Legislator Case Law & Legislation
1524/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of non-examination of evidence and ownership objection.

Case Number 1524/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider specific cadastral maps and their own claim of ownership, yet the appellate court had already examined these points and dismissed them as unsubstantiated. The court ruled that the Second Instance Court properly evaluated the evidence and rejected the arguments for lack of clarity and ownership claims, thereby upholding the original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 11 lit. c; Art. 559 para. 19; Art. 559 para. 8 lit. b of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-examination of evidence or a claim of ownership is inadmissible if the lower court has already considered the matter and rejected it as unfounded.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds ownership objection cadastral maps evidence examination

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 11 lit. c of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 lit. b of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/1989
OLAP 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1524 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1524/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009 με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Μαλακάση.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Μήλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1757/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8590/2003 μη οριστική, 4328/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-1-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 12-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...

Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Παπακώστα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων αγόρασε από τους αδελφούς Ω1, Ω2, Ω3 και Ω4 αγροτεμάχιο, εμβαδού 418,60 τμ, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εμφαίνεται με αριθμό ... στο από Ιουνίου 1966 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ..., που είναι προσαρτημένο στο ...

συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου και συνορεύει βόρεια σε πλευρά 18,40 μ. με το ... αγροτεμάχιο, ανατολικά σε πλευρά 23 μ. με ιδιοκτησία ΑΑ, νότια με θάλασσα σε πλευρά 18 μ. και δυτικά σε πλευρά 6 μ. με ιδιωτική οδό. Επίσης με το ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου αγόρασε από τους ίδιους πωλητές συνεχόμενο αγροτεμάχιο στην ίδια θέση, εμβαδού 763.20 τμ., που συνορεύει βόρεια σε πλευρά 18,80 μ.

με το με αριθμό ... οικόπεδο, ανατολικά σε πλευρά 41 μ. με ιδιοκτησία ΑΑ, νότια σε πλευρά 18,40 μ. με υπόλοιπη ως άνω ιδιοκτησία του και δυτικά με την ίδια ως άνω ιδιωτική οδό πλάτους 6 μ. Έτσι συνολικά αγόρασε 1.181,80 τμ. Οι ως άνω εδαφικές εκτάσεις, που αγόρασε ο ενάγων εμφαίνονται στο προαναφερόμενο από Ιουνίου 1966 τοπογραφικό διάγραμμα, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το από αντίστοιχο 20-10-1966 του πολιτικού υπομηχανικού ... .

Με την τροποποίηση αυτή του τοπογραφικού διαγράμματος δεν μεταβλήθηκαν τα όρια και οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε το συνολικό εμβαδόν του και ως εκ τούτου ουδεμία αοριστία ή αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου δημιουργείται, όπως αβάσιμα, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από τους ...

και ... με βάση το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Σταματάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με την ... πράξη εγκρίσεως αγοραπωλησίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που, επίσης, μεταγράφηκε νόμιμα. Ο ενάγων από το έτος 1966, που περιήλθε σε αυτόν το ακίνητο, το κατείχε και το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με την πεποίθηση δηλαδή ότι με την κτήση της νομής του απέκτησε την κυριότητα του και με βάση τους ως άνω νόμιμους τίτλους, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί και ασκούσε τις πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου.

Με τα ίδια προσόντα κατείχαν και νέμονταν το ίδιο ακίνητο οι ως άνω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος από το έτος 1952 έως το 1966, που κατά τα ανωτέρω. το μεταβίβασαν στον ενάγοντα και ίου παρέδωσαν τη νομή του. Ειδικότερα ο ενάγων το περίφραξε το έτος 1966 σε όλες του τις πλευρές με συρματόπλεγμα, το επέβλεπε και το επισκεπτόταν τακτικά, είτε προσωπικά, είτε, λόγω της μόνιμης κατοικίας του στο εξωτερικό, κατ' εντολή και για λογαριασμό του το επισκέπτονταν και το επέβλεπαν συγγενικά του πρόσωπα ή ο πληρεξούσιος του στην Ελλάδα ΒΒ.

Τις ίδιες πράξεις ασκούσαν πριν από τον ενάγοντα και οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοί του. Έτσι κύριος του ως άνω ακινήτου συνολικού εμβαδού 1.181.80 τμ. έγινε ο ενάγων με παράγωγο τρόπο, με βάση τα προαναφερόμενα συμβόλαια αγοράς, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, από τους προαναφερόμενους επίσης κυρίους αυτού αδελφούς Ω1-Ω2-Ω3-Ω4 με παράγωγο τρόπο με βάση το προαναφερόμενο τίτλο κτήσεως, που έχει νόμιμα μεταγραφεί.

Σε κάθε περίπτωση ο ενάγων έγινε κύριος του ίδιου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, αφού το κατέχει και ο νέμεται με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με βάση τους ως άνω νόμιμους τίτλους, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα για χρονικό διάστημα από το 1966 έως το Μάιο του έτους 1997, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, αλλιώς και με έκτακτη χρησικτησία, αφού αυτός και οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του κατείχε και νεμόταν το ακίνητο συνεχώς και χωρίς διακοπή από το έτος 1952 έως το Μάιο του έτους 1997, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών.

Δεν αποδείχθηκε δε άσκηση πράξεων νομής στο ως άνω ακίνητο ή τμήμα αυτού από τους εναγομένους ή τους δικαιοπαρόχους τους. Τον ως άνω χρόνο [Μάϊος 1997] οι εναγόμενοι, κύριοι όμορης, όπως προαναφέρεται, ιδιοκτησίας, κατέλαβαν τμήμα του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 125,30 τμ., όπως αυτή εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 22-1-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, ο οποίος διορίστηκε με την προαναφερόμενη μη οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με στοιχεία Δ-Ε-Κ-Μ-Δ και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία εναγομένων, δυτικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος, βόρεια με ιδιοκτησία ΓΓ και νότια με παραλία, απέβαλαν από τη νομή αυτού τον ενάγοντα και από τότε το κατέχουν παράνομα.

Ακόμη κατασκεύασαν νέα περίφραξη με συρματόπλεγμα και μανδρότοιχο και ενσωμάτωσαν την εν λόγω εδαφική λωρίδα στη δική τους ιδιοκτησία. Ο ως άνω πραγματογνώμονας με την έκθεση του, μετά από επίσκεψη στο επίδικο και εφαρμογή των τίτλων, που του παρέδωσαν οι διάδικοι, στο έδαφος, καταλήγει στο συμπέρασμα άτι τούτο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων.

Ειδικότερα αυτός διαπίστωσε ότι η ιδιοκτησία των εναγομένων εμφανίζει πρόσοψη στην πλευρά της προς τη θάλασσα μεγαλύτερη κατά 3,24 μ., ενώ η συνεχόμενη αντίστοιχη πρόσοψη της ιδιοκτησίας του ενάγοντος εμφανίζεται ότι ανέρχεται σε 14,76 μ. αντί των 18,10 μ., που ήταν με βάση τους δικού του τίτλους ιδιοκτησίας.

Δεν μπορεί δε να γίνει δεκτό ότι όταν ο ενάγων το 1966 περίφραξε την ιδιοκτησία που αγόρασε και γνωρίζοντας ότι με βάση τους τίτλους του είχε διάσταση σε εκείνη την πλευρά 18,10 μ. θα περίφραζε μικρότερη έκταση. Κατά την εφαρμογή δε των τίτλων των διαδίκων ο πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του και το εμβαδόν όλων των ομόρων ιδιοκτησιών, όπως του ΔΔ, το πλάτος της ιδιωτικής οδού, καθώς και το πλάτος της οδού ...

που ανέρχεται σε 6 μ. [σελ. 8 αυτής]. Επομένως η έκθεση του αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη και σαφής, έλαβε δε υπόψη του όλα τα στοιχεία που του παρέδωσαν οι διάδικοι και επομένως, δεν είναι αναγκαία η συμπλήρωση της ή η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, όπως αβάσιμα ζητούν οι εναγόμενοι, ούτε αντικρούεται με πειστικότητα από την προσκομιζόμενη με επίκληση από αυτούς [εναγομένους] τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ... .

Με βάση τα παραπάνω και αφού, όπως προαναφέρεται, δεν αποδείχθηκε η ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονείται με την έφεση του ο ενάγων.

Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και κατ' ουσία και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της. Στη συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση σ' αυτό το Δικαστήριο για ουσιαστική έρευνα, να γίνει δεκτή η αγωγή, έτσι ώστε να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων είναι κύριος του επίδικου ακινήτου ...".

Για να καταλήξει το Εφετείο στο περιεχόμενο του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα τα έγγραφα τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα εξειδικευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, και δη:

α) τον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας τους, ήτοι το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, β) το ... συμβόλαιο διανομής, καθώς και το συνημμένο από Ιανουάριο 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού ..., γ) το από Απριλίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα των Πολιτικών Μηχανικών ... και ..., και δ) την με αριθμό ... άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου ...

της μισθώτριας τους ... καθώς και το μισθωτήριο συμβόλαιο αυτής.

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

II). Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα απ' αυτούς έγγραφα, ως και την από Μαρτίου 2005 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού ..., που την απέρριψε με το σκεπτικό ότι αυτή δεν αντικρούει με πειστικότητα την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ..., και έτσι έλαβε υπόψη της εσφαλμένα την παραπάνω έκθεση πραγματογνμοσύνης, χωρίς επαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της γνωμοδοτήσεως των πραγματογνωμόνων δεν ελέγχεται, κατά τα προεκτεθέντα, αναιρετικώς, υπό την επίκληση δε της αποδιδόμενης από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ίδιου Κώδικα πλημμέλειας ο λόγος αυτός πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξ' άλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γιατί απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, καθ' όσον το Δικαστήριο της ουσίας κρίνει κυριαρχικώς για το ζήτημα αυτό, κατ' άρθρο 388 Κ.Πολ.Δ., η δε κρίση του αυτή δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο.

III). H νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το 'νόμω' βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέστηκε σε λιγότερα. Η τυχόν δε παραπέρα ποσοστική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτό, ώστε αυτό να είναι, ως λογικό επακόλουθο των περιστατικών αυτών, σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγους αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα ιδρύεται λόγο αναίρεσης της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν από την αιτιολογία αυτής δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα αναγκαία κατά νόμο για την εφαρμογή ή μη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή όταν η απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ουσιαστικό ζήτημα, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου.

Οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ποία ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι δέχτηκε την ένδικη αγωγή, παρότι η αγωγή δεν περιέχει σαφή καθορισμό των ορίων του διεκδικουμένου ακινήτου και ως εκ τούτου είναι αόριστη, δοθέντος ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων απέκρυψε, επικαλούμενος τα από 11.6.1966 και Απριλίου 1998 τοπογραφικά διαγράμματα των ... (Πολιτικού Υπομηχανικού) και ... (Αρχιτέκτονα Μηχανικού), το από 20.10.1966 τροποποιητικό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ως άνω ..., προκειμένου να εμφανίσει την διεκδικουμένη έκταση εντός των ορίων της ιδιοκτησίας του.

Ο λόγος αυτός (από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) όπως διατυπώνεται αορίστως στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση αναφερόμενη σε ποσοτική αοριστία της αγωγής και εντεύθεν παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης.

IV). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχαν υποβάλει νομίμως οι αναιρεσείοντες προς απόκρουση της ένδικης αγωγής. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο, κρίνοντας ότι "δεν αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής στο ως άνω ακίνητο ή τμήμα αυτού από τους εναγομένους ή τους δικαιοπαρόχους τους" εξέτασε εκ του πράγματος την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων και την έκρινε ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.1.2007 αίτηση των Χ1,κ.λ.π. για αναίρεση της 4328/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ