1524/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 886/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9234/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Απριλίου 2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1524/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, ανεξάρτητα του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, με τον λόγο αναίρεσης, ότι είχε προβάλλει στο δικαστήριο της ουσίας την ύπαρξη δεδικασμένου από την επικαλούμενη από αυτόν 119/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ολ. ΑΠ 1339/1985), δεν προσκομίζεται η πιο πάνω 215/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για να κριθεί η βασιμότητα του λόγου αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1524 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1524/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ............................, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Ιωάννου.
Του αναιρεσίβλητου: ............................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Μονοχάρτζη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 886/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9234/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Απριλίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 651 εδ. β' ΚΠολΔ, οι αποφάσεις για την παράδοση ή απόδοση της χρήσεως του μισθίου αποτελούν δεδικασμένο μόνο ως προς το ζήτημα της παραδόσεως ή αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου που έχει κριθεί και όχι ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648-661 ΚΠολΔ, τελεσίδικη απόφαση, η οποία αφορά παράδοση ή απόδοση του μισθίου, δεν αποτελεί δεδικασμένο ως προς τα λοιπά κριθέντα ζητήματα παρεμπιπτόντως, έστω και αν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος της παραδόσεως ή αποδόσεως του μισθίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 651 εδ. β' ΚΠολΔ, δέχθηκε εσφαλμένα, κατά την έρευνα της ουσίας της αγωγής, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζητούσε αποζημίωση χρήσεως για την παρακράτηση του μισθίου και αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, ότι έχει παραχθεί δεδικασμένο για το ζήτημα του χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, από την 215/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής του αναιρεσείοντος για απόδοση της χρήσεως του μισθίου.
Όμως, ανεξάρτητα του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, με τον λόγο αναίρεσης, ότι είχε προβάλλει στο δικαστήριο της ουσίας την ύπαρξη δεδικασμένου από την επικαλούμενη από αυτόν 119/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ολ. ΑΠ 1339/1985), δεν προσκομίζεται η πιο πάνω 215/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για να κριθεί η βασιμότητα του λόγου αναίρεσης.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) παράβασης των περί δεδικασμένου διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης δικαιολογεί την αναίρεση με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μόνο σε περίπτωση πλημμέλειας από το ουσιαστικό και όχι από το δικονομικό δίκαιο, όπως οι περί δεδικασμένου κανόνες (ΑΠ 261/1997, ΑΠ 1442/1980).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 εδ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην έννοια των "πραγμάτων", περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την, κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσίβλητου εκμισθωτή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα μισθωτή να καταβάλει σε εκείνον το αναφερόμενο ποσό για αποζημίωση χρήσεως και για περαιτέρω ζημία που υπέστη (ο εκμισθωτής) από την παρακράτηση του μισθίου μετά την λήξη της μισθώσεως, δεχόμενο, για τη βασιμότητα του κεφαλαίου της περαιτέρω ζημίας, ότι θα το εκμίσθωνε προς τρίτους, χωρίς να λάβει υπόψη τον και πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό του εναγομένου μισθωτή, που αποτέλεσε τον τρίτο λόγο εφέσεως κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, ότι κατά δήλωση του εκμισθωτή αυτός δεν επρόκειτο να εκμισθώσει το μίσθιο, μετά τη λήξη της μισθώσεως, αλλά θα το χρησιμοποιούσε για την κάλυψη οικογενειακών αναγκών.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, τον ισχυρισμό αυτόν που έπληττε το κεφάλαιο της περαιτέρω ζημίας του αναιρεσίβλητου από΄την παρακράτηση του μισθίου, το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε κατ' ουσία εκ του πράγματος, με την περί του αντιθέτου παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος θα εκμίσθωνε το μίσθιο σε τρίτους αν δεν το παρακρατούσε ο αναιρεσείων μισθωτής, μετά τη λήξη της (τριετούς διάρκειας) μισθώσεως.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εγκειμένης στο ότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα τα επικαλέσθηκε και τα προσκόμισε ο ίδιος ή ο αντίδικός του στο δικαστήριο της ουσίας.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς καμιά αιτιολογία, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε πρόθεση επαναμισθώσεως του μισθίου (κατά το χρόνο της παρακρατήσεως αυτού από τον αναιρεσείοντα) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας, καθόσον δεν διαλαμβάνει τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που προτάθηκαν στο εφετείο προς θεμελίωσή του.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και με την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 601 ΑΚ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι δέχθηκε το κεφάλαιο της αγωγής, με το οποίο ζήτησε ο αναιρεσίβλητος αποζημίωση για περαιτέρω ζημία από την παρακράτηση του μισθίου, χωρίς να εξετάσει την πρόθεση του εκμισθωτή (αναιρεσίβλητου) να προβεί σε εκ νέου μίσθωση του μισθίου, που παρακρατούσε ο αναιρεσείων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης (τρίτος) με τον οποίο φέρεται ότι πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί στην πραγματικότητα πλήσσεται η απόφαση κατά την ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο, εκτίμηση των αποδείξεων. IV. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια των άρθρων 559 αρ. 8, 11 και 19 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι:
α) έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που πρόβαλε με την έφεσή του, ότι στην εξεταζόμενη αγωγή υπάρχει ομολογία του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου) ότι το μηνιαίο μίσθωμα δεν μπορεί να αυξηθεί πάνω από 5% από το συνομολογηθέν μίσθωμα, κατά το χρόνο της παρακράτησης του μισθίου, β) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα του οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα το μισθωτήριο συμβόλαιο, προβαίνοντας σε σύνδεση μεταξύ του συμφωνηθέντος από 1173, 88 ευρώ μισθώματος και εκείνου των 3.250 ευρώ το οποίο καθορίσθηκε με την προσβαλλόμενη, όπως και την παραπάνω ομολογία του αναιρεσίβλητου και γ) απέρριψε χωρίς αιτιολογία τον ισχυρισμό του ότι το μίσθωμα δεν μπορεί να υπερβεί το πιο πάνω ποσοστό 5% στο συνομολογηθέν μίσθωμα.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, α) ο πρώτος ως απαράδεκτος, γιατί πρόκειται για ισχυρισμό το αναφέρεται στο περιεχόμενο των αποδείξεων, β) ο δεύτερος, ως αβάσιμος, γιατί από την βεβαίωση της προσβαλλομένης ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχουν ληφθεί υπόψη και τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και γ) ο τρίτος, ως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσίβλητος συνομολόγησε αύξηση 5% επί του συνομολογηθέντος μισθώματος των 1173,88 ευρώ μηνιαίως, ενώ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, ο αναιρεσείων συνομολόγησε την από 5% προσαύξηση, όχι επί του συμφωνηθέντος μισθώματος, αλλά επί του μισθώματος που θα μπορούσε να συνομολογήσει με ελεύθερη μίσθωση και που ανερχόταν, κατά το χρόνο της παρακράτησης του μισθίου κατά της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, σε 3250 ευρώ μηνιαίως.
V. Κατά το άρθρο 294 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς συναίνεση του εναγομένου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή έως την έναρξη της προφορικής συζήτησης για την ουσία της υπόθεσης η παραίτηση είναι ελεύθερη χωρίς συναίνεση του εναγομένου, γιατί έως το χρονικό αυτό σημείο δεν θίγεται κανένα δικαίωμά του. Όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί συζήτηση για την ουσία της υπόθεσης, εκείνη η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη για τυπικούς λόγους ικανή για την οποία εκδόθηκε απόφαση, η οποία αναβάλλει ή αναστέλλει την πρόοδο της δίκης ή τάσσει προθεσμία προς συμπλήρωση των τυπικών ελλείψεων ή διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, αφού οι περιπτώσεις αυτές ανάγονται σε στάδιο πριν από την επιδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι παραδεκτά έγινε, με την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, παραίτηση του ενάγοντα από την προηγούμενη αγωγή του, αφού το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου είχε ασκηθεί, δεν είχε εισέλθει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, αλλά ανέβαλε τη συζήτηση επ' αυτής (προηγούμενης αγωγής) έως ότου εκδοθεί απόφαση του Αρείου Πάγου επί των από 10.10.2001 και 17.10.2001 αιτήσεων αναιρέσεως των διαδίκων, με την 2898/2002 απόφασή του.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 294 ΚΠολΔ με το να μη κηρύξει απαράδεκτη τη γενομένη παραίτηση και ο τ' αντίθετα υποστηρίζων από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VI. Όπως προκύπτει από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, η από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο μη απόρριψη αγωγής ως απαράδεκτης ιδρύει τον από το άρθρο 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως όταν η αιτίαση που θεμελιώνει το λόγο αυτόν αναίρεσης προτάθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Εξάλλου, για το ορισμένο λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, θα πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων, όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης και με το πρώτο και δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε λόγω αοριστίας απαράδεκτη την αγωγή, σε σχέση με το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος ζητούσε την καταδίκη του αναιρεσείοντος, προς πληρωμή των αναφερομένων ποσών, λόγω της συμμετοχής του τελευταίου στις κοινόχρηστες δαπάνες και β) γιατί έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα γιατί δέχθηκε ότι το μίσθιο δεν βαρύνεται με κοινόχρηστες δαπάνες κατ' είδος, κατηγορία και ποσό μηνιαίως και ότι δεν έχει ποσοστά συμμετοχής σ' αυτό, ενώ ο αναιρεσίβλητος διατείνεται εντελώς τ' αντίθετα.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, εγκειμένης στο ότι δεν αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως, αντίστοιχα ότι ο ισχυρισμός αυτός (περί αοριστίας) προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, όπως και εκείνος περί μη επιβαρύνσεώς του με κοινόχρηστες δαπάνες.
Τέλος, ο από το άρθρο 550 αρ. 20 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναιρέσεως και κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 18ου όρου του από 29.10.1998 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και ειδικότερα, ενώ κατά τον όρο αυτόν "τα μόνα κοινόχρηστα είναι τα έξοδα θερμάνσεως (υπάρχει αυτονομία)" η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "τα μόνα κοινόχρηστα που βαρύνουν το μίσθιο είναι αυτά της θερμάνσεως, (υπάρχει αυτονομία)", ενώ (κατά το λόγο αναίρεσης) εκ του όρου αυτού προκύπτει ότι ο μισθωτής βαρύνεται μόνο με την καταβολή των κοινοχρήστων θερμάνσεως.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ουσιαστική εκτίμηση πραγμάτων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. VII. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8, 11 και 19 ΚΠολΔ, υπέπεσε στην πλημμέλεια α) ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικώτερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε για κοινόχρηστες δαπάνες τα αναφερόμενα ποσά, που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από το οποίο εκδόθηκαν τα αναφερόμενα αντίστοιχα γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης β) ότι δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα ήτοι τα γραμμάτια παρακαταθήκης, με τα οποία ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε τα αναφερόμενα ποσά για κοινόχρηστες δαπάνες θερμάνσεως και γ) ότι δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία ως προς τις γενόμενες παραπάνω καταβολές από τον αναιρεσείοντα.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους α) ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, β) ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών αυτών μέσων που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο και γ) ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγω της αοριστίας του, εγκειμένης στο ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση, ως προς τον οποίο η έλλειψη και η σύνδεσή του με το διατακτικό.
VIII. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.4.2006 αίτηση του .......................... για αναίρεση της 9234/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ