Bank appeal against foreclosure dismissed due to lack of evidence proving intent to harm creditors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the bank's appeal against a final judgment ordering the foreclosure of a property. The court found the lower court failed to determine whether the borrower had the intent to harm the bank by transferring the property when it was the sole asset. Consequently, the appeal was accepted, and the case was remanded for further examination by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; A creditor's right to demand the breaking of a transfer requires proof of the debtor's intent to harm, which is presumed only if the debtor knows the remaining assets will be insufficient to satisfy the debt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1523 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1523/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Θ. Μ. του Γ.,
2) Ε. Μ. του Θ. και
3) Γ. Μ. του Θ..
Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιδωρίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.05.2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2017 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18.11.2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 48/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθ. 162/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και αφού εξαφάνισε, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, την απόφαση αυτή, που είχε εκδοθεί ερήμην τους, απέρριψε την εναντίον τους υπ' αριθ. 33/2013 αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 588, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
[II] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019).
Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 28/2017). Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωσή σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 28/2017).
Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ’ αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ’ αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» προκύπτει ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.
Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί, δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019).
Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018).
Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται για την άσκηση της αγωγής από το άρθρο 939 ΑΚ εναντίον ενός από αυτούς η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκειαν να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη ή η περιουσία των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (ΑΠ 1382/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 914/2020).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού κατά παραδοχή της έφεσης των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, την 162/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που είχε κάνει δεκτή, ερήμην των αναιρεσιβλήτων, την εναντίον τους από 27.05.2013 αγωγή της αναιρεσείουσας, δικάζοντας ακολούθως την αγωγή δέχθηκε ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, είναι ειδική διάδοχος της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «CYPRUS POPULAR BANK PCL», η οποία στις 26.09.2008 με σύμβαση δανείου με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό χορήγησε στην εδρεύουσα στην Κοζάνη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «...
ΕΠΕ» έντοκο τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 3.000.000 ευρώ, την εξόφληση του οποίου εγγυήθηκε εγγράφως ως αυτοφειλέτης, ευθυνόμενος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πιστούχο, ο πρώτος εναγόμενος , ο οποίος παραιτήθηκε του ευεργετήματος της διζήσεως και των ενστάσεων των άρθρων 853, 858, 862, 864, 866, 867 και 868 Α.Κ., ότι αυτός στις 03.01.2011 με συμβόλαιο γονικής παροχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατ’ ισομοιρίαν στη δεύτερη και τον τρίτο εναγόμενο το αναφερόμενο στην απόφαση ακίνητό του και ότι η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση στις 04.01.2013, έκλεισε τον λογαριασμό του δανείου και εξέδωσε και σε βάρος του πρώτου εναγόμενου την 135/2013 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία υποχρεώνεται ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει το κατάλοιπο του λογαριασμού ποσού 524.611,67 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.
Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Όπως προκύπτει από την κίνηση του εξυπηρετούντος τη δανειακή σύμβαση λογαριασμού η πιστούχος εταιρεία καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2011 προέβαινε σε τακτικές καταβολές ποσών για κεφάλαιο και τόκους, όπως στις 03.01.2011 ποσό 8.807,92 ευρώ πληρωμής ληξιπρόθεσμων τόκων, στις 03.01.2011 ποσό 30.525,78 ευρώ πληρωμής ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου, 07.02.2011 ποσό 8.688,99 ευρώ πληρωμής ληξιπρόθεσμων τόκων, 07.02.2011 ποσό 30.725,47 ευρώ πληρωμής ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου, 10.03.2011 ποσό 30.926,46 ευρώ πληρωμής ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου, 04.04.2011 ποσό 19.086,77 ευρώ πληρωμής ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου και εφ’ εξής καθ' όλο το έτος κατέβαλε ομαλά δίχως διαταραχή της σχέσης και αντίδραση της ενάγουσας.
Η συμπεριφορά της πιστούχου εταιρείας, μέλος της οποίας [ήταν] και ο πρώτος εναγόμενος, για το διάστημα που ακολούθησε της υπό διάρρηξη δικαιοπραξίας υπήρξε τέτοια που δεν υποδήλωνε πρόθεση ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας. Δεδομένων των ανωτέρω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ύπαρξη ειδικών περιστάσεων που να θεμελιώνουν την έννοια δημιουργίας κινδύνου στην ικανοποίηση της ενάγουσας.
Αυτά ενισχύονται και από τη συμπεριφορά της τελευταίας, αφού ενώ είχε μεσολαβήσει η φερόμενη ως καταδολιευτική δικαιοπραξία, στις 28.03.2011 προχώρησε στην κατάρτιση της τέταρτης πρόσθετης πράξης τροποποίησης της ... σύμβασης δανείου που υπεγράφη μεταξύ αυτής, της πιστούχου και των εγγυητών με την οποία επιμηκύνθηκε η διάρκεια του δανείου κατά ένα (1) έτος και ορίστηκε ότι το τότε οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου θα ανέχεται σε 1.298.336,51 ευρώ αποπληρωτέο σε 49 ισόποσες δόσεις και όμοιες ρυθμίσεις περιελήφθησαν στην πέμπτη πρόσθετη πράξη της ...
σύμβασης που υπεγράφη στις 15.03.2012. Επίσης για την εξασφάλιση της απαίτησης είχε δοθεί στην πιστούχο εταιρεία πρώτη προσημείωση υποθήκης ποσού 900.000 ευρώ σε οικόπεδο εμβαδού 220 τ.μ. εντός σχεδίου πόλεως Κοζάνης μετά οικοδομής αποτελούμενης από ισόγειο 140 τ.μ., υπόγειο 40 τ.μ. και δύο διαμερίσματα εμβαδού 92,87 τ.μ.
και 95,66 τ.μ. αντίστοιχα στον πρώτο όροφο, δυνάμει της 2124/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία σε σχέση με το υπόλοιπο της δανειακής σύμβασης ποσού 524.611,67 ευρώ παρείχε επαρκή εγγύηση και εξασφάλιση της απαίτησης της ενάγουσας. Από το σύνολο των παραπάνω γεγονότων δεν απεδείχθη το δικαίωμα της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας προς διάρρηξη της επίδικης σύμβασης|».
[IV] Ακολούθως με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της συνδρομής του στοιχείου της φερεγγυότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής και, επίσης, ως προς το ζήτημα της έλλειψης πρόθεσης αυτού να βλάψει την αναιρεσείουσα, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση (α) δεν διαλαμβάνει παραδοχές σχετικά με την περιουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής και δη αν αυτός είχε τότε περιουσιακά στοιχεία και ποιά ήσαν αυτά και έτσι δεν μπορεί να κριθεί, αν υφίστατατο ή όχι ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του και, συνακόλουθα, αφερεγγυότητα ή μη αυτού προς ικανοποίηση της αναιρεσείουσας, (β) ενώ δέχεται ότι κατά το χρόνο της γενομένης ως άνω απαλλοτρίωσης δεν συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις «που να θεμελιώνουν την έννοια δημιουργίας κινδύνου στην ικανοποίηση της ενάγουσας», δεν διαλαμβάνει παραδοχή, αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε κατά τον ως άνω χρόνο και άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία που αρκούσαν για την ικανοποίηση της σε βάρος του υπάρχουσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης ή αν, αντιθέτως, το πιο πάνω ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο και αν η μεταβίβαση αυτού ματαίωνε ή μη την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα, λόγω των ανωτέρω ελλείψεων, να μη μπορεί να ελεγχθεί η ύπαρξη ή μη προθέσεως βλάβης της αναιρεσείουσας και ειδικότερα, αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος γνώριζε ή όχι ότι με την απαλλοτρίωση του ένδικου περιουσιακού του στοιχείου θα περιερχόταν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απέμεινε, μετά την απαλλοτρίωση, να μη επαρκεί για την ικανοποίηση της αναιρεσείουσας, (γ) δέχεται ότι η πιστούχος εταιρεία συνέχισε να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου κατά το έτος 2011 και ότι είχε παραχωρήσει, προς εξασφάλιση της αναιρεσείουσας, προσημείωση πρώτης υποθήκης ποσού 900.000 ευρώ σε ακίνητό της, με συνέπεια να προκαλείται ασάφεια, σχετικά με το τι δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την ευθύνη των πλειόνων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως άνω οφειλετών, αν δηλαδή έκρινε το μη καταδολιευτικό χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης από στοιχεία που συνέτρεχαν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσιβλήτου ή, αντιθέτως, ότι για τη διάρρηξη αυτής, έπρεπε να συντρέχει επί πλέον και αφερεγγυότητα της πρωτοφειλέτριας - πιστούχου εταιρείας και (δ) δέχεται ως στοιχείο της έλλειψης πρόθεσης βλάβης της αναιρεσείουσας την κατάρτιση από αυτή στις 28.03.2011, μετά την ένδικη απαλλοτρίωση, πρόσθετης πράξης τροποποίησης της σύμβασης δανείου, χωρίς να υπάρχει παραδοχή ότι είχε περιέλθει σε γνώση της αναιρεσείουσας η προηγηθείσα στις 03.01.2011 απαλλοτρίωση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
[V] Κατόπιν αυτών, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει, γιατί αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που δίκασε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους ,στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 48/8-11-2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. -
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.-
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα και -
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ