Legislator Case Law & Legislation
1523/2017 AI generated

1523/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1523/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1523/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ104/2014, 443/2011).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1523 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1523/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Καλαϊτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1647/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2259/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ104/2014, 443/2011).

Σύμφωνα, περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 713ΑΚ,με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ενώ κατ’ αυτή του άρθρου 719 του ίδιου Κώδικα, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της.

Από τις άνω διατάξεις, σαφώς προκύπτει ,ότι σε περίπτωση που το περιεχόμενο της εντολής είναι η απόκτηση της κυριότητας κινητού ή ακινήτου, σύμφωνα με τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσώπευσης, στο όνομα δηλαδή του εντολοδόχου αλλά για λογαριασμό του εντολέα, η υποχρέωση του εντολοδόχου συνίσταται στην μεταβίβαση του αποκτηθέντος, σε περίπτωση δε άρνησης του ,εξαναγκάζεται σε τούτο, με την καταδίκη του κατ7άρθρο 949ΚΠολΔ σε δήλωση της σχετικής βούλησης, κατόπιν αγωγής του εντολέα(ΑΠ 1025/2009).

Περαιτέρω ,κατά το άρθρο 721 ΑΚ, ο εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής. Όμως η προκαταβολή των εξόδων δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη σύναψη της σύμβασης της εντολής, η οποία μπορεί να εκτελεστεί από τον εντολοδόχο και με δικές του δαπάνες και με δικό του βέβαια κίνδυνο, αλλά η παράλειψη της προκαταβολής τους παρέχει απλώς το δικαίωμα στον εντολοδόχο να αρνηθεί την εκτέλεση της εντολής, κατά τις περιστάσεις, μέχρι του χρόνου προκαταβολής της δαπάνης, ή και να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο ,κατ’ άρθρο 725 ΑΚ(ΑΠ533/20Ό7).

Εξ άλλου, όταν, κατά τις ειρημένες διατάξεις, ο εντολέας ζητεί από τον εντολοδόχο να του αποδώσει εκείνο που ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 106, 111, 118 παρ. 4, 216 παρ. 1 και 335 του Κ.Πολ.Δ., για τη διαδικαστική πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής να προσδιορίζονται σ’ αυτή, κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, η σύμβαση της εντολής, το περιεχόμενο της και δη το είδος της υπόθεσης που ανατέθηκε στον εντολοδόχο, καθώς και ό,τι ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της.

Άλλα στοιχεία, όπως ο χρόνος και ο τόπος κατάρτισης της σύμβασης, οι δαπάνες κτήσης του αποκτηθέντος, η εκ των προτέρων καταβολή αυτών υπό του εντολέως κ.λ.π., εφ’ όσον δεν συνδέονται με άλλο νομικό γεγονός, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και η παράλειψη αναφοράς τους δεν επηρεάζει το παραδεκτό αυτής (Α.Π. 185/2015, 1122/2010).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 30-7-2012 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εκτίθεται σε αυτή ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, απέκτησε το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου δημοσίας χρήσης ταξί αυτοκινήτου ,με το ίδιο ποσοστό της άδειας εκμετάλλευσης αυτού, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσώπευσης δηλαδή στο όνομα του, αλλά για λογαριασμό του εντολέως-ενάγοντος, με την συμφωνία να το μεταβιβάσει όταν ο τελευταίος θα το ζητούσε, κάτι που αρνήθηκε να πράξει.

Με βάση το άνω ιστορικό, ζήτησε την καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βούλησης για μεταβίβαση της κυριότητας ,κατά το ποσοστό αυτό του εν λόγω οχήματος και της άδειας εκμετάλλευσης του. Με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο, η αγωγή του αναιρεσίβλητου, ήταν επαρκώς ορισμένη, αφού περιείχε όλα τα απαιτούμενα, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις, στοιχεία που επέτρεπαν στον αναιρεσείοντα να αμυνθεί και στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει την βασιμότητα ή μη αυτής.

Άλλα στοιχεία (και ειδικότερα, την ημερομηνία αγοράς των εκάστοτε ποσοστών των ταξί που αγόραζε ο αναιρεσείων και τους αριθμούς κυκλοφορίας τους, το όνομα ,την χρονική διάρκεια και το ποσό της υπεκμίσθωσης του ποσοστού του αναιρεσίβλητου στο δημόσιας χρήσης αυτοκίνητο του, πότε πραγματικά τον προσέλαβε ως οδηγό σ’ αυτό, τα πλήρη στοιχεία των δανείων που ο αναιρεσίβλητος έλαβε και με ποια μορφή, και τα εμπόδια για τη μεταβίβαση του 50% του οχήματος), δεν ήταν απαραίτητο να περιέχονται στην αγωγή, για το ορισμένο της.

Ειδικότερα, οι προαναφερόμενες "ελλείψεις" δεν αφορούν την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής από τη σύμβαση εντολής, αλλά το λοιπό διηγηματικώς αναφερόμενο σ’ αυτή περιεχόμενο της ως προς στις συνθήκες υπό τις οποίες οι διάδικοι συνήψαν την ένδικη σύμβαση τα παρελκόμενα αυτής, τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος, αγοράς του οχήματος και άλλα περιστατικά που δεν ασκούν έννομη επιρροή στη στοιχειοθέτηση της ένδικης αγωγής, ούτε συνδέονται με άλλο νομικό γεγονός που στηρίζει το αίτημα της.

Συνεπώς, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας της αγωγής προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης, αυτού, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ7/2006, ΑΠ609/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες,ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας),ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του(ανεπαρκής αιτιολογία),ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία),Ειδικότερα ,αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολΑΠ15/2006, 1/1999).

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ467/2013, 495/2013, 179/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Με την από 7-1-2004 επικύρωση συμφωνίας μεταβίβασης ο εναγόμενος(ήδη αναιρεσείων) κατέστη αποκλειστικός κύριος ενός επιβατικού οχήματος δημόσιας χρήσης ταξί, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ..., με ειδικό αριθμό αδείας ..., μάρκας ΜΕRCEDES ΒΕΝΖ ..., τύπου ..., με αριθμό πλαισίου ..., αλλά και της άδειας εκμετάλλευσης του ως δημόσιας χρήσης ταξί, αξίας αμφότερων περίπου 100.000 ευρώ.

Το τίμημα για την αγορά του ανωτέρω οχήματος (όχι της άδειας εκμετάλλευσής του) ανήλθε στο συνολικό ποσό των 30.200 ευρώ. Προκειμένου να καταβληθεί το αντίτιμο αυτό στην πωλήτρια εταιρία με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", ο ενάγων, (ήδη αναιρεσίβλητος) μετά από συμφωνία με τον εναγόμενο αδελφό του, έλαβε από την τότε ...

Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...-9-2003 σύμβασης, δάνειο ποσού 25.000 ευρώ, διάρκειας δεκαπέντε (15) ετών, στην οποία συμβλήθηκαν ο εναγόμενος και η σύζυγος του ως εγγυητές. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε για την εξόφληση του τιμήματος του παραπάνω οχήματος, όπως συμπληρώθηκε κατά το υπόλοιπο του με τη χορήγηση επιδότησης ποσού 5.000 ευρώ, οπότε και αποχαρακτηρίσθηκε το προηγούμενο όχημα δημόσιας χρήσης ταξί, κύριος του οποίου φερόταν ο εναγόμενος και εκδόθηκε η άδεια κυκλοφορίας για το νέο ως άνω όχημα, που έλαβε τον ίδιο ως άνω αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας.

Η λήψη του δανείου από τον ενάγοντα αποφασίσθηκε αφενός διότι ο εναγόμενος είχε λάβει στεγαστικό δάνειο και δεν ηδύνατο να συνεισφέρει στην αγορά του νέου οχήματος , αφετέρου διότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, ότι αυτό (όχημα) θα αγοραζόταν εξ ολοκλήρου στο όνομα του εναγομένου αλλά για λογαριασμό και του ενάγοντος, κατά το ποσοστό 50% της εξ αδιαιρέτου κυριότητας, η μεταβίβαση του οποίου στον τελευταίο θα πραγματοποιείτο όταν το ζητούσε ο ίδιος.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από το ότι μέρος του εν λόγω τιμήματος, ποσού 12.000 ευρώ, καταβλήθηκε από τον ενάγοντα στις 18-12-2003 στην ανωτέρω πωλήτρια εταιρία... με την με αριθμό ... επιταγή της ΑΤΕ σε διαταγή του ενάγοντος και το λοιπό μέρος αυτού, ποσού 13.000 ευρώ, καταβλήθηκε και πάλι από τον ενάγοντα στην πωλήτρια στις 30-12-2003...

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει εν προκειμένω με λόγω έφεσης, ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν από τον ίδιο είναι απορριπτέος, καθόσον διαψεύδεται από τις κινήσεις του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού του ενάγοντος στην ανωτέρω Τράπεζα, όπου έχουν αποτυπωθεί στις 17-12-2003, ήτοι μία ημέρα πριν την ανωτέρω πρώτη καταβολή, ανάληψη ποσού 12.000 ευρώ και στις 30-12-2003, ήτοι την ίδια ημέρα της δεύτερης καταβολής, ανάληψη ποσού 12.700 ευρώ.

Δεν ανατρέπεται η ως άνω κρίση από το ότι στη σύμβαση του ως άνω δανείου αναγράφεται ως αιτία χορήγησής του η επισκευή διαμερίσματος, καθόσον αποδείχθηκε από τα ανωτέρω ότι τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για τον προμνησθέντα σκοπό. Αντίθετα ο εναγόμενος δεν απέδειξε την εκταμίευση αντίστοιχων ποσών για την αποπληρωμή έστω μέρους του τιμήματος, το πραγματικό του μάλιστα αντεπιχείρημα, ερειδόμενο επί του ότι τα χρήματα αυτά δεν τα είχε καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό, δεν μπορεί να γίνει δεκτό - πέραν των όσων έχουν προαναφερθεί - λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών σε συνδυασμό με το ύψος του επίμαχου ποσού.

Προς επίρρωση εξάλλου όλων των ανωτέρω πρέπει να σημειωθεί, ότι το προρρηθέν δάνειο που έλαβε ο ενάγων εκταμιεύθηκε στις 24-10-2003,δηλαδή χρονικά εγγύτατα στις ημερομηνίες 21-10-2003 και 23-10-2003, στις οποίες δόθηκε στην ως άνω πωλήτρια προκαταβολή ποσών 200 και 800 ευρώ...., αντίστοιχα, για την αγορά του οχήματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε και η συμφωνία των διαδίκων να αγοραστεί το ποσοστό 50% της εξ αδιαιρέτου κυριότητας του οχήματος αυτού στο όνομα του εναγομένου, αλλά για λογαριασμό του ενάγοντος, ο οποίος θα ζητούσε στο μέλλον τη μεταβίβαση του στον ίδιο, αφού δεν υφίστατο άλλος λόγος για να καταβάλει ο ενάγων το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος.

Εξάλλου δεν ήταν η πρώτη φορά που οι διάδικοι ενεργούσαν με αυτόν τον τρόπο, καθόσον στις 31-1-1996 ο εναγόμενος, ο οποίος, κατά το χρόνο αυτό ήταν ήδη συγκύριος κατά ποσοστό 50% του με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ... οχήματος δημόσιας χρήσης ταξί και της άδειας εκμετάλλευσης αυτού, αγόρασε στο όνομα του το επιπλέον εξ αδιαιρέτου ποσοστό 25% αυτών έναντι τιμήματος 8.000.000 δρχ, αλλά για λογαριασμό του ενάγοντος, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε συνάψει προς τούτο την υπ’ αριθμ. ...12-1995 σύμβαση δανείου με την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσού 3.000.000 δρχ, ενώ είχε εγγραφεί υπέρ της δανειοδότριας προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο του (ενάγοντος)...

Περαιτέρω το έτος 1999 ο εναγόμενος αγόρασε και το εναπομείναν ποσοστό 25% της προμνησθείσας άδειας εκμετάλλευσης ταξί, έναντι τιμήματος 10.000.000 δρχ, για λογαριασμό και πάλι του ενάγοντος, όπως αποδεικνύεται από το ότι αυτός (ενάγων) συνήψε προς τούτο την υπ’ αριθμ. ...24-1-2000 σύμβαση δανείου με την τράπεζα ..., ποσού 48.610 ελβετικών φράγκων, που θα αποπληρώνονται/ σε 36 ισόποσες δόσεις.

Με αυτό τον τρόπο ήδη από το έτος 1999 ο εναγόμενος είχε καταστεί κατά τα φαινόμενα αποκλειστικά κύριος της άδειας εκμετάλλευσης δημόσια χρήσης, έχοντας όμως αγοράσει το 50% της ως άνω άδειας εκμετάλλευσης δημόσιας χρήσης ταξί για λογαριασμό του ενάγοντος και αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να του το μεταβιβάσει, όταν αυτός θα το ζητούσε το μέλλον.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις υπ’ αριθμ. ...12-9-2001 και .../12-9-2001 συμβάσεις δανείου, που συνήφθησαν με την Τράπεζα Πειραιώς από τον εναγόμενο και τη σύζυγο του, αντίστοιχα, ποσού 1.000.000 δρχ η καθεμία, αφού αυτές από το χρόνο σύναψης τους δεν σχετίζονται με την τελευταία ως άνω αγορά, αλλά με την αγορά από αυτόν (εναγόμενο) ενός διαμερίσματος στην ..., στις 16-11-2001.....

Η μη εμφάνιση του ενάγοντος ως συνιδιοκτήτη τόσο του οχήματος, όσο και της άδειας εκμετάλλευσης επιλέχθηκε ως προσφορότερη για τον ίδιο, καθόσον κατά τη συντέλεση των αγορών αυτών ο ίδιος εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος με ειδικότητα οδηγός, στην εταιρία με την επωνυμία "... ΣΙΑ ΟΕ" και δεν ήθελε να απωλέσει το έως τότε καθεστώς κοινωνικής του ασφάλισης, που θα διαφοροποιούνται εάν εμφανιζόταν, και ως συνιδιοκτήτης οχήματος και άδειας ταξί.

Την επιλογή του αυτή θεωρούσε ο ίδιος ασφαλή για τα δικά του οικονομικά συμφέροντα, λόγω του ότι είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον εναγόμενο αδελφό του, ένεκα της στενής συγγενικής τους σχέσης. Ήδη από τότε μάλιστα είχε καταστεί σαφές μεταξύ των διαδίκων ότι ο ενάγων όταν το επιθυμούσε θα ζητούσε τη μεταβίβαση στο όνομα του ποσοστού 50% της εξ αδιαιρέτου κυριότητας του οχήματος και του ίδιου ποσοστού της άδειας εκμετάλλευσης.

Το περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας επιβεβαιώθηκε άλλωστε και το έτος 2000, όταν ο ενάγων άρχισε να εργάζεται ως οδηγός στο ταξί, ανά δωδεκάωρα βάρδια μαζί με τον εναγόμενο, πλην όμως για τους προαναφερθέντες λόγους φαινόταν στις συναλλαγές ο εναγόμενος ως αποκλειστικό κύριος του οχήματος και της άδειας εκμετάλλευσης.

Πρέπει μάλιστα να επισημανθεί ότι έως το έτος 2000 ο ενάγων δεν είχε δηλώσει στον ασφαλιστικό του φορέα την εργασία του στον εναγόμενο, κάτι το οποίο έπραξε από το έτος 2005και μετά, πλην όμως πλήρωνε ο ίδιος τις ασφαλιστικές του εισφορές, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο αποδείξεις πληρωμής που αυτός κατέχει, ενώ στην αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να κατέχει ο εναγόμενος.....Εξάλλου, καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, αυτοί μοιράζονταν τα έξοδα του επίμαχου οχήματος, καταβάλλοντας έκαστος εξ αυτών το ποσό που αντιστοιχούσε στο ποσοστό του (50%), όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι ο ενάγων κατέχει πληθώρα αποδείξεων περί εργασιών επισκευής στο όχημα αυτό......Στις αρχές όμως του έτους 2012 ο ενάγων, ενόψει του ότι εν τω μεταξύ είχε δημιουργήσει τη δική του οικογένεια, ζήτησε από τον εναγόμενο να του μεταβιβάσει το ποσοστό 50% της αδιαιρέτου κυριότητας του οχήματος που αγοράσθηκε στις 7-1-2001, που περιγράφεται ανωτέρω, καθώς και της άδειας εκμετάλλευσης του δημόσιας χρήσης, πλην όμως ο εναγόμενος αρνήθηκε να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για τη συντέλεση της, ενώ με το υπ’ αριθμ.

πρωτ ...18-7-2012 δελτίο αναγγελίας του γνωστοποίησε τη λήξη της απασχόλησης του (ενάγοντος) ως οδηγού στο εν λόγω επαγγελματικό όχημα. Ο εναγόμενος όμως εξακολουθεί να ενέχεται σε μεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού 50% επί του επιδίκου οχήματος και του ιδίου ποσοστού της άδειας εκμετάλλευσης του στον ενάγοντα, με βάση τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, δυνάμει της επίμαχης ενεργούς και έγκυρης σύμβασης εντολής των διαδίκων .... ".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που κρίνοντας ομοίως, είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα να προβεί σε δήλωση βούλησης περί μεταβίβασης σ’ αυτόν του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του με αριθμό κυκλοφορίας ...

οχήματος δημοσίας χρήσης ταξί, καθώς και το ποσοστό 50% της δημόσιας χρήσης άδειας εκμετάλλευσης αυτού. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713 και 719ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με ορθή υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ότι η αγορά του προαναφερθέντος οχήματος δημόσιας χρήσης κατά ποσοστό 50% και η αντίστοιχη άδεια εκμετάλλευσης του, πραγματοποιήθηκε μεν στο όνομα του αναίρεσειόντος πλην όμως στα πλαίσιο εντολής του αναιρεσίβλητου, για λογαριασμό του.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και επικουρικά για εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 806επ.ΑΚ, εφόσον, αντίστοιχα α) η μεταξύ τους σύμβαση εντολής λύθηκε λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης της μετά την μεταβίβαση της άδειας εκμετάλλευσης που αντιστοιχούσε στο με αριθμό κυκλοφορίας ...

δημοσίας χρήσης οχήματος και β) (επικουρικά) η μόνη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου ήταν αυτή του δανείου και όχι της εντολής. Ο λόγος, ως προς την υπό στοιχείο α αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι δεν υφίσταται παραδοχή στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης η οποία να δικαιολογεί την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα λύση της σύμβασης εντολής αγοράς του συγκεκριμένου δημόσιας χρήσης οχήματος, ενώ οι παραδοχές της σε σχέση με το ...

όχημα, διατυπώθηκαν διηγηματικά και ως άντληση επιχειρήματος για τη κατάφαση της απόδειξης της συγκεκριμένης επίμαχης εντολής. Ως προς την υπό στοιχείο β αιτίαση, ο ίδιος λόγος είναι επίσης αβάσιμος εφόσον τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν υπάγονται στις περί δανείου, αλλά στις περί εντολής, διατάξεις.

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αγοράς κατ’ εντολή του αναιρεσίβλητου και για λογαριασμό του από τον αναιρεσείοντα του επίδικου οχήματος δημόσιας χρήσης και της αντίστοιχης άδειας εκμετάλλευσης αυτού (κατά ποσοστό 50%), οι οποίες καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, επικαλείται α) ανεπαρκείς αιτιολογίες του Εφετείου, λόγω μη αναφορά του χρόνου ,του τρόπου, των συνθηκών κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης εντολής και του λόγου της ανυπαρξίας έγγραφου τύπου και β) αντιφατικές αιτιολογίας από τις παραδοχές της για τη καταβολή του τιμήματος του οχήματος και της άδειας εκμετάλλευσης αυτού από τον αναιρεσίβλητο, οι οποίες δεν αντιστοιχούν στην αξία του 50% αυτού, με αποτέλεσμα να καθιστούν αντιφατικό το αποδεικτικό της πόρισμα περί απόκτησης αυτού από τον τελευταίο.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις δεν αναφέρονται σε κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν (για τις οποίες δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου και του τρόπου κατάρτισης της σύμβασης ούτε και του τιμήματος του αποκτηθέντος στο πλαίσιο της εντολής) αλλά αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που είναι σαφές, ότι δηλαδή το επίμαχο όχημα(με αριθμό κυκλοφορίας ...) και η άδεια εκμετάλλευσής του αποκτήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατ’ εντολή και για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου και συνεπώς δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

Οι επικαλούμενες εξάλλου, με τον ίδιο τέταρτο λόγο της αίτησης πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αναιρεσείοντα κατ’ επίκληση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγω "της ύπαρξης τριών ξεχωριστών αγοραπωλησιών ΔΧΕ ταξί αυτοκινήτων μετά των αδειών εκμετάλλευσης τους", είναι αβάσιμες.

Ειδικότερα, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της ύπαρξης τέτοιας παραδοχής από το Εφετείο, το οποίο διηγηματικά, κατά τη πορεία του δικανικού του συλλογισμού ανέφερε μόνο την αγορά ,στις 31-1-1996, του 50% του με αριθμό κυκλοφορίας ... οχήματος ταξί από τον αναιρεσείοντα για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου, προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της αιτιολογίας για το προαναφερθέν σαφές αποδεικτικό πόρισμα του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.11βΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια αυτής της διάταξης, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106,237παρ.1 στοιχ. β,346 και 453 παρ. 1ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ολ ΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το δικαστήριο της ουσίας απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε παραδεκτή επίκληση του, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α έως γ της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου (ΑΠ627/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης του, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11β ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τις υπ’ αριθμ. ... και ...1995 συμβάσεις δανείων που κατήρτισε ο αναιρεσίβλητος με την πρώην ...

Τράπεζα Ελλάδος και πρώην Εμπορική Τράπεζα Ελλάδας αντίστοιχα, τις οποίες ο τελευταίος δεν είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος εφόσον ο αναιρεσείων δεν εκθέτει, ότι είχε προβάλει την μη ειδική επίκληση των εν λόγω εγγράφων στο Εφετείο, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ αφού θα μπορούσε να προβάλει τη σχετική παράλειψη με την προσθήκη έστω των προτάσεων του.

Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση α)των από 5-11-2015 ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, υπήρξε σαφής και ορισμένη επίκληση της σύμβασης ...1995 με την πρώην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και β) των από 6-11-2015 προτάσεων ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος είχε ειδικά επικαλεστεί την ...

σύμβαση δανείου με την ... Τράπεζα Ελλάδος.

Συνεπώς, κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο (άρθρο 346 ΚΠολΔ), παραδεκτώς λαμβανόμενο υπόψη για την απόδειξη των ισχυρισμών και του αναιρεσιβλήτου διαδίκου (Ολ ΑΠ 58/1978). Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο έπρεπε να μη τα λάβει υπόψη και διότι προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του, είναι απαράδεκτη εφόσον το εφετείο λαμβάνοντας τα υπόψη ως "νομίμως προσκομιζόμενα", αποκρούει την από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια μη προσκόμιση τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία προς αυτό, η, δε, κρίση του αυτή, ως αναγόμενη σε πράγματα δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 175/2017).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας

του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2016 αίτηση του Κ. Τ. για αναίρεση της 2259/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ