώσεως υπέρ του Χ. Μ. στο ακίνητο της εταιρείας και ότι ο Ι. Γ. εξουσιοδοτείται με το εν λόγω πρακτικό να παραστεί, υπογράψει, εκδώσει και παραλάβει όλα τα απαραίτητα έγγραφα και προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια κρίνει αναγκαία για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού.
Το προαναφερόμενο έγγραφο είναι, όπως αποδείχθηκε, πλαστό, τόσο κατά το περιεχόμενό του, όσο και κατά τις υπογραφές των Ν. Γ. και Μ. Γ. που έχουν τεθεί κατ' απομίμηση σε αυτό, πλαστογράφος δε τούτου είναι ο Ι. Γ.... Με βάση το πιο πάνω πλαστό έγγραφο (απόφαση Δ.Σ ανακόπτουσας), ο Ι. Γ., εμφανιζόμενος ως ειδικά εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος και μέλος του Δ.Σ.
της ανακόπτουσας εταιρείας, συνήνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο παραπάνω ακίνητο αυτής, ενώ ουδέποτε υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος ή εκκαθαριστής της εταιρείας, ούτε είχε ποτέ ειδικά εξουσιοδοτηθεί ως νόμιμος εκπρόσωπος ή εκκαθαριστής αυτής. Μετά την εγγραφή της προσημειώσεως, ο καθ' ού η ανακοπή Χ.
Μ. κατέβαλε στον Ι. Γ. το ποσό των 15.000.000 δραχμών, ο τελευταίος δε, ενεργώντας ως νόμιμος, δήθεν, εκπρόσωπος της ανακόπτουσας εταιρείας, αποδέχθηκε, για λογαριασμό αυτής, στις 6-9-1993, χάριν εξοφλήσεως του δανείου, μία συναλλαγματική ποσού 15.000.000 δραχμών, εκδόσεως του καθ' ού η ανακοπή, λήξεως 6-12-1993, υπέρ της ανακόπτουσας μάλιστα τριτεγγυήθηκε ατομικά ο ίδιος.
Έθεσε δε στη θέση της φερόμενης ως αποδέκτριας της συναλλαγματικής την υπογραφή του, ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, καθώς και πλαστή σφραγίδα της εταιρείας. Το παραπάνω ποσό εισέπραξε ο Ι. Γ. αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό και για τις ατομικές του ανάγκες. Με βάση την προαναφερόμενη συναλλαγματική, η οποία δεν πληρώθηκε κατά τη λήξη της, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη από την ανακόπτουσα εταιρεία, με αριθμό 2584/1996, διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώνονται η εταιρεία και ο Ι.
Γ. να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 15.000.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο κλπ. Όπως αποδείχθηκε όμως και προαναφέρεται ο Ι. Γ. δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης της ανακόπτουσας εταιρείας για την αποδοχή, για λογαριασμό της, της πιο πάνω συναλλαγματικής, αφού ουδέποτε αυτός εξουσιοδοτήθηκε ειδικά, ως νόμιμος εκπρόσωπος ή εκκαθαριστής της.
Έτσι ο ισχυρισμός (ένσταση) έλλειψης πληρεξουσιότητας του φερόμενου ως άμεσου αντιπροσώπου της Ι. Γ.υ που προέβαλε με την ανακοπή της η φερόμενη ως αντιπροσωπευθείσα κατά την αποδοχή της πιο πάνω συναλλαγματικής εταιρεία, ο οποίος (ισχυρισμός) αφορά το κύρος της επί του τίτλου της συναλλαγματικής γενόμενης δηλώσεως βουλήσεως και προτείνεται και κατά του καλής πίστεως κομιστή της συναλλαγματικής, είναι ουσιαστικά βάσιμος.
Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι κανένας δεν υποχρεώνεται από συναλλαγματική, ούτε έναντι του καλόπιστου τρίτου, εάν δεν δήλωσε την προς τούτο βούλησή του, δεν ευθύνεται η ανακόπτουσα εταιρεία προς πληρωμή της παραπάνω συναλλαγματικής." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ανακόπτουσα-αναιρεσίβλητη δεν δεσμεύεται από την επίμαχη συναλλαγματική και, κατ' ακολουθίαν, έπρεπε να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή της ως άνω διαδίκου κατά της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε εις βάρος της, βάσει του εν λόγω πιστωτικού τίτλου.
Με το περιεχόμενο αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία στο ζήτημα αν ο Ι. Γ. είχε εξουσία ή όχι προς αντιπροσώπευση της ανακόπτουσας, η οποία αιτιολογία δεν είναι αντιφατική αφού το δικαστήριο στήριξε, την κρίση του στην σαφή παραδοχή ότι το ως άνω πρόσωπο ενήργησε χωρίς να του παρασχεθεί η σχετική πληρεξουσιότητα εκ μέρους της ανακόπτουσας, από κανένα δε σημείο της αποφάσεως δεν προκύπτει αντίθετη παραδοχή.
Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η αντίδικός του, με τη συμπεριφορά των εκπροσώπων της, ενέκρινε την αποδοχή της συναλλαγματικής, με βάση την οποία εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής, στο όνομά της από τον Ι.
Γ. και τον απέρριψε ως αόριστο, δεχθέν ειδικώτερα ότι ο καθ' ού η ανακοπή δεν επικαλέσθηκε πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται σαφής βούληση της ανακόπτουσας για έγκριση της εκ μέρους του Ι. Γ.υ, επ' ονόματί της, αποδοχή της συναλλαγματικής. Επομένως ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2007 αίτηση του Χ. Μ. του Ρ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 4512/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2011.-
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011.-
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ