1523/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1523/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως ακίνητο στερούμενο της αναγκαίας διόδου προς το δρόμο θεωρείται όχι μόνο εκείνο το οποίο στερείται κάθε επικοινωνίας με δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό δρόμο, αλλά και εκείνο, το οποίο έχει μεν δίοδο προς τέτοιο δρόμο, πλην όμως αυτή δεν εξυπηρετεί επαρκώς τις ανάγκες του ιδιοκτήτη του, για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση αυτού σύμφωνα με τον προορισμό του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1523 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1523/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Σ. του Ε. και 2. Ε. Δ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μέγα.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζηνικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1319/2006 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης λόγω αρμοδιότητας, 32883/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2266/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 1012 και 1013 ΑΚ, αν το ακίνητο στερείται της αναγκαίας διόδου προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος αυτού να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες, έναντι ανάλογης αποζημιώσεως. Η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί καθορίζονται με δικαστική απόφαση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως ακίνητο στερούμενο της αναγκαίας διόδου προς το δρόμο θεωρείται όχι μόνο εκείνο το οποίο στερείται κάθε επικοινωνίας με δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό δρόμο, αλλά και εκείνο, το οποίο έχει μεν δίοδο προς τέτοιο δρόμο, πλην όμως αυτή δεν εξυπηρετεί επαρκώς τις ανάγκες του ιδιοκτήτη του, για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση αυτού σύμφωνα με τον προορισμό του.
Αν δεν υπάρχει καθόλου δίοδος ή αν η υπάρχουσα είναι επαρκής ή ανεπαρκής για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ακινήτου κρίνεται όχι κατά τις υποκειμενικές αντιλήψεις του κυρίου του ακινήτου, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες που υπάρχουν κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής και ειδικότερα σύμφωνα με τις ενεστώσες ανάγκες του ακινήτου, τη φύση του, την οικονομική εκμετάλλευση (χρησιμότητα), τον προορισμό του, την θέση ή την περιοχή όπου βρίσκεται, τις εκάστοτε καιρικές συνθήκες κ.λ.π.
με κριτήρια δηλαδή την ωφέλεια του περίκλειστου ακινήτου και την ανάλογη θυσία του γειτονικού, ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων των μερών, χωρίς το Δικαστήριο να έχει υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα του δικαιούχου ενάγοντος αναφορικά με τη χάραξη ή την τυχόν διαπλάτυνση της διόδου αν κρίνει ότι ο τρόπος αυτός είναι επιζήμιος.
Η σχετική αγωγή, ασκούμενη από τον κύριο του ακινήτου που στερείται επαρκούς διόδου, απευθύνεται κατά του κυρίου του ακινήτου, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ του ακινήτου αυτού και του δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού δρόμου, και, εφόσον μεταξύ του ακινήτου του ενάγοντος και του δρόμου αυτού μεσολαβούν περισσότερα από ένα ακίνητα, απευθύνεται κατά των κυρίων όλων των ακινήτων αυτών.
Αν όμως υπάρχουν περισσότεροι από ένας δημόσιοι, δημοτικοί ή κοινοτικοί δρόμοι, με τους οποίους μπορεί να συνδεθεί το ακίνητο του ενάγοντος με δίοδο παρεχομένη κατά τις πιο πάνω διατάξεις, ο ενάγων δεν υποχρεούται να απευθύνει την αγωγή του κατά των κυρίων όλων των ακινήτων που παρεμβάλλονται μεταξύ του ακινήτου του και όλων αυτών των δρόμων, αλλά απόκειται στην υπεράσπιση του εναγομένου να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει άλλο ακίνητο, από το οποίο μπορεί να παρασχεθεί δίοδος, λιγότερο επαχθής από αυτή που ζητείται με την αγωγή.
Με την απόδειξη δε αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με βάση το υπ' αριθμ. .../1973 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Έλλης Τσιμούρτου-Θεοδοσιάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων έγινε κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως, κατά τον τίτλον κτήσεως 4.200 τ.μ.
και ήδη μετά από νέα καταμέτρηση 4.291,17 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Ντομπούδες" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πυλαίας και συνορεύει γύρω, βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Σ. Μ., νότια με ακίνητα ιδιοκτησίας Σ. Δ., δυτικά με ακίνητα ιδιοκτησίας Ε. και Ε. Π. και ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Δ..
Το άνω ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως του Δήμου Πυλαίας, αλλά εντός της ζώνης αυτού. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι οι, πρώτη έως και έκτη των εναγομένων είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοικοι και μάλιστα κατά ποσοστόν 12,5% εξ αδιαιρέτου η πρώτη των εναγομένων, κατά ποσοστόν 18,75% εξ αδιαιρέτου, οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, κατά ποσοστόν 50% εξ αδιαιρέτου κατ' επικαρπίαν η τέταρτη των εναγομένων και κατά ποσοστόν 25% εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα, ο καθένας από τους πέμπτο και έκτη των εναγομένων, ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.500 τ.μ.
περίπου, που βρίσκεται στην ίδια, ως άνω περιοχή και συνορεύει γύρω, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Τ. και κληρονόμων Η. Τ., νότια με συνιδιοκτησία του έβδομου και όγδοου των εναγομένων, ανατολικά με την κοινοτική οδό ... και δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Ν. και συνιδιοκτησία Κ. Π. και Γ. Γ.-Π.. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι, έβδομος και όγδοος των εναγομένων είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι και μάλιστα κατά ποσοστόν 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 3.000τ.μ.
περίπου, που βρίσκεται στην ίδια, ως άνω, περιοχή και συνορεύει γύρω βόρεια, με συνιδιοκτησία των έξι πρώτων εναγομένων καθώς και με ιδιοκτησία Μ. Ν., νότια με συνιδιοκτησία των τελευταίων, ανατολικά με την κοινοτική οδό ... και δυτικά με ακίνητο, με αριθμό ΚΑΕΚ 2911036. Τα παραπάνω συνομολογούνται και από τους διαδίκους.
Ακόμη, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι από τη νότια πλευρά του ακινήτου του ενάγοντα και μέχρι την κοινοτική οδό ..., η απόσταση, που μεσολαβεί είναι σε ευθεία γραμμή 125 μέτρα, όπως δεν αμφισβητείται, εκ των οποίων, τα πρώτα 39 μέτρα και μάλιστα, ανατολικά του ακινήτου του ενάγοντα, δηλαδή κατά μήκος των τριών μικρών συνεχόμενων ομόρων αγροτεμαχίων, καλύπτονται από ανώνυμη κοινοτική οδό, ενώ απομένουν άλλα 86 μέτρα, προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση, το δεσπόζον ακίνητο του ενάγοντα, στην άνω κοινοτική οδό ... .
Συγκεκριμένα, από τη νότια πλευρά του ακινήτου του ενάγοντα και αριστερά προς βορράν της ευθείας σχεδόν συνορογραμμής που ενώνει κάθετα το άνω τμήμα της κοινοτικής οδού, με την οδό ... παρεμβάλλονται στη σειρά, ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Ν. και στη συνέχεια το εφαπτόμενο με το τελευταίον ακίνητο, συνιδιοκτησίας των πρώτων έξι εναγομένων κατά τα προαναφερθέντα, ενώ δεξιά προς νότον της ίδιας, ως άνω, ευθείας σχεδόν συνορογραμμής, παρεμβάλλεται το ακίνητο, συνιδιοκτησίας των εβδόμου και όγδοου των εναγομένων.
Στη συνέχεια, στα επόμενα 43,73 τ.μ., δηλαδή κατά μήκος της βόρειας πλευράς του αγροτεμαχίου συνιδιοκτησίας των έβδομου και όγδοου των εναγομένων η ανωτέρω κοινοτική οδός διακόπτεται, αφού δεν υπάρχει δίοδος, δεδομένου ότι στην οριογραμμή του ακινήτου (αγροτεμαχίου), ιδιοκτησίας Μ. Ν. υπάρχει κτίσμα, που εμποδίζει τη δίοδο και στη συνέχεια στα επόμενα 42,26 τ.μ.
και μέχρι την οδό ..., κατά μήκος της νότιας πλευράς του αγροτεμαχίου συνιδιοκτησίας των έξι πρώτων εναγομένων υφίστανται δύο δουλείες διόδου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1002/1998 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου. Με βάση τα προαναφερθέντα, το ακίνητο του ενάγοντα, είναι προφανές ότι είναι περίκλειστο, όπως άλλωστε συνομολογείται, αφού αυτό στερείται από κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό αναγκαία για την εκμετάλλευση και χρησιμοποίηση του κατά τον προορισμό του, ως αστικό ακίνητο.
Κατά συνέπειαν είναι ανάγκη ν' απόκτησε το ακίνητο του ενάγοντα δίοδο, προς κάποιον από τους πλησίον αυτού διερχόμενους δρόμους και άρα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή διόδου. Το αναγκαίο πλάτος της διόδου, ενόψει των αναγκών του περίκλειστου ακινήτου, του προορισμού, της θέσεως και της περιοχής, στην οποίαν βρίσκεται, πρέπει ν' ανέλθει σε πλάτος τριών (3) μέτρων, ώστε να είναι δυνατή και η διέλευση τροχοφόρων.
Ο ενάγων αιτείται με την αγωγή του να διέλθει η επίδικη δίοδος, πλάτους 4 μέτρων από ολόκληρη τη βόρεια πλευρά του ακινήτου των έβδομου και όγδοου των εναγομένων και μάλιστα σε μήκος 86 τ.μ., δηλαδή σε τμήμα συνολικής έκτασης 344τ.μ. (86τ.μ. Χ 4μ.), έτσι ώστε η νότια πλευρά του ακινήτου του, το οποίοι συνδέεται με τμήμα της άνω ανωνύμου κοινοτικής οδού να επικοινωνήσει άμεσα και κατευθείαν με την κοινοτική οδό ...
και επικουρικά αιτείται να διέλθει η επίδικη δίοδος πλάτους 2,95μ. από τη νότια πλευρά του ακινήτου των πρώτων έξι εναγομένων και μάλιστα σε μήκος 40μ., δηλαδή σε τμήμα συνολικής έκτασης 118τ.μ. (40μ Χ 2,95μ.) και από ολόκληρη τη βόρεια πλευρά του ακινήτου των έβδομου και όγδοου των εναγομένων, πλάτους 1,05 και μάλιστα σε μήκος 36μ., δηλαδή σε τμήμα συνολικής έκτασης 37,8 τ.μ. (36μ. 105,), και στη συνέχεια, πλάτους 4μ.
και μάλιστα σε μήκος 50μ. δηλαδή σε τμήμα συνολικής έκτασης 200τ.μ. (50μ. Χ 4μ.) και συνολικά σε έκταση 237,8 τ.μ. (37,8μ. + 200μ.), αφού σε μήκος 36μ., το τμήμα της επίμαχης διόδου βαίνει παράλληλα με το τμήμα διόδου, πλάτους 2,95μ., που διέρχεται από το ακίνητο των πρώτων έξι εναγομένων. Το άνω επικουρικό αίτημα νόμιμα υποβάλει ο ενάγων, αφού ο κύριος του περίκλειστου ακίνητου, μπορεί να ενάγει όλους τους κυρίους των γειτονικών ακινήτων από τα οποία είναι δυνατή η διέλευση της διόδου και να αιτηθεί μία δίοδο από τον κύριο του ενός γειτονικού ακινήτου και επικουρικά την άλλη ή τις άλλες διόδους από τους κυρίους των άλλων γειτονικών ακινήτων, ώστε η αγωγή του σε καμμία περίπτωση να μην παραμείνει χωρίς θετικό αποτέλεσμα.
Από το σύνολο των αποδείξεων που διεξήχθησαν το Δικαστήριο κρίνει, ότι η πλέον πρόσφορη και λιγότερο επαχθής για τα γειτονικά ακίνητα κατεύθυνση της διόδου μέχρι την κοινοτική οδό ... είναι εκείνη που ο ενάγων πρότεινε επικουρικά με την αγωγή του. Η δίοδος αυτή θα ξεκινάει από τη νότια πλευρά του ακινήτου του (ενάγοντα) και θα διέρχεται από την ήδη υφιστάμενη, κατά μήκος των τριών μικρών ομόρων συνεχόμενων ακινήτων ανώνυμη κοινοτική οδό.
Στη συνέχεια, θα διέρχεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς του ακινήτου των έβδομου και όγδοου των εναγομένων και μάλιστα σε τμήμα έκτασης 43,74 μ. και πλάτους 3 μ., από το οποίον θα καταλαμβάνει έτσι έκταση 131,22 τ.μ. (43,74μ. Χ 3μ.) και θα συνεχίζει να διέρχεται κατά μήκος της νότιας πλευράς του ακινήτου των πρώτων έξι εναγομένων και μάλιστα σε τμήμα έκτασης 42,26 μ., όπου υφίσταται ήδη σχηματισμένη δίοδος πλάτους 2,95 μ.
σε επαφή με την πλευρά αυτή (νότια) του τελευταίου ακινήτου, από το οποίον θα καταλαμβάνει έκταση 124,67 τ.μ. (42,26 μ. Χ 2,95 μ.), οπότε και θα καταλήγει στην κοινοτική οδό .... Ήδη, κατά μήκος της νότιας πλευράς του ακινήτου των πρώτων έξι εναγομένων, σε τμήμα έκτασης μήκους 42,26 μ. και πλάτους 2,95 μ. υφίστανται δύο δουλείες διόδου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1002/1998 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, μπορεί δε αυτή να εξυπηρετεί παράλληλα και τις ανάγκες του ενάγοντα, χωρίς η παροχή της ανωτέρω διόδου να θεωρείται επαχθής για το ακίνητο των άνω εναγομένων.
Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η εφαρμογή των άρθρ. 1012 επ. ΑΚ. δεν εμποδίζεται και σε περίπτωση που και άλλος έχει δικαίωμα δουλείας, από την επίδικη εδαφική λωρίδα. Έτσι, με την άνω προτεινόμενη δίοδο, παρέχεται στον ενάγοντα εύκολη και σύντομη πρόσβαση στην άνω κοινοτική οδό ..., το γεγονός δε ότι κατά τη διέλευση από αυτήν (δίοδο) διαγράφονται στην πορεία δύο κλειστές στροφές, δεν καθιστά λιγότερο πρόσφορη την επικοινωνία του ενάγοντα με την ανωτέρω οδό (...).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την χάραξη της επίδικης διόδου θα καταστεί αναγκαίο να καταστραφεί η υφιστάμενη περίφραξη του ακινήτου των έβδομου και όγδοου των εναγομένων και ν' αποκοπούν 4 δένδρα (μία συκιά και τρεις αγριοαχλαδιές). Το γεγονός όμως αυτό δεν υποδηλώνει ότι η άνω επιλεγείσα δίοδος είναι επαχθής για το δουλεύον ακίνητο των άνω εναγομένων, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι η παροχή διόδου αντισταθμίζεται με την καταβολήν ανάλογης αποζημίωσης.
Άλλωστε το γεγονός ότι για την παροχή της επίδικης διόδου, απαιτείται ν' αποκοπούν τα υφιστάμενα, στο τμήμα της ανώνυμης κοινοτικής οδού, δένδρα, που διέρχεται κατά μήκος των συνεχόμενων με το ακίνητο του ενάγοντα, τριών μικρών ιδιοκτησιών, δεν καθιστά επαχθή την επιλεγείσα δίοδο, αναφορικά με τα ακίνητα των εναγομένων.
Σημειωτέον ότι η προαναφερόμενη ανώνυμη κοινοτική οδός, δεν αποτελεί περιουσία του Δήμου Πυλαίας, ώστε να τελευταίος ενόψει της αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των ιδιοκτητών των ενδιαμέσων ακινήτων απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού αιτήματος των έβδομου και όγδοου των εναγομένων. Οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι υπάρχει άλλο γειτονικό ακίνητο και όμορο του ακινήτου του ενάγοντα, από το οποίον πρέπει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες, να διέλθει η δίοδος, ώστε το ακίνητο του τελευταίου (ενάγοντα) ν' αποκτήσει πρόσβαση στην κοινοτική οδό ....
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../2003 συμβόλαιο σύστασης πραγματικής δουλείας διόδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνεστήθη δουλεία διόδου σε βάρος του ομόρου, προς το ακίνητο του ενάγοντα, ακινήτου και υπέρ του συνεχόμενου με το πρώτο ακινήτου, με αποτέλεσμα, το τελευταίο ακίνητο, να αποκτά δίοδο, προς την εκεί υφιστάμενη κοινοτική οδό ..., Η οδός αυτή, συνδέεται με την κάθετη προς αυτήν οδό ..., η οποία καταλήγει στην κοινοτική οδό ..., από την οποία βρίσκεται σε απόσταση, 1400 μέτρων περίπου και μάλιστα όχι σε ευθεία γραμμή αλλά σε καμπύλη.
Σημειωτέον, ότι η κοινοτική οδός ... είναι η μόνη οδός, η οποία εξυπηρετεί τις ανάγκες των ακινήτων της περιοχής, αφού η οδός αυτή καταλήγει ευχερώς αφενός στην περιοχή Πανοράματος και αφετέρου στην περιοχή Θέρμης. Αντίθετα από την κοινοτική οδό ..., υπάρχει πρόσβαση μόνο στην περιοχή Θέρμης, σε σημείο όμως που αυτή είναι πλήρως αδιαμόρφωτη και βρίσκεται σε αρκετή απόσταση, από την κεντρική οδό προς Θέρμη και από την κατοικημένη περιοχή και κατ' επέκταση, οι ανάγκες των ακινήτων της περιοχής, όπως και του ενάγοντα, εξυπηρετούνται ατελώς δια μέσου της οδού αυτής (...).
Κατά συνέπειαν, ο άνω ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ενδιαμέσως του προς δυσμάς ομόρου ακινήτου του ενάγοντα, είναι εφικτή η δίοδος από άλλη οδό και συγκεκριμένα, από την οδό ... κατά περισσότερο πρόσφορο τρόπο και λιγότερο επαχθή για τ' ακίνητα των ιδίων (εναγομένων), ο οποίος (ισχυρισμός) αποτελεί, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, είναι απορριπτέος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Ενόψει λοιπόν των προεκτεθέντων συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1012 Α.Κ., για την εκ μέρους των εναγομένων παραχώρηση της πιο πάνω διόδου, με ανάλογη αποζημίωση, η οποία σημειωτέον περιλαμβάνει όχι μόνον τη μείωση της αξίας των γειτονικών ακινήτων, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αλλά και κάθε άλλη ζημία που προκύπτει από τη δημιουργία του βάρους, όπως πχ.
τη βλάβη ή εκρίζωση δένδρων, φυτών ή τεχνικών έργων. Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικόν υλικόν προέκυψε ότι η αξία των ακινήτων των εναγομένων, τα οποία βρίσκονται, όπως προαναφέρθηκε εκτός σχεδίου πόλεως του Δήμου Πυλαίας, αλλά εντός της ζώνης αυτού και μάλιστα σε περιοχή προνομιούχα και με ιδιαίτερα αυξημένη αγοραστική αξία ανερχόταν, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής (19-1-2007), στο σημείο όπου διέρχεται η επίδικη δίοδος σε 500 ευρώ ανά τ.μ.
και η κατά τον ίδιο χρόνο ζημία (θετική) των εναγομένων από την παραχώρηση του απλού δικαιώματος διόδου στον ενάγοντα, ανέρχεται, κατά την έννοιαν των άρθρων 1012, 1013 και 297, 298 Α.Κ., στο ποσόν των 150 ευρώ ανά τ.μ., δεδομένου ότι τα ακίνητα διατηρούν βέβαια το εμβαδό τους, εφόσον το τμήμα της διόδου δεν αποσπάται ούτε επιδικάζεται κατά κυριότητα οι εναγόμενοι όμως στερούνται πλέον τη χρήση, στο μέτρο, που υφίσταται το δικαίωμα διόδου και περιορίζεται κατά κάποιο έστω και μικρό ποσοστό η δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του όλου ακινήτου τους, και τούτο διότι η δίοδος για όσο χρονικό διάστημα θα υπάρχει, θ' αποτελεί βάρος για τ' ακίνητα των εναγομένων, αφού ουσιαστικά θα μειώσει το εμβαδό τους και την πρόσοψη του ακινήτου των εναγομένων προς την κοινοτική οδό ..., ενώ το ακίνητο των έβδομου και όγδοου των εναγομένων, το οποίο, στο σημείο χάραξης της διόδου έχει πλάτος 23 μέτρα, υφίσταται περαιτέρω μείωση του εμβαδού του.
Επομένως, με βάση την έκταση, που θα καταληφθεί με τη χάραξη της διόδου, δικαιούνται αποζημίωση οι έβδομος και όγδοος εναγόμενοι, αλλά και οι πρώτοι έξι εξ αυτών (εναγομένων), το ακίνητο των οποίων βαρύνεται ήδη με δουλεία διόδου, βάσει της υπ' αριθμ. 1002/1998 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου. Έτσι, δικαιούνται ως αποζημίωση οι πρώτοι έξι εναγόμενοι, το ποσόν των 19.683 ευρώ (131,22 τ.μ.
Χ 150 ευρώ) και οι έβδομος και όγδοος εναγόμενοι, το ποσόν των 18.701 ευρώ (124,67τ.μ. Χ 150 ευρώ). Επίσης, αποδείχθηκε ότι με τη χάραξη της διόδου θα καταστραφεί δενδροστοιχία και συγκεκριμένα μία (1) συκιά και τρεις (3) αγριοαχλαδιές, που βρίσκονται εντός του ακινήτου των έβδομου και όγδοου των εναγομένων, καθώς και η μόνιμη περίφραξη από συρματόπλεγμα του άνω ακινήτου τους.
Κατά συνέπειαν, οι τελευταίοι (έβδομος και όγδοος εναγόμενοι) θα ζημιωθούν από τη διαμόρφωση της διόδου και εξαιτίας της καταστροφής των άνω τεσσάρων (4) δένδρων κατά το ποσόν των 180 ευρώ, δηλαδή, το ποσόν των 120 ευρώ για τη συκιά και το ποσόν των 20 ευρώ, για κάθε αγριοαχλαδιά (120 + 20 Χ 3), ενώ θ' απαιτηθεί για την εκ νέου κατασκευή της περίφραξης, το ποσόν των 1312 ευρώ (43,74 μ.
Χ 30 €). Ενόψει των προεκτεθέντων, οι πρώτοι έξι των εναγομένων δικαιούνται ως αποζημίωση το ποσόν των 19.683 ευρώ και οι έβδομος και όγδοος από αυτούς (εναγομένους), το συνολικόν ποσόν των 20193 ευρώ (18701 + 180 + 1312). Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχτηκε την ένδικη αγωγή του παροχής διόδου.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και επομένως οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2011 αίτηση του Δ. Σ. κλπ για αναίρεση της 2266/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ