Supreme Court dismisses appeal on contract characterization, ruling successive fixed-term work contracts do not form an indefinite employment relationship.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a lower court decision characterizing successive contracts as indefinite-term employment agreements. The appellant argued that the contracts were invalid due to procedural defects and should be deemed as a single indefinite-term employment contract, while the respondent maintained they were valid fixed-term work contracts. The court rejected these claims, holding that the specific facts and legal requirements for an employment relationship were not met, and that the procedural flaws did not alter the nature of the contracts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. and 6 of Law 765/1943; Article 681 of the Civil Code: Successive fixed-term contracts for work do not constitute a single indefinite-term employment relationship unless the worker is subject to the employer's control regarding time, place, and manner of work.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1524 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1524/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αντώνιο Αθηναίο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Εμμανουήλ Γλυφό και Ιωάννη Καλτάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Καρλοβασίων Σάμου", που εδρεύει στο Καρλόβασι Σάμου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Δημόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 308/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος διάβασε την από 8-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. και 6 επ. Ν.765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αιθ. 324/1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ. Ν.Α.Κ., προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό κάποιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας, απαιτείται εκείνος που παρέχει την εργασία, να τελεί κατά την εκτέλεσή της κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει τον τρόπο, χρόνο και έκτασή της μέσα στα συμβατικά και νόμιμα όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για το μισθωτό, που υποχρεούται να υποτάσσεται και να ακολουθεί τις οδηγίες που παρέχονται σ' αυτόν.
Ο χαρακτήρας αυτός της συμβάσεως, ως συμβάσεως εργασίας, δεν αλλάζει από το γεγονός ότι ο μισθωτός λόγω της φύσεως της παρεχόμενης εργασίας αναπτύσσει πρωτοβουλία, μέσα στα πλαίσια των όρων της σύμβασης εργασίας, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης αυτής, ή όταν ο εργοδότης δεν ασκεί εμπράκτως το παραπάνω δικαίωμά του ή όταν αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον το τελευταίο αυτό δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσης.
Ο προσδιορισμός από τον εργοδότη του τόπου και του χρόνου είναι ενδεικτικό μεν στοιχείο της εξάρτησης όχι όμως και απόλυτο, ενώ αν οι υπηρεσίες παρέχονται χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο από τον εργοδότη, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας, δεν υπάρχει σύμβαση εργασίας. Εξάλλου, διακρίνεται η παραπάνω σύμβαση από την αναφερομένη στο άρθρο 681 Α.Κ.
σύμβαση μίσθωσης έργου, προεχόντως, γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται τη λύση της συμβάσεως, ανεξάρτητα από το χρόνο επιτεύξεώς του.Βασικό κριτήριο της διάκρισης είναι η σχέση του εργαζομένου προς το αποτέλεσμα της εργασίας.Ετσι όταν η παροχή εργασίας αποσκοπεί σε ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο όμως βρίσκεται έξω από την εξουσία του εργαζομένου, που αναλαμβάνει όχι να παράγει αυτό, αλλ' απλώς να κάνει ότι είναι δυνατόν για να παραχθεί αυτό, τότε υπάρχει σύμβαση εργασίας και όχι σύμβαση έργου.Το δικαστήριο θα κρίνει την ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας, εκτιμώντας το σύνολο των πραγματικών περιστατικών με τα οποία λειτούργησε η σχέση, χωρίς να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που έδωσαν σ' αυτή οι διάδικοι.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επέλευσης ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτέλεσης ορισμένου έργου μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να Ισχύει αυτοδικαίως.
Επίσης, από το άρθρο 21παρ.1 του Ν.2190/1994 ορίζεται ότι <<οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών αναγκών, με τις προυποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων>>, στην παρ.2 ορίζεται ότι <<η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες>>. Στη συνέχεια στις παρ.3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζομένη διάρκεια απασχόλησης ,άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ'άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2190/1994, όπως τροποποίθηκε με το άρθρο1 του Ν.25271997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1παρ.6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίηση του με το νόμο 1892/1992, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτδιοίκησης.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητά ή σιωπηρά έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Περαιτέρω, το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του ν.547/1937 ορίζει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Η διάταξη αυτή όμως δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση αυτή κατά την οποία η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως ορίζεται παραπάνω στο ν.2190/1994, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της σύμβασης, ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Με την αναθεώρηση του έτους 2001 και με σκοπό τη μεγίστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τόμεα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ.7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξαρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: <<Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε προσκαίρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγουμένου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παράγραφου ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου>>.
Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος .
Η απαγόρευση δε αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν.2190/1994, με το δημόσιο, τους ΟΤΑ και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικάσια, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ.3 και ήδη 249 παρ.1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνεται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι'αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποίησει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παραλείψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι παραλήπτης αυτής. Η ισχύς όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει <<εθνικό δίκαιο>> και των αντιστοίχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτητών στις 10-7-1999 και η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινοτικούς εταίρους συμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μεγίστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
θεωρούνται <<διαδοχικές>>, β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επιτεύξη του στόχου της Οδηγιας αυτής, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές σύμβάσεις ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που καλείται να λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Σύμφωνα λοιπόν με όσα προαναφέρθηκαν, η παραπάνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται και δεν έχει ισχύ στην ελληνική έννομη τάξη μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής (10-7-2001) και μέχρι τις 2-4-2003 και 19-7-2004, που άρχισε η ισχύς των ΠΔ 81/2003 και 164/2004 (Ολ.ΑΠ 20/2007). Τέλος ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δικ.
ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Κατά δε το άρθρο 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθήκε ανελέγκτως τα εξής. << Ο ενάγων ασκεί, από τις 30-8-1990, το ελεύθερο επάγγελμα του εγκαταστάτη, υδραυλικού, με έδρα το ...... Σαμου και είναι εφοδιασμένος με την από...... άδεια εγκαταστάτη υδραυλικού, πρώτης ειδικότητας για θερμουδραυλικές εγκαταστάσεις.
Αυτός έχει υποβάλει από τις 30-8-1990 τη σχετική δήλωση έναρξης επαγγέλματος στην αρμόδια Οικονομική Εφορία Καρλοβασίου Σάμου και είναι ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ. Δυνάμει διαδοχικών ατύπων (προφορικών) συμβάσεων έργου, που κατατίσθηκαν μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου Δήμου Καρλοβασίου Σάμου από τις 31-8-1990 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (30-12-2004), ο εναγόμενος Δήμος ανέθετε στον ενάγοντα, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου, κάθε φορά, που αφορούσε στο δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης του .....Σάμου καθώς και των δημοτικών διαμερισμάτων που υπήγοντο σ' αυτόν και ειδικότερα την επισκευή των βλαβών του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης, τη συντήρηση τμημάτων την ως άνω δικτύων, τη συντήρηση και επισκευή του αντλιοστασίου ύδρευσης και τουαντλιοστασίου λυμάτων, καθώς και άλλες συναφείς υδραυλικές εργασίες.
Με τις ίδιες ως άνω προφορικές συμβάσεις έργου, συμφωνείτο, επίσης, μεταξύ των διαδίκων και ο χρόνος παράδοσης του κάθε έργου, καθώς και το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος για την εκτέλεση κάθε έργου, η οποία (αμοιβή) ήταν κάθε φορά ανάλογη με το είδος και την έκταση του ανατεθέντος έργου. Ο ενάγων, μετά την εκτέλεση και την παράδοση κάθε ανατεθέντος έργου στον εναγόμενο Δήμο, εισέπραττε από τον τελευταίο την εκάστοτε συμφωνηθείσα αμοιβή του, εκδίδοντας, κάθε φορά, το σχετικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών.
Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, (από 31-8-1990 έως 30-12-2004) καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, οι εξής άτυπες (προφορικές) συμβάσεις έργου: Α) Κατά το έτος 1990, οι από ..., ..., και .... συμβάσεις, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε στον ενάγοντα: α) τη συντήρηση του αντλιοστασίου ύδρευσης του ...., β) τη συντήρηση του αντλιοστασίου ύδρευσης του .....
και γ) την τοποθέτηση θερμοσίφωνα των αποδυτηρίων του εθνικού, σταδίου .... και τη συντήρηση των υδραυλικών εγκαταστάσεων των αποδυτηρίων αυτών. Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο Δήμο τα ως άνω έργα και έλαβε τη συμφωνηθείσα, για κάθε έργο αμοιβή, ήτοι τα ποσά των 56.500, 67.800 και 11.300 δραχμών, αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε τα υπ' αριθ. ..., ...
και .....τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, Β) Κατά το έτος 1991: α) οι από ..., ..., ...., και .... συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθετε στον ενάγοντα, κάθε φορά, τη συντήρηση και επισκευή του αντλιοστασίου ύδρευσης καθώς και η από ..... σύμβαση έργου, για συντήρηση της πομώνας του αντλιοστασίου λυμάτων.
Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο Δήμο τα ως άνω έργα και εισέπραξε απ' αυτόν τη συμφωνηθείσα, για κάθε έργο, αμοιβή, ήτοι των 56.500, 56.500, 56.500, 56.500, 56.500 και 56.500 δραχμών, αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε τα υπ' αριθ..., ..., ..., ..., .... και .... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, Γ) κατά το 1992:
α) οι από ..., ...., ...., .... και .... συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθετε κάθε φορά, στον ενάγοντα, την επισκευή και συντήρηση του αντλιοστασίου ύδρευσης και β) η από ...... σύμβαση έργου, για συντήρηση των υδραυλικών εγκαταστάσεων του εθνικού σταδίου ..... Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο Δήμο τα ως άνω έργα και έλαβε απ' αυτόν, ως αμοιβή για κάθε έργο το συμφωνηθέν ποσό των56.500 δραχμών, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε τα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ..
και .... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, Δ)Κατά το έτος 1993: α) οι από ...., ...., .... και ...., συμβάσεις, έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθετε στον ενάγοντα, κάθε φορά, την επισκευή και συντήρηση του αντλιοστασίου ύδρευσης, β) η από .... σύμβαση έργου, για επισκευή και συντήρηση του αντλιοστασίου λυμάτων και γ) η από ....
σύμβαση έργου, για συντήρηση των υδραυλικών εγκαταστάσεων του εθνικού σταδίου ..... .Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο Δήμο τα ως άνω έργα και έλαβε απ' αυτόν, τη συμφωνηθείσα για κάθε έργο αμοιβή, ήτη ταποσά των 56.500, 56.500, 56.500, 56.500, 56.500, 56.500 και 45.200 δραχμών, αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε ταυπ' αριθ. ..., .., ..., ..., ..., ...
και ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Ε)Κατά το έτος1994, οι από ..., ...., .... συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθετε, στον ενάγοντα, κάθε φορά, την επισκευή και συντήρηση του αντλιοστασίου. Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο Δήμο τα ως άνω έργα και εισέπραξε απ' αυτόν τη συμφωνηθείσα για κάθε έργο, αμοιβή, ήτοι τα ποσά των 56.500, 56.500, 62.150, 62.150 και 62.150 δραχμών, αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε αυτός (ενάγων) τα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ...και .....
τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ΣΤ) Κατά το έτος 1996, οι από ..., ...., ...., .... και ..... συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθετε στον ενάγοντα, κάθε φορά, τη συντήρηση και επισκευή του αντλιοστασίου ύδρευσης. Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε τα ως άνω έργα στον εναγόμενο Δήμο και εισέπραξε από τον τελευταίο ως αμοιβή, για κάθε έργο, το συμφωνηθέν ποσό των 62.150 δραχμών, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε αυτός (ενάγων) τα υπ' αριθ. ...., ..., ..., ..., ...
και ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, Ζ) Κατά το έτος 1997: α) οι από ...., ...., ...., .... και .... συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε στον ενάγοντα, κάθε φορά, τη συντήρηση και επισκευή του αντλιοστασίου ύδρευσης και β) η από .... σύμβαση έργου, για συντήρηση των γεωτρήσεων. Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο Δήμο τα ως άνω έργα και εισέπραξε απ' αυτόν, ως αμοιβή, για κάθε έργο, το συμφωνηθέν ποσό των 62.150 δραχμών, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε αυτός τα υπ' αριθ. ...., ..., ..., ...
και ....τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, Η) Κατά το έτος 1998, η από .... σύμβαση έργου, με την οποία ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε στον ενάγοντα την συντήρηση των γεωτρήσεων. Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε το ως άνω έργο στον εναγόμενο Δήμο και εισέπραξε απ' αυτόν, τη συμφωνηθείσα αμοιβή, ήτοι το ποσό των 62.150 δραχμών, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α, εξέδωσε δε αυτός το υπ' αριθ. ....
τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, Θ) Κατά το έτος 1999: α) οι από ..... τέσσερες συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε στον ενάγοντα την επισκευή δύο παροχών ύδρευσης στη θέση "....", την επισκευή τριών παροχών ύδρευσης στη θέση "....", την επισκευή μίας παροχής ύδρευσης στη θέση "'...." και τη σύνδεση της αποχέτευσης στο σχολείο της ...., β) οι από ....
τρεις συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε στον ενάγοντα την επισκευή βλαβών τμημάτων των δικτύων ύδρευσης των περιοχών 'Ορμου ..., ... και "....", τη συντήρηση του αντλιοστασίου ύδρευσης και την αντικατάσταση μιας παροχής ύδρευσης στην περιοχή "....", γ) οι από .... δύο συμβάσεις έργου, για την τοποθέτηση δύο παροχών ύδρευσης στην περιοχή "....." και για την επισκευή βλαβών τμημάτων του δικτύου ύδρευσης της περιοχής "....." και δ) οι από .....
δύο συμβάσεις έργου, για συντήρηση αντλιοστασίου, και για καθαρισμό λέβητα, συντήρηση καυστήρα και αντικατάσταση δεξαμενής πετρελαίου. Ο ενάγωνεκτέλεσε και παρέδωσε τα ως άνω έργα στον εναγόμενο Δήμο και εισέπραξε απ' αυτόν τη συμφωνηθείσα για κάθε έργο αμοιβή, ήτοι τα ποσά των 67.800,107.350, 39.550, 113.000, 237.300, 90.400, 50.850, 67.800, 39.550, 90.400 και 85.880 δραχμών, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσεδε τα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...
και ....τιμολόγιαπαροχής υπηρεσιών, αντίστοιχα, Ι) Κατά το έτος 2000, οι από ..., ....,...., ...., ...., ...., ....., ...., ...., ....., ...., ....., ..... και ..... συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε στον ενάγοντα την συντήρηση των αντλιοστασίων, την επισκευή βλαβών του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης, στην περιοχή "...", "....", "...." "....", ....., Λιμένος ....., την επισκευή βλαβών του κεντρικού δικτύου.
Στην περιοχή "...." και ".....", την εγκατάσταση δεξαμενής και πιεστικού στην περιοχή "....", την επισκευή του εξαερισμού του δικτύου ...., την επέκταση του δικτύου ύδρευσης στο δημοτικό διαμέρισμα "....." και την συντήρηση των αντλιοστασίων των δημοτικών διαμερισμάτων του εναγομένου Δήμου. Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε τα ως άνω έργα στον εναγόμενο Δήμο και εισέπραξε απ' αυτόν, τη συμφωνηθείσα για κάθε έργο αμοιβή, ήτοι τα ποσά των 90.400, 192.100, 58.760, 90.400, 90.400, 678.000, 197.750, 118.650, 39.550, 395.500, 452.000, 361.000, 361.000, 169.500, 361.600, 361.600,361.600, 248.600, 361.600, 361.600 και 62.150 δραχμών, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε αυτός τα υπ' αρ. ..., ..., ..., ..., ...., ...., ...., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...., ....., ...., ..., ..., ...
και .... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών αντίστοιχα, Κ) Κατά το έτος 2001, οι από ...., ...., ...., ...., ...., ...., ....., ....., .... συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε στον ενάγοντα την επισκευή βλαβών τμημάτων των Δικτύων ύδρευσης του .... και των περιοχών "....", "....","....", ".....", την επισκευή βλαβών τμημάτων των δικτύων αποχέτευσης του "....." και των περιοχών "....", Λιμανιού ..., την επισκευή και συντήρηση των αντλιοστασίων ύδρευσης και λυμάτων, την εγκατάσταση πυροσβεστικού κρουνού στο ποτάμι.
Ο ενάγων εκτέλεσε τα ως άνω έργα και τα παρέδωσε στον εναγόμενο Δήμο και εισέπραξε από τον τελευταίο τη συμφωνηθείσα για κάθε έργο, αμοιβή, ήτοι τα ποσά των339.000, 339.000, 339.000, 84.750, 565.000, 565.000, 565.000, 565.000, 565.000, 565.000, 180.800, 248.600, 565.000, 169.500 και 565.000 δραχμών, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε αυτός (ενάγων) τα υπ' αρ. ...., ...., ..., ...., ...., ..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..
και... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αντίστοιχα, Λ) Κατά το έτος 2002, οι από ......, ...., ...., ..., ....,...., ...., ...., ..., .... και ... συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την συντήρηση και την επισκευή των βλαβών του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης του ..... και των περιοχών "....", "....", ".....", ".....", "....", "....", την επισκευή και συντήρηση των αντλιοστασίων ύδρευσης και λυμάτων του .....
και των ως άνω περιοχών. Ο ενάγων εκτέλεσε καιπαρέδωσε τα ως άνω έργα στον εναγόμενο Δήμο και εισέπραξε απ' αυτόν τη συμφωνηθείσα για κάθε έργο αμοιβή, ήτοι τα ποσά των 1.658,11, 1.989,73, 1.658.11, 497,44, 1.658,11, 1.658,11, 169,50, 1.658.11, 1.657,71, 1.655,45, 1.327,75,1.327,75, 1.655,45, 1.655,45, 1.655,45, 1.655,45, 1.921 και 1.655,45 ευρώ, αντίστοιχα συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε αυτός, τα υπ' αρ. ..., .., ..., ..., ..., ..., ..., .., ..., ..., ..., .., .., ..., ..., ..., ..
και ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αντίστοιχα, Μ) Κατά το έτος 2003, οι από ...., ...., ...., ..., ....., ...., ...., ..., .... και ... συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε στον ενάγοντα την συντήρηση και την επισκευή των βλαβών των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης του ..., του λιμένος .... και των περιοχών "....", "....", "....", "....","....", και "......", την συντήρηση και την επισκευή των βλαβών των υδατοδεξαμενών και των αντλιοστασίων ύδρευσης των δημοτικών διαμερισμάτων.
Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε τα ως άνω έργα στον εναγόμενο Δήμο και εισέπραξε απ' αυτόν τη συμφωνηθείσα, για κάθε έργο αμοιβή, ήτοι τα ποσά των 1.655,45, 1.661,10, 1.661,10, 1.661,10, 1.661,10, 333,35, 994,40, 1.661,10, 1.830,60, 864,45, 1.830,60, 1.830,60, 1.830,60, 960,50, 1.830,60 339,00 971,80 ευρώ, αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε αυτός τα υπ' αρ...., ..., ...., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., .., ..., ..
και ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αντίστοιχα και Ν) κατά το χρονικό διάστημα από 2-2-2004 έως τις 30-12-2004 (χρόνος άσκησης της αγωγής), οι από ..., ...., ...., ...., ..., ...., ...., .... και .... συμβάσεις έργου, με τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε στον ενάγοντα, τη συντήρηση του δικτύου ύδρευσης του ... και του λιμένος ...υ, τη συντήρηση του δικτύου αποχέτευσης του .....
και την συντήρηση του αντλιοστασίου λυμάτων. Ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε τα ως άνω έργα στον εναγόμενο Δήμο και εισέπραξε απ' αυτόν, τη συμφωνηθείσα για κάθε έργο αμοιβή, ήτοι τα ποσά των 1.830,60, 1.830,60, 497,20, 1.830,60, 1.830,60, 339,00, 1.830,60, 1.977,50, 1.830,60, 508,50 και 1.830,60 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., εξέδωσε δε αυτός τα υπ' αρ...., ..., ..., ..., ..., ..., .., ..., .., ...
και .... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αντίστοιχα. Από το ύψος των προαναφερθέντων ποσών, που ο ενάγων λάμβανε, ως αμοιβή, για τα εκτελούμενα έργα, προκύπτει ότι η αμοιβή του ήταν πολύ μεγαλύτερη, τόσο σε μηνιαία όσο και ετήσια βάση, από τον εκάστοτε μισθό, που λάμβανε ένας τεχνίτης υδραυλικός, εργαζόμενος σε Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο ενάγων εκτελούσε τα ως άνω έργα, ο ίδιος, μερικές φορές, όμως, απασχολούσε, κατά την εκτέλεσή τους και εργάτες, που προσλάμβανε ο ίδιος. Κατά την εκτέλεση των ανατεθέντων σ' αυτόν έργων, ο ενάγων επέλεξε ο ίδιος, τις ημέρες και ώρες εργασίας του. Και ναι μεν αποδείχθηκε ότι εργαζόταν, κυρίως, κατά τις πρωινές ώρες, δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι είχε συμβατική υποχρέωση έναντι του εναγομένου Δήμου να εργάζεται επί πενθήμερο, εβδομαδιαίως, και να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο εργασίας και συγκεκριμένες ώρες έναρξης και λήξης της εργασίας του.
Επίσης, δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, κατά την εκτέλεση, των ανατεθειμένων σ' αυτόν έργων, υπέκειτο στον έλεγχο, τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου Δήμου, ως προς τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο της παροχής εργασίας της, καθώς και ως προς την εν γένει επιμελή εκπλήρωση αυτής (εργασίας).
Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το γεγονός ότι αυτός μετέβαινε, αρκετές φορές, στα γραφεία του εναγομένου Δήμου, κατά τις πρωινές ώρες, καθόσον η προσέλευσή του αυτή ήταν αναγκαία, προκειμένου να συνεννοηθεί με τα αρμόδια όργανα του Δήμου, σχετικά με τα ανατεθέντα σ' αυτόν έργα και να του υποδεχθεί το ακριβές σημείο, όπου έπρεπε να εκτελεσθεί το κάθε επί μέρους έργο.
Επίσης, αποδείχτηκε ότι καθόλο το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (31-8-1990 έως 30-12-2004), ο ενάγων, πέραν των ως άνω υπηρεσιών που παρείχε στον εναγόμενο Δήμο, παρείχε τις υπηρεσίες του, ως εγκαταστάτης υδρυλικός και σε πλήθος άλλων ιδιωτών και επαγγελματιών, όπως κατέθεσε τόσο ο μάρτυρας του ενάγοντος, όσο και ο μάρτυρας του εναγομένου.'Υστερα απ' όσα προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι με τη σύναψη καθεμίας από τις προαναφερθείσες συμβάσεις έργου, οι διάδικοι απέβλεπαν στην επίτευξη συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος της εργασίας του ενάγοντος, η πραγμάτωση του οποίου (αποτελέσματος) συνεπαγόταν τη λύση της σχετικής σύμβασης έργου και όχι στην εργασία του ενάγοντος καθεαυτή, από το αποτέλεσμά της.
Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 31-8-1990 έως τις 30-12-2004 (χρόνος άσκησης της αγωγής), η έννομη σχέση που συνέδεε κάθε φορά, στους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης έργου και όχι της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών - ενάγων, με την αγωγή και την υπό κρίση έφεσή του.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ. 123/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του.'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, παραθέτοντας σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, ως προς τα στοιχεία τα οποία συγκροτούν την έννοια της σύμβασης μίσθωσης έργου, σε διάκριση αυτών που συγκροτούν την έννοια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και κρίνοντας τελικά ότι η σχέση που δυνέδεε τους διαδίκους, ήταν οι διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου.
Και τούτο γιατί οι ως άνω συμβάσεις συνομολογήθηκαν υποχρεωτικώς από το νόμο ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας και δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό τους, ως ορισμένου χρόνου. Ακόμη, η 1999/70/ΕΚ Οδηγία δεν ήταν εφαρμόσιμη ως μη έχουσα κατά τα προεκτεθέντα άμεση ισχύ στην εσωτερική ημεδαπή έννομη τάξη.
Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος από τους αναιρετικούς λόγους που στηρίζονται στους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορρίφθούν ως αβάσιμοι. Η δε αιτίαση από τον ως άνω αριθμό 19, που προσάπτει ο αναιρεσείων στην προσβαλλομένη απόφαση, περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, λόγω του ότι δεν αναφέρεται σ' αυτή το χρονικό διάστημα που ήταν παραδοτέο το κάθε έργο, το όργανο με το οποίο συνήφθησαν αυτές, πως προσδιορίζονταν η αμοιβή για κάθε έργο, γιατί δεν απαιτούνταν δημοπρασία για την επιλογή του αναδόχου, και με ποιά ιδιότητα προσλάμβανε αυτός προσωπικό, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, τα παραπάνω δεν αφορούν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τουτέστιν στο χαρακτηρισμό των ένδικων συμβάσεων ως εργασιακών αορίστου χρόνου Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινομένης αίτησης του, αιτιάται την προσβαλλομένη, ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 681 Α.Κ., 15 παρ. 1 του ν.1735/1987 και 8 παρ.57 του ν.2307/1995 με το να δεχθεί ότι καταρτίσθηκαν έγκυρες διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, χωρίς να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, λόγω της ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου, ως Δήμου, και χωρίς να εκδοθεί η σχετική απόφαση από το αρμόδιο όργανο αυτού, (δημοτικό συμβούλιο ή δημαρχιακή επιτροπή) που θα καθόριζε τον αριθμό αυτών που θα απασχολούνταν με σύμβαση μίσθωσης έργου, το συγκεκριμένο έργο που επρόκειτο να εκτελεσθεί, τα προσόντα που θα απαιτούνταν κατά περίπτωση, το χρονικό διάστημα που θα απαιτούνταν για την ολική ή μερική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό αμοιβής του αναδόχου, τον τόπο που θα εκτελούνταν το έργο, την τυχόν επιβαλλομένη παρακολούθηση της εκτέλεσης αυτού και ότι το έργο αφορούσε εργασίες που δεν ανάγονταν στα καθήκοντα των υπαλλήλων του φορέα, αντί της πραγματικώς καταρτισθείσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος,ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, καθόσον υποτιθέμενης ως αληθούς της ακυρότητας των διαδοχικών συμβάσεων μισθώσεως έργου ο αναιρεσείων δεν ωφελείται, αφού η ακυρότητα αυτή δεν καθιστά τις εν λόγω συμβάσεις ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου όπως ζητείται να αναγνωρισθεί με την ένδικη αγωγή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-11-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 308/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9-6-2008.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ