Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment for lack of legal basis and factual error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the Patras Court of Appeal's judgment regarding a debt dispute. The appellants argued the lower court lacked legal grounds for dismissing their motion to set aside the judgment and misinterpreted handwriting analysis evidence. The court rejected these claims, ruling that the lower court's assessment of witness statements and handwriting evidence falls within its discretionary power and is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 C.Pol.D.; Art. 352 para. 2 C.Pol.D.: The Supreme Court reviews only legal errors and does not re-evaluate the free assessment of facts or the discretionary interpretation of evidence provided by lower courts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1523 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1523/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Ν. Σ. Ο.Ε.", με έδρα την Νίκαια Πειραιώς, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον νόμιμο διαχειριστή και εταίρο αυτής Ν. Ν. του Ι., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Νικόλαο Δάρα και 2. Ν. Ν. του Ι. ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου και διαχειριστή της ως άνω προσωπικής εταιρείας, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δάρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουλίου 2008 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 582/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Νοεμβρίου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 24 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 145 Γ'/6-2-2013 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας Α. Β., που προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή του κατά την ορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτός στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 § 2).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 582/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί της από 9-2-2009 έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 4/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία απορρίφθηκαν η από 16-7-2008 ανακοπή, καθώς και οι από 16-10-2008 και 7-11-2008 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 28/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το από 21-2-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας συστήθηκε μεταξύ του δεύτερου των ανακοπτόντων Ν.
Ν. και του καθού η ανακοπή Φ. Β. η πρώτη των ανακοπτόντων ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Ν. και ΣΙΑ ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "Ορθοπεδικά Ν." έδρα το Αργοστόλι Κεφαλληνίας και σκοπό την εμπορία ορθοπεδικών ειδών, οξυγόνου, οργάνων γυμναστικής και συμπληρωμάτων διατροφής. Η διάρκεια της άνω εταιρείας ορίστηκε αόριστη, με χρόνο έναρξης την 21.2.2005, η δε συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημίες σε ποσοστό 50% για καθέναν από τους δύο εταίρους.
Ως διαχειριστής της εν λόγω εταιρείας ορίστηκε ο καθού η ανακοπή, ο οποίος εκτός από τη δική του εισφορά ποσού 15.000 ΕΥΡΩ, κατέβαλε και το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ της εισφοράς του δεύτερου των ανακοπτόντων προς σχηματισμό του εταιρικού κεφαλαίου ποσού 30.000 ΕΥΡΩ κατά τη σύσταση της εταιρείας. Μετά την έναρξη της λειτουργίας της εταιρείας και συγκεκριμένα κατά το έτος 2006 και κατά τους πρώτους μήνες του έτους 2007 ο καθού η ανακοπή κατάρτισε ατύπως με το δεύτερο των ανακοπτόντων δύο συμβάσεις άτοκων δανείων, σύμφωνα με τις οποίες ο πρώτος μεταβίβασε στο δεύτερο κατά κυριότητα το συνολικό ποσό των 150.000 ΕΥΡΩ.
Επίσης κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα ο καθού η ανακοπή κατέβαλε τμηματικά λόγω άτοκων δανείων προς την εταιρεία το συνολικό ποσό των 159.800 ΕΥΡΩ για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς εμπορευμάτων εμπορίας της και ενός αυτοκινήτου, καθώς και για την κάλυψη εξόδων λειτουργίας της και εξόφληση χρεών προς τρίτους δανειστές της, εξασφαλίζοντας έτσι την οικονομική βιωσιμότητα και ανάπτυξή της.
Σημειώνεται ότι ο καθού η ανακοπή παράλληλα με την συμμετοχή του στην πρώτη ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρεία ασκούσε το επάγγελμα του φυσιοθεραπευτή και διατηρούσε προς το σκοπό αυτό ατομική επιχείρηση φυσιοθεραπευτηρίου στο Αργοστόλι, από τη λειτουργία της οποίας αποκόμιζε σημαντικά κέρδη, ενώ διατηρούσε και κατάθεση ύψους 147.000 ΕΥΡΩ περίπου στην Τράπεζα ALPHA BANK (Υποκατάστημα Αργοστολίου) προερχόμενη από την πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας του στην περιοχή "Χιονάτα" Κεφαλληνίας.
Πέραν αυτών, ο καθού η ανακοπή και ο δεύτερος από τους ανακόπτοντες συνδέονταν με στενό φιλικό και συγγενικό δεσμό. Κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2007, εξαιτίας διαφωνιών που ανέκυψαν μεταξύ των δύο εταίρων αναφορικά με τη διαχείριση της εταιρείας, ο καθού η ανακοπή αποφάσισε να αποχωρήσει από την εταιρεία.
Ενόψει αυτού, οι δύο εταίροι προέβησαν σε εκκαθάριση των μεταξύ τους οικονομικών εκκρεμοτήτων από τη λειτουργία της εταιρείας και συμφώνησαν προφορικά ο καθού η ανακοπή να μεταβιβάσει το ποσοστό (50%) συμμετοχής του στην εταιρία στη μητέρα του δεύτερου των ανακοπτόντων Ε. Ν. έναντι του ποσού των 50.000 ΕΥΡΩ, και ο τελευταίος να καταβάλει στον πρώτο (καθού η ανακοπή) το συνολικό ποσό των 374.800 ΕΥΡΩ προς εξόφληση των οφειλών του ιδίου ατομικά και της εταιρείας από τις προαναφερθείσες αιτίες καθώς και από τη μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας του καθού η ανακοπή στη μητέρα του και συγκεκριμένα 24.800 ΕΥΡΩ σε μετρητά και 350.000 ΕΥΡΩ με την παράδοση τραπεζικής επιταγής εκδόσεως της πρώτης των ανακοπτόντων, η οποία θα εξοφλείτο μετά παρέλευση έξι μηνών από την αποχώρηση του καθού η ανακοπή από την εταιρεία.
Έτσι κατά τον ίδιο χρόνο ο δεύτερος των ανακοπτόντων παρέδωσε στον καθού η ανακοπή την από 17.7.2007 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, υπογεγραμμένη από τον ίδιο, με την οποία αναγνωρίζει την οφειλή του προς τον καθού η ανακοπή από όλες τις προαναφερθείσες αιτίες. Η προβληθείσα παραδεκτώς (άρθρ. 461, 463 ΚΠολΔ) από το δεύτερο των ανακοπτόντων ένσταση περί πλαστότητας του ιδιωτικού αυτού εγγράφου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Και τούτο διότι ο δεύτερος των ανακοπτόντων, ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως του άνω ισχυρισμού του, δεν απέδειξε την πλαστότητα του παραπάνω εγγράφου ως προς το περιεχόμενο και την υπογραφή του, αφού δεν εξέτασε τους μάρτυρες που ανέφερε προς απόδειξη της πλαστότητας ούτε προσκόμισε έγγραφα προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του.
Τουναντίον από την προσκομιζόμενη, με επίκληση, βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Λ. Α. - Α., που διενεργήθηκε με επιμέλεια του καθού η ανακοπή και, ως εξώδικη γνωμοδότηση, αποτελεί έγγραφο που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρ. 390 ΚΠολΔ), αποδεικνύεται ότι η αποδιδόμενη στο δηλούντα υπογραφή στην επίμαχη από 17.7.2007 υπεύθυνη δήλωση είναι γνήσια, σχηματισμένη από τον φερόμενο υπογράφοντα Ν.
Ν. (δεύτερο των ανακοπτόντων) στα πλαίσια αυθόρμητης απόδοσης του γνήσιου υπογραφικού του μοντέλου. Η παραπάνω υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, προερχόμενη από διάδικο, εκτιμάται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι περιέχει εξώδικη ομολογία του δεύτερου των ανακοπτόντων ως προς το ύψος και την αιτία του χρέους του προς τον καθού η ανακοπή, η οποία εκτιμάται ελεύθερα κατ' άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ ...
Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι ο δεύτερος των ανακοπτόντων κατά την χωρίς όρκο εξέτασή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι "μπορεί η υπογραφή στην υπεύθυνη δήλωση να είναι δική μου". Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις 20.8.2007 ο καθού η ανακοπή αποχώρησε από την πρώτη των ανακοπτόντων ομόρρυθμη εταιρεία, μεταβιβάζοντας την εταιρική του μερίδα στην Ε.
Ν. και ορίστηκε διαχειριστής της εν λόγω εταιρείας ο δεύτερος των ανακοπτόντων (βλ. το από 20.8.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού της Ν. Ν. και Σία ΟΕ). Ακολούθως, ο τελευταίος ως διαχειριστής πλέον της εταιρείας, εξόφλησε μέρος του προαναφερθέντος χρέους ποσού 374.800 ΕΥΡΩ, με την καταβολή στις 30.11.2007 στον καθού του ποσού των 24.800 ΕΥΡΩ, ενώ, παράλληλα, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, συμφώνησε ατύπως με τον καθού η ανακοπή να αναδεχθεί η πρώτη των ανακοπτόντων το ατομικό χρέος ύψους 150.000 ΕΥΡΩ του δεύτερου προς τον καθού η ανακοπή από τα προαναφερθέντα δύο άτοκα δάνεια που του είχε χορηγήσει ο τελευταίος, με πλήρη αποξένωση αυτού (δεύτερου των ανακοπτόντων) από την υποχρέωσή του προς καταβολή του άνω χρέους του (στερητική αναδοχή χρέους κατ' άρθρο 471 ΑΚ) και ο καθού η ανακοπή να παραιτηθεί από το 50% των κερδών της εταιρείας που θα προέκυπταν από την απογραφή.
Ταυτόχρονα ο καθού η ανακοπή υπέγραψε τις από 30.11.2007 δύο αιτήσεις - υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1996 και Ν. ...0/1999, με την πρώτη από τις οποίες δήλωσε προς την Ε. Ν., ότι μετά την εξόφληση του ποσού των 15.000 ΕΥΡΩ από την πώληση του εταιρικού του μεριδίου στην ίδια, ουδεμία απαίτηση διατηρεί κατά της τελευταίας, και με τη δεύτερη (δήλωσε) προς την πρώτη των ανακοπτόντων, ότι εισέπραξε από την τελευταία το ποσό των 9.800 ΕΥΡΩ προς εξόφληση άτοκου δανείου προς αυτήν στις 10.5.2007.
Περαιτέρω σε εκτέλεση της άνω συμβάσεως ο δεύτερος των ανακοπτόντων ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης των ανακοπτόντων ομόρρυθμης εταιρείας εξέδωσε σε διαταγή του καθού η ανακοπή, υπογράφοντας κάτω από την εταιρική επωνυμία στην οικεία θέση του -εκδότη, την ... επιταγή τη Τράπεζας Eurobank EFG, ποσού 350.000 ΕΥΡΩ, επί του ...
λογαριασμού που η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία διατηρεί στην άνω Τράπεζα. Η παραπάνω επιταγή παραδόθηκε στον καθού η ανακοπή το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Δεκεμβρίου 2007 ατελώς συμπληρωμένη και συγκεκριμένα χωρίς να συμπληρωθεί η ημεροχρονολογία εκδόσεώς της, μεταξύ όμως της άνω εκδότριας, που εκπροσωπείτο, όπως προεκτέθηκε, από τον δεύτερο των ανακοπτόντων, και του καθού η ανακοπή συμφωνήθηκε ότι ο τελευταίος θα συμπλήρωνε το ανωτέρω ελλείπον στοιχείο μετά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2008 ήτοι μετά παρέλευση έξι μηνών από την αποχώρησή του από την εταιρεία.
Έτσι στις 30.5.2008 ο καθού η ανακοπή συμπλήρωσε, σύμφωνα με την προηγηθείσα συμφωνία, την άνω τραπεζική επιταγή, με την αναγραφόμενη σ' αυτήν ημεροχρονολογία εκδόσεώς της (30.5.2008), η οποία όμως δεν πληρώθηκε κατά τη νομότυπη και εμπρόθεσμη στις 2.6.2008 εμφάνισή της στην πληρώτρια Τράπεζα από τον ανωτέρω λήπτη και ταυτόχρονα τελευταίο κομιστή της, με συνέπεια , κατόπιν της από 18.6.2008 αιτήσεως του τελευταίου, να εκδοθεί η ανακοπτόμενη 28/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, δυνάμει της οποίας διατάχθηκαν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν στον καθού η ανακοπή, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 350.000 ΕΥΡΩ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.
Οι ανακόπτοντες με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους ισχυρίζονται, ότι ο δεύτερος από αυτούς εξέδωσε την επίμαχη επιταγή, υπογράφοντας κάτω από την εταιρική επωνυμία, και παρέδωσε αυτήν στον καθού η ανακοπή κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2007, χωρίς όμως να έχουν αναγραφεί κατά την έκδοση της, ο τόπος, η ημεροχρονολογία εκδόσεώς της και το πληρωτέο ποσό καθώς και το όνομα του λήπτη αυτής, τα ελλείποντα δε αυτά στοιχεία κατά τη γενόμενη μεταξύ αυτού και του καθού η ανακοπή συμφωνία θα συμπλήρωνε ο τελευταίος με την αναληφθείσα όμως συμβατική υποχρέωση όπως συμπληρωθεί αυτή σε διαταγή της Κ.
Π., λογίστριας της πρώτης των ανακοπτόντων, και το ποσό της επιταγής μη υπερβαίνει το οφειλόμενο σ' αυτήν ποσό της αμοιβής της από τις παρασχεθείσες στην εταιρεία λογιστικές υπηρεσίες, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.000 ΕΥΡΩ , και ότι ο καθού η ανακοπή την επιταγή αυτή, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, συμπλήρωσε κατά τα υπόλοιπα στοιχεία δηλαδή με ημερομηνία εκδόσεως την 30.5.2008, τόπο εκδόσεως το Αργοστόλι, ποσό 350.000 ΕΥΡΩ και σε διαταγή του ίδιου και στη συνέχεια εμφάνισε αυτήν στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, επικαλούμενοι έτσι πλαστογραφία της επίδικης ατελούς επιταγής.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πλαστογραφία ατελούς επιταγής υφίσταται μόνον όταν αυτή συμπληρωθεί, ενώ δεν υπήρχε συμφωνία για τη συμπλήρωση της. Αντιθέτως δεν τίθεται θέμα πλαστογραφίας αλλά αντισυμβατικής συμπλήρωσης της ατελούς επιταγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 5960/1933, σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωση των κενών της στοιχείων, όπως εν προκειμένω ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες.
Σε κάθε δε περίπτωση ούτε περίπτωση αντισυμβατικής συμπλήρωσης της επίδικης επιταγής (άρθρ. 13 του Ν. 5960/1933) αποδείχθηκε. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη επιταγή ήταν ατελής κατά την έκδοσή της και ότι μεταξύ του δευτέρου των ανακοπτόντων και του καθού η ανακοπή καταρτίστηκε συμφωνία με το προαναφερθέν περιεχόμενο περί του τρόπου συμπληρώσεως της επίδικης ατελούς επιταγής, την οποία παραβίασε ο καθού η ανακοπή.
Αντίθετα το ποσό της ένδικης επιταγής, η οποία είχε δοθεί προς εξόφληση των οφειλών της πρώτης των ανακοπτόντων από τις προαναφερθείσες αιτίες, αντιπροσώπευε πραγματική οφειλή της τελευταίας προς τον καθού η ανακοπή, όπως αποδεικνύεται από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδίως από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα του καθού η ανακοπή Γ.
Α., ο οποίος βεβαίωσε ότι τον Αύγουστο 2007 ήταν παρών σε συζήτηση που έγινε μεταξύ του καθού η ανακοπή και του δεύτερου των ανακοπτόντων, στην οποία έγινε αναφορά για τη συμφωνία τους που έγινε το μήνα Ιούλιο 2007 και για το ύψος της απαίτησης του καθού η ανακοπή (374.000 ΕΥΡΩ), καθώς και για τον τρόπο εξόφλησής της (επιταγή και μετρητά), ενόψει της επικείμενης εξόδου του τελευταίου από την εταιρεία, η κατάθεση δε του ανωτέρω μάρτυρα επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της Γ. - Ζ.
Β., μητέρας του καθού η ανακοπή , που δόθηκε ενόρκως ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Στάμως Τσιλιμδού (βλ. 9832/15.12.2008 ένορκη βεβαίωση), η οποία ήταν παρούσα σε συζητήσεις που έγιναν στην οικία της μεταξύ του καθού η ανακοπή και του δεύτερου των ανακοπτόντων αναφορικά με τον τρόπο εξόφλησης των οφειλών των ανακοπτόντων προς τον πρώτο και ως εκ τούτου έχει άμεση γνώση και αντίληψη για τις συμφωνίες των διαδίκων.
Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από τις ασαφείς και καθόλου πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων των ανακοπτόντων Α. Δ. και Σ. Κ., οι οποίοι, ενώ καταθέτουν ότι η επίμαχη επιταγή εκδόθηκε από την πρώτη των ανακοπτόντων προς εξόφληση της αμοιβής της λογίστριας Κ. Π., δεν εξηγούν το λόγο για τον οποίο δεν υπέγραψε αυτήν ο καθού η ανακοπή, αφού αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο (Ιούλιος 2007) ήταν διαχειριστής της ανωτέρω εταιρείας και είχε δικαίωμα να εκδίδει επιταγές για λογαριασμό της εταιρίας, υπογράφοντας κάτω από την εταιρική επωνυμία στην οικεία θέση του εκδότη, ούτε εξηγούν τους λόγους για τους οποίους η επίμαχη επιταγή παραδόθηκε στον καθού η ανακοπή ασυμπλήρωτη ως προς τον τόπο, ημεροχρονολογία εκδόσεως , το ποσό σε ΕΥΡΩ για το οποίο υπήρχε εντολή προς πληρωμή και το όνομα του λήπτη, μολονότι ήταν γνωστός ο δικαιούχος της εν λόγω επιταγής και το ύψος της οφειλής της Κ.
Π. μπορούσαν να πληροφορηθούν από την ίδια. Εξάλλου, ο παραπάνω ισχυρισμός των ανακοπτόντων αναιρείται πλήρως από την κατάθεση της Κ. Π., που δόθηκε ενόρκως ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Άννας Κεκκάτου - Γιαννακοπούλου, η οποία διαψεύδει την ύπαρξη οφειλής προς αυτήν των ανακοπτόντων και καταθέτει ότι τον Ιούλιο του έτους 2007 δεν υπήρχε λόγος να λάβει από τον Φώτιο Βλάχο (καθού η ανακοπή) λευκή επιταγή (βλ. 12850/17.7.2008 ένορκη βεβαίωση).
Επομένως, ακόμα και αν ο πρώτος λόγος της ανακοπής εκτιμηθεί ως λόγος βασιζόμενος στο άνω άρθρο 13 του ν. 5960/1933 και πάλι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.... Περαιτέρω από τα παραπάνω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι το ποσό της επίμαχης επιταγής αντιπροσώπευε πραγματική οφειλή και ως εκ τούτου η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής έχει νόμιμη αιτία.
Ενόψει αυτών, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής κατά το σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η ανυπαρξία της οφειλής των ανακοπτόντων προς τον καθού η ανακοπή, που να αιτιολογεί την έκδοση της επίμαχης επιταγής σε διαταγή του τελευταίου, δηλαδή η ανυπαρξία της βασικής σχέσης τυγχάνει μεν, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, νόμιμος (άρθρ. 904 ΑΚ), πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.....Οι ανακόπτοντες με τον τρίτο λόγο της ανακοπής ισχυρίζονται, ότι αν και ο καθού η ανακοπή κατά την παράδοση της επίδικης λευκής επιταγής γνώριζε ότι αυτή εκδόθηκε προς κάλυψη της αμοιβής της Κ.
Π., καθώς και για την ανυπαρξία οφειλής των ανακοπτόντων προς τον ίδιο, εν τούτοις ενεργώντας προς βλάβη των συμφερόντων τους πλαστογράφησε την επιταγή αυτή και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία, ενόψει των παραπάνω, συνιστά καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος του καθού η ανακοπή.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, εφόσον, από τα παραπάνω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι η επίδικη επιταγή αντιπροσώπευε πραγματική οφειλή της πρώτης των ανακοπτόντων εταιρείας προς τον καθού η ανακοπή και η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δεν στερείτο νόμιμης αιτίας....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 4/2009 οριστική απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία είχαν απορριφθεί η από 16-7-2008 ανακοπή, καθώς και οι από 16-10-2008 και 7-11-2008 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 28/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ενόψει του ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, συνήψε με το δεύτερο των αναιρεσειόντων δύο συμβάσεις ατόκων δανείων, στα πλαίσια των οποίων, του μεταβίβασε κατά κυριότητα το συνολικό ποσό των 150.000 ευρώ, ενώ παράλληλα μεταβίβασε και προς την πρώτη των αναιρεσειόντων τμηματικά λόγω δανείων το συνολικό ποσό των 159.800 ευρώ, μολονότι στην πραγματικότητα η οικονομική του κατάσταση δεν του επέτρεπε κάτι τέτοιο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε ούτε βέβαια και τον λόγο για τον οποίο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
Ειδικότερα, την σχετική κρίση της πληττόμενης απόφασης δικαιολογούσε η παραδοχή της ότι αναιρεσίβλητος ασκούσε το επάγγελμα του φυσιοθεραπευτή και διατηρούσε προς το σκοπό αυτό ατομική επιχείρηση φυσιοθεραπευτηρίου στο Αργοστόλι, από τη λειτουργία της οποίας αποκόμιζε σημαντικά κέρδη, ενώ διατηρούσε και κατάθεση ύψους 147.000 ΕΥΡΩ περίπου στην Τράπεζα ALPHA BANK (Υποκατάστημα Αργοστολίου) προερχόμενη από την πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας του στην περιοχή "Χιονάτα" Κεφαλληνίας.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από την ίδια ως άνω διάταξη πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την προβληθείσα, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ένσταση πλαστότητας της επιταγής, ποσού 350.000 ευρώ, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων. αφού από το αιτιολογικό της απόφασής του προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Πλέον συγκεκριμένα την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) κατά μήνα Ιούλιο 2007, όταν αποφασίστηκε η εκκαθάριση των μεταξύ των διαδίκων οικονομικών εκκρεμοτήτων ο δεύτερος των αναιρεσειόντων παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο την από 17.7.2007 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, υπογεγραμμένη από τον ίδιο, με την οποία αναγνώριζε την οφειλή του προς τον τελευταίο από όλες τις προαναφερθείσες αιτίες, β) ο ίδιος ο δεύτερος των αναιρεσειόντων κατά την χωρίς όρκο εξέτασή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι "μπορεί η υπογραφή στην υπεύθυνη δήλωση να είναι δική μου", γ) κατά την παράδοση της επίμαχης επιταγής δεν είχε συμπληρωθεί η χρονολογία της έκδοσής της, ενώ συμφωνήθηκε να συμπληρωθεί αυτή μετά τον Φεβρουάριο του επομένου έτους και δ) τα υπόλοιπα στοιχεία της επιταγής, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού αυτής (350.000 ευρώ) είχαν ήδη συμπληρωθεί κατά την παράδοσή της στον αναιρεσίβλητο.
Σημειώνεται εδώ ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι αντιφατικές, καθόσον, όπως έχει λεχθεί, το Εφετείο δέχθηκε ότι η παράδοση της επιταγής έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο 2007 και δεν δέχεται σε άλλο σημείο ότι αυτό έγινε τον Ιούλιο του 2007, όπως αβάσιμα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τους ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την από την ίδια ως άνω διάταξη πλημμέλεια, δοθέντος ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες α) ενώ δέχεται ότι η συμφωνία εξόφλησης της επιταγής ήταν να γίνει μετά την πάροδο έξι μηνών από την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την πρώτη των αναιρεσειόντων, η οποία έλαβε χώρα στις 23-8-2007, δεν αιτιολογεί τη δυνατότητα θέσης στην επιταγή μεταγενέστερης της 23-2-2008 χρονολογίας (ένατος λόγος), β) ενώ αποδείχθηκε ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων υπερκάλυψε τις δαπάνες της με τις εισπράξεις της από την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, συνολικού ποσού 272.779,67 ευρώ, δεν αιτιολογεί τους λόγους για την ανάγκη σύναψης δανείων και κατά συνέπεια της έκδοσης της επίμαχης επιταγής (δέκατος λόγος) και γ) δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο ο αναιρεσίβλητος δεν υπέγραψε ο ίδιος την επιταγή, παρά το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη ήταν διαχειριστής της πρώτης των αναιρεσειόντων, αλλά αξίωσε να υπογραφεί αυτή από τον δεύτερο των εξ αυτών (ενδέκατος λόγος).
Όσον αφορά τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη συγκεκριμένες αιτιάσεις, πρέπει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, κατά τους όρους της συναφθείσας συμφωνίας, η επιταγή θα συμπληρωνόταν μετά την πάροδο έξι μηνών από την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την πρώτη των αναιρεσειόντων και έτσι ο τελευταίος, όπως είχε συμβατικό δικαίωμα, συμπλήρωσε την επιταγή στις 30-5-2008 με την αναγραφόμενη σ' αυτήν χρονολογία έκδοσης (30-5-2008).
Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος μεταβίβασε τμηματικά στην πρώτη των αναιρεσειόντων, στα πλαίσια συμβάσεων δανείων, συνολικά το ποσό των 159.800 ευρώ, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δαπάνες αγοράς εμπορευμάτων και ενός αυτοκινήτου, καθώς και τα λειτουργικά της έξοδα και να εξοφλήσει χρέη της προς τρίτους, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την οικονομική βιωσιμότητα και ανάπτυξή της.
Τέλος, όσον αφορά τα υποστηριζόμενα με τον ενδέκατο λόγο της ανακοπής, πρέπει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, κατά το χρόνο παράδοσης της επίμαχης επιταγής στον αναιρεσίβλητο (πρώτο δεκαήμερο μηνός Δεκεμβρίου 2007), ο τελευταίος δεν ήταν διαχειριστής της πρώτης των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου δεν είχε δικαίωμα να θέσει την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία.
Αντίθετα και δυνάμει του από 20-8-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης του καταστατικού της, διαχειριστής της ήταν ο δεύτερος των αναιρεσειόντων . Κατά συνέπεια, πρέπει οι ένατος, δέκατος και ενδέκατος λόγοι της ανακοπής να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση -προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα α) το παραστατικό ανάληψης εκ μέρους του πρώτου εξ αυτών στις 29-3-2005 του ποσού των 20.000 ευρώ από τον με αριθμό ...
λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και το από 29-3-2005 έγγραφο κατάθεσης εκ μέρους του ιδίου του ποσού των 15.000 ευρώ σε λογαριασμό της πρώτης των αναιρεσειόντων στην EUROBANK, από το οποίο προέκυπτε ότι ο προαναφερόμενος είναι εκείνος κατέβαλε την εισφορά του σε μετρητά και όχι ο αναιρεσίβλητος, β) την με αριθμό .../23-8-2007 απόδειξη της λογίστριας Κ.
Π., από την οποία προέκυπτε ότι υπήρχε οφειλή της πρώτης των αναιρεσειόντων προς εκείνη, κατ' αντίθεση προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες δεν υπήρχε οφειλή της τελευταίας προς την προαναφερθείσα λογίστρια και γ) αα) την από 21-10-2008 αναλυτική έκθεση ταμειακών ροών της εταιρείας, που συνέταξε η λογίστρια Μ.
Γ., για το χρονικό διάστημα από 29-3-2005 μέχρι 31-12-2007, από την οποία προέκυπτε ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων εισέπραξε από πωλήσεις τα έτη 2005, 2006 και 2007 τα ποσά των 55.130,78 ευρώ, 68.237,97 ευρώ και 88.561,46 ευρώ αντίστοιχα, ββ) την υπ' αριθμ. 13192/24-10-2008 ένορκη βεβαίωση της προαναφερομένης και γγ) τις μηχανογραφημένες αναλυτικές καρτέλες εσόδων - εξόδων του χρονικού διαστήματος από 29-3-2005 μέχρι 31-12-2007, από τα οποία προέκυπτε ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων δεν είχε ανάγκη δανειοδότησης για την αντιμετώπιση λειτουργικών εξόδων της.
Όμως, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και " τις υπ' αριθμ. 13192/24-10-2008..... ένορκες βεβαιώσεις που έγιναν στα πλαίσια δικών ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες εκτιμώνται ως έγγραφα για τη συναγωγή από αυτές δικαστικών τεκμηρίων....
και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσάγουν, με επίκληση, οι διάδικοι, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερα μνεία κατωτέρω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:....". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο απόφασης, όπως αυτό αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδεχθεί.
Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Η περίπτωση του παρόντος άρθρου ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή και όχι ισχυρισμούς που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Δεν απαιτείται δε να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 87/2013). Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ ότι δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε εκτός από την δική του εισφορά, ποσού 15.000 ευρώ και την αντίστοιχη, ισόποση, εισφορά του δευτέρου εξ αυτών, μολονότι δεν αποδείχθηκε η συγκεκριμένη καταβολή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα", υπό την έννοια που αναφέρθηκε, ήτοι αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής της βάσης. Πέραν τούτου από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 562 § 2), προκύπτει ότι αυτή αναφέρεται σε όλες τις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη, να είναι απαραίτητο να εξειδικεύει και να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία το Εφετείο διαμόρφωσε την παραπάνω κρίση του.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.
Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί πλαστότητας της από 17-7-2007 υπεύθυνης δήλωσης, ενώ αποδείχθηκε πλήρως ότι ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που είχε καταρτίσει και υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση ως προς την εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται όμως από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 §). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεδομένου ότι έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα, την από 17-7-2007 υπεύθυνη δήλωση, η οποία φέρεται ότι έγινε από τον δεύτερο των αναιρεσειόντων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "η αποδιδόμενη στο δηλούντα υπογραφή στην επίμαχη από 17.7.2007 υπεύθυνη δήλωση είναι γνήσια, σχηματισμένη από τον φερόμενο υπογράφοντα Ν. Ν. (δεύτερο των ανακοπτόντων) στα πλαίσια αυθόρμητης απόδοσης του γνήσιου υπογραφικού του μοντέλου.
Η παραπάνω υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, προερχόμενη από διάδικο, εκτιμάται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι περιέχει εξώδικη ομολογία του δεύτερου των ανακοπτόντων ως προς το ύψος και την αιτία του χρέους του προς τον καθού η ανακοπή, η οποία εκτιμάται ελεύθερα..". Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον οι υπεύθυνες δηλώσεις που δίδονται υπό τον τύπο του Ν. 1599/1986, όταν προέρχονται από τους διαδίκους και όχι από τρίτους, μπορεί να εκτιμηθούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι περιέχουν εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα, κατ' άρθρο 352 § 2 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 10-12-2008 βεβαίωσης γραφολογικής διερεύνησης της Γραφολόγου Λ. Α. - Α., δεδομένου ότι, ενώ σ' αυτήν αναφέρεται ότι "...
από το περιεχόμενο των εγγράφων σύγκρισης, δεν διασφαλίζεται η γνησιότητα των χαράξεων που αυτά φέρουν... Τα μορφολογικά στοιχεία... δεν αρκούν για να στηρίξουν την πλαστότητα ή αντίθετα τη γνησιότητα των χαράξεων.....", κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, από την εν λόγω εξώδικη γνωμοδότηση αποδεικνύεται ότι η υπογραφή που φέρεται να έχει θέσει ο δεύτερος των αναιρεσειόντων στην από 17-7-2007 δήλωση είναι γνήσια.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, αλλά από την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό και κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση ως προς την εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Τέλος, με τον όγδοο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ενόψει του ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε τμηματικά λόγω ατόκων δανείων προς την πρώτη των αναιρεσειόντων το συνολικό ποσό των 159.800 ευρώ, "με αυτοσύμβαση, όπως υπαινίσσεται", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 235 ΑΚ για την κατάρτιση αυτοσύμβασης απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο. Όπως, όμως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυτοσύμβαση, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες. Σημειώνεται ότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1) και ειδικότερα, όσον αφορά την κατάρτιση δανειακών συμβάσεων μεταξύ της πρώτης των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου.
Συνεπώς, πρέπει ο ανωτέρω λόγος να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ