Legislator Case Law & Legislation
1523/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds failing to cite critical factual assumptions.

Case Number 1523/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of First Instance's decision. The appellant argued the lower court erred in law by failing to apply specific civil code provisions regarding liability, but the court found these grounds vague. The court ruled that the appeal was inadmissible because it did not specify the critical factual assumptions upon which the lower court based its decision on the absence of liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the critical factual assumptions of the challenged decision that influenced the outcome.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds vague legal arguments factual assumptions Code of Civil Procedure liability provisions court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Articles 197-198 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1523 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1523/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Γ. - Π., 2) Σ. Π. του Γ. - Π., κατοίκων Φιλοθέης Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πάσχο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/11/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13197/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2901/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/9/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 15-9-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2901/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ' αριθμ. 13197/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί μερικά την από 22-11-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος περί επιστροφής συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και καταβολής αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας επιδικάζοντας στον τελευταίο το ποσό των 5.000 ευρώ, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, και αφού έκανε δεκτή την έφεση των εναγομένων και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση καθ' ο μέρος είχε κάνει μερικά δεκτή την αγωγή, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999 ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης(ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 81/2020). Εξάλλου, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Επί πλέον από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 445/2019).

Με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αρ 19 άρθρου 559 KΠολΔ με την αιτίαση ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί έλλειψης συμπεριφοράς αντίθετης προς τα χρηστά ήθη εκ μέρους των εναγομένων και εντεύθεν της απόρριψης της αγωγής του περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, ο αναιρεσείων, και δη μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα, πλην όμως με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους.

Ομοίως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με τις παραδοχές της, ότι η συμπεριφορά των εναγομένων να πωλήσουν και μεταβιβάσουν το ακίνητο σε τρίτο αγοραστή, με τον οποίο εν αγνοία του ενάγοντος, είχαν αρχίσει διαπραγματεύσεις, μπορεί να είναι αντίθετη στα συναλλακτικά ήθη και να γεννά ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, δεν συνιστά όμως, και αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, ούτε αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ ΑΚ, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμο το σχετικό αίτημα, περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, αφού η αντίθεση της συμπεριφοράς στα συναλλακτικά ήθη που γεννά ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, συνιστά ταυτόχρονα και συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη και γεννά ευθύνη από αδικοπραξία.

Και τούτο διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης, ενώ μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, όπως εν προκειμένω, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή του με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου.

Περαιτέρω, οι επί πλέον αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, προβαλλόμενες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε εσφαλμένα ότι : "οι διαπραγματεύσεις με τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο είχαν φτάσει σε τέλμα", ενώ πρόεκυψε ότι αυτός ανέμενε την υπογραφή του συμβολαίου και οχλούσε σχετικά διαρκώς τις αντιδίκους και τους δικηγόρους τους, είναι απαράδεκτες γιατί, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 KΠολΔ), αφού ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

ΙΙ. Α'. Σύμφωνα με τα άρθρα 159 εδ.1 και 180 ΑΚ, δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτείται από το νόμο, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, ενώ κατά τα άρθρα 369 και 1033 ΑΚ για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου και γενικώς για κάθε δικαιοπραξία, με την οποία συνιστάται, μετατίθεται, αλλοιώνεται ή καταργείται εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, τόσο για την εμπράγματη σύμβαση όσο και την ενοχική, η οποία αποτελεί την αιτία της μεταβίβασης, της ακυρότητας αυτής λαμβανομένης υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 801/2010).

Στον τύπο αυτό, του συμβολαιογραφικού εγγράφου, υποβάλλεται και το προσύμφωνο, το οποίο αφορά τέτοια σύμβαση (άρθρο 166 ΑΚ, ΟλΑΠ 2/1987), ήτοι η ενοχική - υποσχετική σύμβαση με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να προσέλθουν στη σύναψη της κύριας σύμβασης (ΑΠ 949/2009). Εξάλλου, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 404 επ.

ΑΚ σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, η οποία συμφωνείται όχι μόνον με την οριστική σύμβαση, αλλά και με το προσύμφωνο, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλο ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη σ` αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία.

Μεταξύ των προϋποθέσεων της γνήσιας ποινικής ρήτρας είναι η ύπαρξη κύριας ενοχής, η τύχη της οποίας επηρεάζει και εκείνη (ποινική ρήτρα), λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 408 ΑΚ, αν η υπόσχεση της παροχής είναι άκυρη, άκυρη είναι και η ποινική ρήτρα, έστω και αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της κύριας ενοχής (ΑΠ 554/2011).

Β'. Κατά μεν το άρθρο 197 ΑΚ κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά δε το επόμενο άρθρο 198 παρ. 1 του ίδιου κώδικα όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία, είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το στάδιο των διαπραγματεύσεων και της ευθύνης που πηγάζει από αυτές αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει, είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων, είτε με τη σύναψη της σύμβασης (προσυμφώνου ή της κυρίας σύμβασης) και φυσικά εφόσον η σύμβαση αυτή περιληφθεί τον τυχόν απαιτούμενο νόμιμο ή δικαιοπρακτικό τύπο κατά τις ΑΚ 158 και 159 παρ. 2, ήτοι δεν περατώνεται το στάδιο αυτό με την κατάρτιση σύμβασης που είναι άκυρη λόγω έλλειψης αναφερόμενης στον τύπο (όπως είναι η σύμβαση αγοραπωλησίας με την οποία προσυμφωνείται η μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου) αν τα μέρη απέβλεπαν στην κατάρτιση σύμβασης που πληροί τον τύπο του νόμου.

Στην περίπτωση αυτή, η μετά τη σύναψη της άκυρης αυτής συμφωνίας αδικαιολόγητη άρνηση για σύναψη έγκυρης σύμβασης που περιβάλλεται το νόμιμο τύπο γεννά, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, ευθύνη για αποζημίωση. Η ευθύνη δε αυτή θεμελιώνεται ευθέως στο νόμο, διακρινόμενη από την ενδοσυμβατική ευθύνη (ΑΠ1610/2009).

Η αποζημίωση περιλαμβάνει το αρνητικό διαφέρον της σύμβασης, δηλαδή τη ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα απέφευγε αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση. Το αρνητικό αυτό διαφέρον, εκτός των άλλων, περιλαμβάνει την περιουσιακή μείωση, όπως τις δαπάνες για τη σύναψη της σύμβασης και την προκαταβολή, εφόσον αυτή είναι επακόλουθο του προσυμβατικού πταίσματος (ΑΠ 741/2018, ΑΠ 1302/2010, ΑΠ 1231/2008).

Αν κάποιος κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, τότε παράλληλα με την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις θεμελιώνεται κατ` αυτού και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 919 και 914 επ. ΚΠολΔ. Ειδικότερα κατά το άρθρο 919 ΑΚ όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης είναι: α) ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) αντίθεση της συμπεριφοράς αυτής στα χρηστά ήθη, γ) πρόθεση επαγωγής ζημίας, δ) να προκλήθηκε πράγματι η ζημία και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Η πρόθεση (δόλος) έχει την έννοια ότι ο ζημιώσας ήξερε ότι με τη συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και ήθελε την πρόκληση της ζημίας. Εκτός όμως από τον άμεσο δόλο, που υπάρχει όταν ο υπαίτιος ενήργησε με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλο, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος (Ολ ΑΠ10/1991), δηλαδή αρκεί ο υπαίτιος να γνώριζε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρά ταύτα να μην απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη.

Τέλος η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον παθόντα έχει την έννοια ότι η πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, ενόψει των ειδικών περιστάσεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ήταν πρόσφορη αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος (ΑΠ 1398/2000). Δηάδή, για την ύπαρξη ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις, απαιτείται συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, ενώ για να θεμελιωθεί παράλληλα και ευθύνη από αδικοπραξία θα πρέπει να υφίσταται πλέον των λοιπών προϋποθέσεων των άρθρων 919 και 914 ΑΚ και συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι η αντίθεση της συμπεριφοράς προς τα συναλλακτικά ήθη αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης από διαπραγματεύσεις, όχι όμως και για την ευθύνη από το άρθρο 919 ΑΚ, για την εφαρμογή του οποίου απαιτείται και συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη (ΑΠ 223/2016, ΑΠ 920/2021).

Γ'. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 1132/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).

Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 560 αρ.1, αντίστοιχο του άρθ. 559 παρ 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017). Δ'. Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 KΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1654/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 159 εδ. α' και 180 ΑΚ, και της εσφαλμένης μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 404 και 405 του ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι με τις παραδοχές της ότι "...

εφόσον υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα, η συμφωνία για τη σύναψη σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου και επί ματαίωσης αυτής, από υπαιτιότητα των εναγομένων, καταβολής ποινικής ρήτρας από αυτές, δεν είχε περιαφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αλλά είχε περιληφθεί μόνο σε ιδιωτικό έγγραφο, ήταν άκυρη, καθόσον, ακόμα και το προσύμφωνο με το οποίο συμφωνείται η σύναψη σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου (του οποίου παρεπόμενη συμφωνία είναι η ποινική ρήτρα), πρέπει να έχει περιαφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου", με βάση τις οποίες έκρινε μη νόμιμη την αγωγή του ως προς το αίτημά της για καταβολή του ποσού των 50.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα, που είχε συμφωνηθεί με το από 19-1-2012 ιδιωτικό προσύμφωνο συμφωνητικό πώλησης ακινήτου, για την περίπτωση της από υπαιτιότητα των εναγομένων ματαίωσης κατάρτισης της οριστικής σύμβασης, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, γιατί η συμφωνία αυτή δεν χρειαζόταν να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο.

Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της από 22-12-2012 αγωγής, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-ενάγων ισχυρίστηκε : Ότι δυνάμει του από 19-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και των εναγομένων, οι τελευταίες ανέλαβαν την υποχρέωση να του μεταβιβάσουν λόγω πώλησης ένα οικόπεδο της συγκυριότητάς τους κατά ποσοστό 1/2 η κάθε μία, ευρισκόμενο στην περιοχή του Δήμου ..., έκτασης 762,40 τμ.

Ότι έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος από 1.325.000 ευρώ, την ίδια ημέρα παρέδωσε στις εναγόμενες ως προκαταβολή δύο επιταγές της τράπεζας Eurobank, συνολικού ποσού 200.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος ήταν καταβλητέο τμηματικά σε χρονικό διάστημα ενός έτους από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ενώ με τον όρο 4 του συμφωνητικού, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση ματαίωσης της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου από υπαιτιότητα των εναγομένων-πωλητριών, αυτές υποχρεούνται να του επιστρέψουν το ποσό της δοθείσας προκαταβολής, καθώς και να του καταβάλουν το ποσό των 50.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα για αποζημίωσή του, ευθυνόμενες εις ολόκληρον.

Ότι ακολούθως αυτός κατέβαλε το σχετικό φόρο μεταβίβασης και οι εναγόμενες του παρέδωσαν τα κλειδιά του ακινήτου και ενώ ανέμενε την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, οι εναγόμενες, μεταβίβασαν δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Χατζηνικολάου, το εν λόγω ακίνητο σε τρίτον αγοραστή.

Ότι στη συνέχεια στις 22-10-2012 οι εναγόμενες του επέστρεψαν τις δύο επιταγές, ύψους 100.000 ευρώ εκάστης που είχε δώσει ως προκαταβολή, ενώ αρνήθηκαν να του καταβάλουν το ποσό των 50.000 ευρώ της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, η οποία οφείλεται λόγω της από δική τους υπαιτιότητας, ματαίωσης της σύναψης της οριστικής σύμβασης, ενώ επί πλέον η ΔΟΥ Γλυφάδας, παρακράτησε από τον καταβληθέντα από αυτόν φόρο μεταβίβασης ποσό 2.800 ευρώ.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία : α) το ποσό των 50.000 ευρώ λόγω κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, εξαιτίας της από υπαιτιότητά τους μη κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, β) το ποσό των 2.800 ευρώ για τη ζημία που υπέστη από την παρακράτηση του ποσού αυτού από την ΔΟΥ, εξαιτίας της αντίθεσης της συμπεριφοράς των εναγομένων στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, και γ) το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της σε βάρος του αδικοπραξίας από υπαιτιότητα των εναγομένων.

Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα είναι μη νόμιμη ως προς το αίτημά της για καταβολή του ποσού των 50.000 ευρώ λόγω κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, εξαιτίας της από υπαιτιότητα των εναγομένων μη κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, και συγκεκριμένα όπως προκύπτει από την επισκόπησή της το Εφετείο δέχθηκε επί λέξει ότι : "...

εφόσον υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα, η συμφωνία για τη σύναψη σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου και επί ματαίωσης αυτής, από υπαιτιότητα των εναγομένων, καταβολής ποινικής ρήτρας από αυτές, δεν είχε περιαφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αλλά είχε περιληφθεί μόνο σε ιδιωτικό έγγραφο, ήταν άκυρη, καθόσον, ακόμα και το προσύμφωνο με το οποίο συμφωνείται η σύναψη σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου (του οποίου παρεπόμενη συμφωνία είναι η ποινική ρήτρα), πρέπει να έχει περιαφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου".

Κατ' ακολουθία δε των ανωτέρω, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος περί καταβολής του ποσού των 50.000 ευρώ λόγω κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, απορρίπτοντας και το σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 159, 180, 404-405 του ΑΚ, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, αναφορικά με το αίτημά της περί καταβολής του ποσού της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, από τις οποίες ορθώς μεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 159 και 180 ΑΚ και ορθώς δεν εφάρμοσε αυτές των 404-405, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, διέλαβε δε στην απόφασή του, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων.

Τούτο δε διότι υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αφενός πληρούται το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 159 εδ. α' και 180 ΑΚ, ενώ δεν πληρούται το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 404 και 405 του ΑΚ, αφού η ανωτέρω επικαλούμενη με την αγωγή συμφωνία περί καταβολής ποινικής ρήτρας, για την περίπτωση της από υπαιτιότητα μη εκπλήρωσης της παροχής, ήτοι της ματαίωσης του οριστικού συμβολαίου (γνήσια ποινική ρήτρα), ως παρεπόμενη συμφωνία, προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρης κύριας ενοχής, η τύχη της οποίας επηρεάζει και εκείνη (ποινική ρήτρα), με αποτέλεσμα, εφόσον η υπόσχεση της κύριας παροχής περί μεταβίβασης ακινήτου είναι άκυρη ως γενομένη με ιδιωτικό έγγραφο και όχι με συμβολαιογραφικό, να είναι άκυρη και η συμφωνία για ποινική ρήτρα, η οποία έτσι θεωρείται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 180 ΑΚ, σα να μην έγινε.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, επικαλείτο στην ιστορική βάση της αγωγής, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, για τη θεμελίωση της απαίτησής του για καταβολή του ποσού της ποινικής ρήτρας, την περιληφθείσα στο από 19-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό ανάληψης υποχρέωσης μεταβίβασης ακινήτου, συμφωνία καταβολής ποινικής ρήτρας ποσού των 50.000 ευρώ, για την περίπτωση ματαίωσης της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου από υπαιτιότητα των εναγομένων, ισχυριζόμενος δε περαιτέρω ότι, από υπαιτιότητα των εναγομένων δεν καταρτίστηκε το οριστικό συμβόλαιο, αφού οι τελευταίες κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών μεταβίβασαν το ακίνητο αυτό σε τρίτον δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, ζήτησε μεταξύ άλλων και την καταβολή του ποσού της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας.

Ωστόσο, με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, εφόσον το από 19-1-2012 μεταξύ των διαδίκων προσύμφωνο για τη σύναψη σύμβασης αγοραπωλησίας ακινήτου, στο οποίο εμπεριέχεται και η συμφωνία περί καταβολής ποινικής ρήτρας ποσού 50.000 ευρώ εκ μέρους των εναγομένων, για την περίπτωση της από υπαιτιότητα των τελευταίων μη κατάρτισης της οριστικής σύμβασης, δεν περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 1033, 369, 166 ΑΚ, αλλά καταρτίστηκε με ιδιωτικό έγγραφο, είναι άκυρο, τόσο για την εμπράγματη σύμβαση όσο και την ενοχική, η οποία αποτελεί την αιτία της μεταβίβασης (της ακυρότητας αυτής λαμβανομένης υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο), είναι άκυρη και η εμπεριεχομένη σ' αυτό και προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 404 επ.

ΑΚ σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν στον ενάγοντα, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης την οφειλόμενης σ` αυτόν παροχής και συγκεκριμένα της από υπαιτιότητάς τους ματαίωσης της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ, καθόσον αυτή (σύμβαση ποινικής ρήτρας) αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, και προϋποθέτει, για την έγκυρη κατάρτισή της, την ύπαρξη έγκυρης κύριας ενοχής.

Επομένως, εφόσον το προσύμφωνο για τη μεταβίβαση του ακινήτου καταρτίστηκε με ιδιωτικό έγγραφο, υφίσταται άκυρη κύρια ενοχή και συνακόλουθα άκυρη συμφωνία ποινικής ρήτρας λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 408 ΑΚ, αν η υπόσχεση της παροχής είναι άκυρη, άκυρη είναι και η ποινική ρήτρα, έστω και αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της κύριας ενοχής.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 159 εδ. α' και 180 ΑΚ, και της εσφαλμένης μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 404 και 405 του ΑΚ, καθότι δέχθηκε ότι η επικαλούμενη με την αγωγή συμφωνία περί καταβολής ποινικής ρήτρας, για την περίπτωση της από υπαιτιότητα των εναγομένων μη εκπλήρωσης της παροχής, ήτοι της ματαίωσης του οριστικού συμβολαίου (γνήσια ποινική ρήτρα), ως παρεπόμενη συμφωνία, προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρης κύριας ενοχής, η τύχη της οποίας επηρεάζει και εκείνη (ποινική ρήτρα), με αποτέλεσμα, εφόσον η υπόσχεση της κύριας παροχής είναι άκυρη, να είναι άκυρη και η συμφωνία για ποινική ρήτρα, η οποία έτσι θεωρείται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 180 ΑΚ, σα να μην έγινε, κρίνονται αβάσιμα καθώς και οι ως άνω λόγοι αναίρεσης.

Περαιτέρω, με τους τέταρτο και έκτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι : " η επικαλούμενη συμπεριφορά των εναγομένων-εφεσιβλήτων-εκκαλουσών, ήτοι ότι έχοντας συμφωνήσει να συνάψουν σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου, με τον ενάγοντα, πώλησαν και μεταβίβασαν αυτό, σε τρίτο αγοραστή, με τον οποίο, εν αγνοία του ενάγοντος, αρχίσαν διαπραγματεύσεις καθώς και το ότι δεν ενημέρωσαν τον τελευταίο, προ της μεταβίβασης στον τρίτο, ότι επρόκειτο να προβούν σε αυτή, μπορεί να είναι αντίθετη στα συναλλακτικά ήθη και να γεννά ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, κατ' άρθρ. 197-198 ΑΚ, δεν συνιστά όμως, και αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, ...

ούτε βέβαια αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ ΑΚ, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης", βάσει των οποίων απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως αβάσιμη αναφορικά με το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε αντίστοιχα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 197-198 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τη μη ύπαρξη ευθύνης από αδικοπραξία και ευθύνης από διαπραγματεύσεις, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα που ανάγεται στην εσφαλμένη μη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλούμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.

Επομένως, οι τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Σε κάθε δε περίπτωση ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη τον αγωγικό ισχυρισμό του ότι δικαιούται το ποσό των 50.000 ευρώ της ποινικής ρήτρας και ως αποζημίωση λόγω ευθύνης των εναγομένων από τις διαπραγματεύσεις βάσει των άρθρων 197-198 ΑΚ, κρίνεται αόριστος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη (Γ' μέρος), αφού δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, αν ο συγκεκριμένος αγωγικός ισχυρισμός του ήδη αναιρεσείοντος, είχε προταθεί και πώς, στο Εφετείο και αυτό δεν τον έλαβε υπόψη.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-9-2020 αίτηση του Λ. Α. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2901/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ