1523/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Μαΐου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29245/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 175/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 16 Απριλίου 2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1523/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Full text
Απόφαση 1523 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1523/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρία ΛΙΜΙΤΕΔ", και έδρα τη Λευκωσία της Κύπρου, νομίμως εγκατεστημένης στην Ελλάδα, και εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη Σόμου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", και έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Μαΐου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29245/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 175/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 16 Απριλίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 23 Αυγούστου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Όλομ.
ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικοί (άρ. 173 και 200 ΑΚ ) και ειδικοί, όταν ο νόμος αποδίδει ορισμένη έννοια σε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως, σε έλλειψη δηλώσεως βουλήσεως ως προς κάποιο σημείο ή σε περίπτωση αμφιβολίας. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 1728/2008, ΑΠ1703/2008, ΑΠ1076/2008, ΑΠ1183/2007).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 448, 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005 Τ.Ν.Π.
Νόμος, ΑΠ 16/2008 όπ.π). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 448 και 463 παρ. 2 ΑΚ, συνάγεται ότι ο οφειλέτης μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό κατά του εκδοχέα ανταπαίτηση που έχει κατά του εκχωρητή, εφόσον αυτή υπήρχε κατά το χρόνο της αναγγελίας της εκχώρησης, ακόμη και αν δεν ήταν τότε ληξιπρόθεσμη, αρκεί να γίνεται ληξιπρόθεσμη πριν από τη λήξη της απαίτησης που εκχωρήθηκε (ΑΠ 1204/ 1994 Τ.Ν.Π.
Νόμος), Εξάλλου, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, για να έχει ως αποτέλεσμά της απόσβεση της ενοχής, πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή, να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση και δεν αρκεί η τμηματική καταβολή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 434 ΑΚ προκύπτει ότι με τη δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής επέρχεται απόσβεση της ενοχής, σαν να είχε γίνει, κατά το χρόνο της κατάθεσης, καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που του επιτρέπουν τη δημόσια κατάθεση, δηλαδή, είτε όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επ, ΑΚ, είτε όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του, για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπό του.
Σε κάθε άλλη περίπτώση, η δημοσία κατάθεση δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα (ΑΠ 44/2004, ΑΠ 538/2002). Ο δανειστής δε γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδεχθεί την προσφερόμενη παροχή, εφόσον αυτή είναι πραγματική και προσήκουσα, δηλαδή προσφέρεται ό,τι οφείλεται στον προσήκοντα τόπο και χρόνο, οπότε υφίσταται νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί τη δημόσια κατάθεση της παροχής, με την οποία επέρχεται απόσβεση της ενοχής, εφόσον πάντοτε η κατάθεση αυτή έχει ως αντικείμενο ακριβώς την οφειλόμενη παροχή, διότι, αν αυτή έχει ως αντικείμενο άλλη παροχή ή ολιγότερο της οφειλομένης, ισοδυναμεί προς μερική καταβολή, στην οποία δεν δικαιούται κατά τα παραπάνω, ο οφειλέτης και ως εκ τούτου, δεν επιφέρει τη μερική απόσβεση της ενοχής κατά το κατατεθέν μέρος, εκτός εάν συναινεί σε αυτό ο δανειστής (ΑΠ 146/1997).
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η προηγηθείσα της ασκήσεώς του συμπεριφορά του δικαιούχου και η διαμορφωθείσα κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα πραγματική κατάσταση καθιστούν αδικαιολόγητη τη μεταγενέστερη άσκησή του σε βαθμό ώστε αυτή να υπερβαίνει προφανώς τα ως άνω τιθέμενα όρια για την άσκησή του (ΑΠ 679/2009, ΑΠ 613/2008).
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι κατόπιν αιτήσεως της καθ' ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και ήδη "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" εκδόθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" η υπ' αριθ. 12754/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για απαίτηση της εκκαλούσας κατά της εφεσίβλητης, προερχόμενη από την έκδοση εγγυητικής επιστολής.
Ειδικότερα, η εφεσίβλητη εξέδωσε την υπ' αριθμό 42/508/15-6-2004 εγγυητική επιστολή, ποσού 280.000 ευρώ, με την οποία αυτή εγγυήθηκε, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα, προς την ομόρρυθμη εταιρία " Σ, Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο. Ξ. ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΥΠΟΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΒΑΜΒΑΚΟΣ", παραιτούμενη από τις ενστάσεις της διζήσεως και της διαιρέσεως, υπέρ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΤΕΞ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΛΕΚΤΩΝ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΚΛΩΣΤΗΡΙΩΝ ΝΗΜΑΤΩΝ ΒΑΦΕΙΩΝ ΦΙΝΙΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΩΝ ΒΑΜΒΑΚΟΣ" και διακριτικό τίτλο " ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ", μέχρι του παραπάνω ποσού των 280.000 ευρώ, την καλή εκτέλεση της μεταξύ τους, από 14-6-2004 συμβάσεως πωλήσεως από την πρώτη προς την τελευταία, εκκοκισμένου βάμβακος εσοδείας 2003-2004 και συγκεκριμένα, την πληρωμή του ισόποσου τιμήματος της πωλήσεως αυτής, μέρος του οποίου, ποσού 140.000 ευρώ, συμφωνήθηκε πληρωτέο από την αγοράστρια ("ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ"), στις 15-3-2005 και το υπόλοιπο των 140.000 ευρώ, στις 31-3-2005.
Η ισχύς της εγγυητικής αυτής επιστολής ορίσθηκε μέχρι τις 5-4-2005 και με αυτήν η αιτούσα δήλωσε προς την πωλήτρια ομόρρυθμη εταιρία, επί λέξει: "όλο το παραπάνω ποσό ή μέρος του, θα το έχουμε στην διάθεσή σας και θα το καταβάλλουμε χωρίς αντίρρηση και απροφάσιστα σε τρεις (3) ημέρες αφότου μας δηλώσετε εγγράφως ότι επιθυμείτε την ολική ή μερική κατάπτωση της παρούσας, αφού βέβαία κα ι ταυτόχρονα μας την επιστρέψετε".
Την επομένη της εκδόσεως της εγγυητικής επιστολής, ήτοι, στις 16-6-2004, η λήπτρια της ένδικης εγγυητικής επιστολής και δανείστρια, κατά τα παραπάνω, της "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ", με την από 16-6-2004 έγγραφη "σύμβαση εκχωρήσεως απαιτήσεως", εκχώρησε την προαναφερόμενη απαίτησή της κατά της τελευταίας, καθώς και τις απαιτήσεις της από την εγγυητική επιστολή της εφεσίβλητης, στην εκκαλούσα "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ", η εκχώρηση δε αυτή αναγγέλθηκε στην εφεσίβλητη στις 21-6-2004, οπότε της επιδόθηκε αντίγραφο της σχετικής παραπάνω συμβάσεως (βλ.
σχετική επισημείωση επί του προσκομι ζόμενου από την εφεσίβλητη αντιγράφου της συμβάσεως αυτής). Στις 16-3-2005 η εκκαλούσα, με σχετική επιστολή της προς την εφεσίβλητη, της γνωστοποίησε ότι η πρωτοφειλέτρια "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ", δεν της κατέβαλε, όπως όφειλε, ως εκδοχέα της απαιτήσεως της "Σ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο. Ε. ", από τη μεταξύ τους σύμβαση πωλήσεως, το ποσό των 140.000 ευρώ, του μέρους δηλαδή του οφειλόμενου τιμήματος που ήταν καταβλητέο στις 15-3-2005 και ότι κατέπεσε έτσι η εγγυητική της επιστολή, κατά το ποσό αυτό, του οποίου ζήτησε την καταβολή, δηλώνοντας της, ότι μετά την είσπραξη του η εγγυητική επιστολή θα ισχύει για το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα, ποσού επίσης 140.000 ευρώ, και θα της επιστραφεί ταυτόχρονα με την είσπραξη και του ποσού αυτού, εφόσον η πρωτοφειλέτρια δεν εκπληρώσει και την υποχρέωσή της αυτή, άλλως μετά τη λήξη της.
Στην παραπάνω επιστολή της εκκαλούσας απάντησε η εφεσίβλητη με την από 29-3-2005 εξώδικη δήλωσή της, την οποία επέδωσε σ' αυτήν στις 30-3-2005, καθώς και στην εκχωρήτρια "Σ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΟΕ", στις 1-4-2005 (βλ. τις με αριθμούς 4052β'/30-3-2005 και 4084β'/1-4-2005 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Α.
Κ.), δηλώνοντας ότι κατά της εκχωρήτριας έχει η ίδια ληξιπρόθεσμη απαίτηση συνολικού ποσού 150.000 ευρώ, από τρεις επιταγές εκδόσεώς της, ποσού 55.000 ευρώ, 35.000 και 60,000 ευρώ αντίστοιχα και ότι μέρος της ανταπαίτησής της αυτής, ποσού 140.000 ευρώ, συμψηφίζει προς την παραπάνω ισόποση απαίτηση της εκκαλούσας, προς απόσβεση της.
Ειδικότερα, δήλωσε ότι συμψηφίζει τις μερικότερες παραπάνω ανταπαιτήσεις της, που αντιστοιχούν στα ποσά των δύο πρώτων επιταγών, ύψους 55.000 και 35.000 ευρώ και μέρος του ποσού της τρίτης (συνολικού ύψους 60.000 ευρώ), ύψους 50.000 ευρώ. Όπως πράγματι αποδείχθηκε, γεγονός που εξάλλου δεν αμφισβητείται, η εφεσίβλητη είχε κατά της εκχωρήτριας και λήπτριας της εγγυητικής επιστολής "Σ.
Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΟΕ" απαίτηση συνολικού ποσού 150.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων, από τις με αριθμούς 606097755-4, ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές, που εξέδωσε αυτή (εκχωρήτρια) , πληρωτέες σε διαταγή της "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ" από τη "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε", ποσού 55.000, 35.000 και 60.000 ευρώ αντίστοιχα, με αναγραφόμενες ημερομηνίες εκδόσεως 30-11-2004, 30-11-2004 και 31-12-2004 αντίστοιχα, τις οποίες μεταβίβασε στην εφεσίβλητη με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου η λήπτρια τους ("ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ"), την μεν με αριθμό ...
επιταγή στις 26-4-2004, την δε με αριθμό ..., στις 7-5-2004 και την με αριθμό ..., στις 4-6-2004. Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν προς πληρωμή από την εφεσίβλητη νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 30-11-2004, 30-11-2004 και 31-12-2004, αντίστοιχα, στην άνω πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν όμως και σφραγίσθηκαν λόγω ελλείψεως υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας-εκχωρήτριας.
Κατόπιν τούτου, μετά από αιτήσεις της εφεσίβλητης κατά της τελευταίας και κατά της "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ", εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, βάσει των δύο πρώτων από τις άνω επιταγές και η υπ' αριθ. 9673/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του ιδίου Δικαστηρίου, βάσει της τρίτης επιταγής.
Τις ανωτέρω διαταγές πληρωμής η εφεσίβλητη επέδωσε στην εκχωρήτρια, στις 5-1-2005 και 1-4-2005, αντιστοίχως, με τις από 28-12-2004 και 11-4-2005, αντιστοίχως, επιταγές προς πληρωμή επιτάσσοντας αυτήν να της καταβάλει, με βάση την πρώτη, το συνολικό ποσό των 92.116,65 ευρώ και με την δεύτερη το συνολικό ποσό των 62.706,60 ευρώ, για το κεφάλαιο της επιδικασθείσας, αντιστοίχως, απαιτήσεώς της (ποσού 90.000 και 60.000 ευρώ, αντιστοίχως) και τους επιδικασθέντες τόκους, καθώς και για τα έξοδα, νομιμοτόκως, πλην των κονδυλίων των τόκων, από την επίδοση της κάθε επιταγής αντιστοίχως (βλ.
και τις υπ' αριθ. 3408β'/5-1-2005 και 4159β'/11-4-2005 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Α. Κ.). Στις 4-4-2005 η εκκαλούσα επέδωσε στην εφεσίβλητη την από 1-4-2005 επιστολή της, με την οποία της γνωστοποίησε ότι κατέπεσε η εγγυητική της επιστολή για το συνολικό ποσό της, δηλαδή για το ποσό των 280.000 ευρώ, του οποίου ζήτησε την καταβολή εντός τριών (3) ημερών, δηλώνοντάς της ότι κατά την είσπραξή του, θα της επιστραφεί και το σώμα της εγγυητικής επιστολής.
Με την ίδια δε επιστολή, απαντώντας στην προαναφερόμενη, από 29-3-2005 εξώδικη δήλωση της εφεσίβλητης δήλωσε στην τελευταία ότι ο προβαλλόμενος εκ μέρους της συμψηφισμός της ανταπαίτησής της, κατά την εκτίμηση της (εκκαλούσας) ήταν νομικά αστήρικτος και απαραδέκτως προτάθηκε εναντίον της, καθόσον με την εγγυητική της επιστολή η εφεσίβλητη εγγυήθηκε ανέκκλητα, χωρίς αντίρρηση και απροφάσιστα σε πρώτη ζήτηση, με απλή έγγραφη δήλωση, οποιοδήποτε ποσό της ζητηθεί μέχρι του ποσού των 280.000 ευρώ.
Στην επιστολή αυτή απάντησε η εφεσίβλητη με την από 7-4-2005 εξώδικη δήλωσή της, την οποία επέδωσε στην καθ' ης στις 8-4-2005, καθώς και στην εκχωρήτρια "Σ. Κ. και Υιός Ο.Ε." στις 11-4-2005 (βλ, υπ' αριθ. 4138β'/8-4-2005 και 4160β'/11-4-2005 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Α. Κ.), επικαλούμενη την προεκτεθείσα δήλωσή της περί συμψηφισμού της ανταπαιτήσεως της ποσού 140.000 ευρώ και δηλώνοντας ότι προτείνει επιπλέον προς συμψηφισμό και τις μερικότερες απαιτήσεις της και ειδικότερα:
για το υπόλοιπο ποσό της υπ' αριθ. ... επιταγής, ύψους 10.000 ευρώ (60.000-50.000), για τόκους υπερημερίας επί του ποσού της υπ' αριθμ. ... επιταγής για το χρονικό διάστημα από 1-12-2004 μέχρι 31-3-2005, ύψους 1.822,01 ευρώ επί του ποσού της υπ' αριθμ. ... επιταγής, για το ίδιο χρονικό διάστημα, ύψους 1.159,46 ευρώ κα ι επί του ποσού της υπ' αριθ. ...
επιταγής, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 31-3-2005, ύψους 1.479,45 ευρώ, καθώς και για το ποσό των 1.376,65 ευρώ, συνολικά, για τα λοιπά κονδύλια της άνω από 28-12-2004 επιταγής προς πληρωμή της υπ' αριθ. ... διαταγής πληρωμής που επέδωσε στην εκχωρήτρια και για ποσό 32,06 ευρώ, για τόκους υπερημερίας επ' αυτών, για το χρονικό διάστημα από 6-1-2005 μέχρι 31-3-2-005.
Συνολικά, δηλαδή, η εφεσίβλητη δήλωσε στην εκκαλούσα ότι η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της ανέρχεται στο ποσό των 155.869,63 ευρώ και ότι, συνεπώς, το μη αποσβεσθέν και οφειλόμενο από αυτή μέρος της απαίτησης της εκκαλούσας σε βάρος της, από την εγγυητική επιστολή, ανέρχεται στο ποσό των 124.130,37 ευρώ (280.000-155.869,63).
Ακολούθως, στις 12-4-2005, η εφεσίβλητη επέδωσε στην εκκαλούσα την από 12-4-2005 κλήση της, την οποία επέδωσε και στην εκχωρήτρια, στις 18-4-2005 (βλ. υπ' αριθμ. 4161β'/12-4-2005 και 4248β'/18-4-2005 εκθέσεις επιδόσεως της άνω δικαστικής επιμελήτριας Α. Κ.), καλώντας την αντίδικό της -εκκαλούσα να προσέλθει εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τη λήψη της στο κατάστημά της στη Θεσσαλονίκη, για να εισπράξει το παραπάνω ποσό των 124.130,37 ευρώ, παραδίδοντάς της ταυτοχρόνως το σώμα της ένδικης εγγυητικής επιστολής και δηλώνοντας ότι στην αντίθετη περίπτώση, θα προβεί στη δημόσια κατάθεσή του στο κατάστημα Θεσσαλονίκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
Η εκκαλούσα, απαντώντας την ίδια ημέρα, με την από 12-4-2005 επιστολή της στην παραπάνω κλήση της εφεσίβλητης επανέλαβε την εκ μέρους της αμφισβήτηση του δικαιώματος της αντιδίκου της να αντιτάξει σε συμψηφισμό την άνω ανταπαίτησή της για το λόγο ότι, όπως ισχυρίσθηκε, η άνω ανταπαίτηση κατέστη απαιτητή στις 30-11-2004, μετά την αναγγελία της εκχώρησης σε αυτήν (εφεσίβλητη) της απαίτησης της εκχωρήτριας από την εγγυητική επιστολή.
Πρότεινε δε, ως λύση της διαφοράς τους, "μερική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής με εμφάνιση του σώματός της, είσπραξη εκ μέρους της του (μη αμφισβητουμένου από την εφεσίβλητη) ποσού των 124.130,37 ευρώ και επισημείωση στο σώμα της εγγυητικής επιστολής ή σε πρόθεμά της ή σε άλλο έγγραφο, ότι αυτή (εφεσίβλητη) θεωρεί ότι είναι απαλλαγμένη για το σύνολο του ποσού της επιστολής λόγω συμψηφισμού", καθώς και να κρατήσει η ίδια (εκκαλούσα) το σώμα της εγγυητικής επιστολής, επιφυλασσόμενη να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή της για το υπόλοιπο ποσό της, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης, αποσβέσθηκε με τον παραπάνω συμψηφισμό.
Η εφεσίβλητη δεν αποδέχθηκε την παραπάνω πρόταση, στη συνέχεια δε, με την από 15-4-2005 "εξώδικο κλήση και δήλωση", την οποία επέδωσε την ίδια ημέρα στην εκκαλούσα (στο κατάστημά της στη Θεσσαλονίκη) και στις 18-4-2005 στην εκχωρήτρια (βλ. υπ'αριθμ. 5077β'/15-4-2005 και 4849β'/18-4-2005 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Θ.
Π. και Α. Κ., αντιστοίχως), κάλεσε την εκκαλούσα να παραλάβει από το δικαστικό επιμελητή Θ. Π. την υπ' αριθμό ... δίγραμμη τραπεζική επιταγή ποσού 124.130,37 ευρώ, την οποία εξέδωσε η ίδια σε διαταγή της τελευταίας, με ταυτόχρονη παράδοση του σώματος της εγγυητικής επιστολής, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση αρνήσεώς της θα προέβαινε στην παρακατάθεση του άνω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Η εκκαλούσα, όμως, αρνήθηκε να παραλάβει την παραπάνω επιταγή, γι' αυτό και η εφεσίβλητη, στις 18-4-2005 κατέθεσε υπέρ αυτής το προεκτεθέν ποσό των 124.130,37 ευρώ στο κατάστημα Θεσσαλονίκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Για την ως άνω παρακατάθεση εκδόθηκε το υπ' αριθ. ... γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, το οποίο η εφεσίβλητη κατέθεσε στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ιωάννα Μπιλίση-Χρουσαλά, συντάχθηκε δε σχετικά η υπ' αριθμ. ...
πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, την οποία η εφεσίβλητη επέδωσε την ίδια μέρα στην εκκαλούσα και την εκχωρήτρια (βλ. υπ' αριθμ. 5095/18-4-2005 και 4251/18-4-2005 εκθέσεις επιδόσεως •των άνω δικαστικών επιμελητών Θ. Π. και Α. Κ., αντιστοίχως). Με τον ανωτέρω τρόπο (συμψηφισμό και δημόσια κατάθεση) αποσβέσθηκε η οφειλή της εφεσίβλητης προς την εκκαλούσα, στο σύνολό της.
Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η απαίτηση της εκκαλούσας, ως εκδοχέως της απαιτήσεως της αρχικής δανείστριας και λήπτριας της επιστολής κατά της εφεσίβλητης, από την ένδικη εγγυητική της επιστολή, κατά τους όρους αυτής, κατέστη ληξιπρόθεσμη, κατά μεν το ποσό των 140.000 ευρώ, μετά τις 21-3-2005, καθόσον η εκκαλούσα γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη την κατά το μέρος αυτό κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής στις 16-3-2005, ημέρα Τετάρτη, και δεδομένου ότι η καταβολή του ποσού αυτού έπρεπε να γίνει εντός τριών ημερών από τη σχετική έγγραφη δήλωσή της, η προθεσμία αυτή έληξε στις 21-3-2005, ημέρα Δευτέρα, κατά δε το υπόλοιπο μέρος αυτής, ποσού, επίσης, 140.000 ευρώ, η απαίτηση της έγινε ληξιπρόθεσμη μετά τις 7-4-2005, καθόσον γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη την κατά το μέρος αυτό κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, στις 4-4-2005.
Όπως δε προεκτέθηκε, η ανταπαίτηση της εφεσίβλητης κατά της αρχικής δανείστριας ("Σ Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΟΕ") προέρχεται από τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... επιταγές, ποσού 55.000, 35.000 και 60.000 ευρώ, αντιστοίχως, των οποίων έγινε νόμιμη κομίστρια στις 26-4-2004, 7-5-2004 και 4-6-2004 αντιστοίχως και οι οποίες εμφανίσθηκαν από αυτήν (εφεσίβλητη) νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκαν, στις 30-11-2004 και στις 31-12-2004 αντιστοίχως.
Συνεπώς, η ανταπαίτησή της από τις δύο πρώτες επιταγές έγινε ληξιπρόθεσμη από την 1-12-2004, ενώ από την τρίτη επιταγή από την 1-1-2005. Εξάλλου, η εκχώρηση της απαίτησης της αρχικής δανείστριας προς την εκκαλούσα αναγγέλθηκε στην εφεσίβλητη στις 21-6-2004, δηλαδή, όταν η τελευταία ήταν ήδη νόμιμη κομίστρια των παραπάνω επιταγών (από τις 26-4-2004, 7-5-2004 και 4-5-2004 αντιστοίχως), γεγονός που δεν αμφισβητεί η εκκαλούσα. Εφόσον δε οι απαιτήσεις της εφεσίβλητης προς καταβολή των ποσών των παραπάνω επιταγών, συνολικού ύψους 150.000 ευρώ, κατέστησαν, κατά τα παραπάνω, ληξιπρόθεσμες, κατά μεν το ποσό των 90.000 ευρώ, από την 1-12-2004 κατά δε το υπόλοιπο των 60.000 από την 1-1-2005, η συνολική απαίτησή της από αυτές έγινε ληξιπρόθεσμη πριν καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση της εκκαλούσας - εκδοχέως κατ' αυτής, ύψους 140.000 ευρώ, λόγω μερικής κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, δηλαδή πριν τις 21-3-2005.
Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη σχετική παραπάνω μείζονα σκέψη, η εφεσίβλητη, ως οφειλέτρια από την ένδικη εγγυητική επιστολή έναντι της εκκαλούσας, ως εκδοχέως της απαιτήσεως της αρχικής δανείστριας "Σ Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΟΕ", νομίμως δήλωσε προς αυτήν, με την από 29-3-2005 εξώδικη δήλωσή της, την οποία της επέδωσε στις 30-3-2005, ότι συμψηφίζει προς την απαίτησή της ποσού 140.000 ευρώ ισόποση ληξιπρόθεσμη ανταπαίτησή της κατά της εκχωρήτριας, που αντιστοιχεί στο άθροισμα των ποσών των δύο πρώτων άνω επιταγών και μέρους της τρίτης επιταγής.
Επίσης, μετά την κατάπτωση της επίδικης εγγυητικής επιστολής και κατά το υπόλοιπο ποσό της, των 140.000 ευρώ, νομίμως η εφεσίβλητη δήλωσε στην εκκαλούσα, με την από 7-4-2005 εξώδικη δήλωσή της, που επέδωσε σ' αυτήν στις 8-4-2005, ότι συμψηφίζει προς την απαίτησή της αυτή τις μερικότερες απαιτήσεις της για το υπόλοιπο ποσό της υπ' αριθμ. ...
επιταγής, ύψους 10.000 ευρώ, καθώς και για τόκους υπερημερίας και έξοδα, συνολικού ποσού 5869,63 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύονται παραπάνω, αφού και οι τελευταίες αυτές απαιτήσεις της ήταν ήδη ληξιπρόθεσμες πριν από την 7-4-2005, οπότε, όπως ήδη έχει εκτεθεί, έγινε ληξιπρόθεσμη η απαίτηση της εκκαλούσας για την καταβολή του υπολοίπου ποσού της εγγυητικής επιστολής.
Με τις παραπάνω δηλώσεις συμψηφισμού της εφεσίβλητης των προεκτεθεισών μερικότερων ανταπαιτήσεών της, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από την εκκαλούσα και το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 155.869,63 ευρώ, επήλθε απόσβεση κατ' ίσο μέρος, της απαίτησης της εκκαλούσας, από την ένδικη εγγυητική επιστολή, πριν από την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και έτσι, απέμεινε οφειλόμενο το υπόλοιπο ποσό της απαιτήσεώς της, ύψους 124.130,37 ευρώ (280. 000-155. 869, 63).
Περαιτέρω, εφόσον, όπως αποδείχθηκε, η εφεσίβλητη προσέφερε νομίμως το παραπάνω ποσό στην εκκαλούσα στις 15-4-2005, η οποία αρνήθηκε να το παραλάβει, η τελευταία κατέστη υπερήμερη ως δανείστρια.
Συνεπώς, η εφεσίβλητη είχε δικαίωμα, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην σχετική ανωτέρω μείζονα σκέψη, να προβεί στη δημόσια κατάθεση του εν λόγω ποσού, στην οποία και προέβη νομοτύπως, όπως έχει εκτεθεί. Με τη δημόσια δε αυτή κατάθεση επήλθε απόσβεση της απαιτήσεως της εκκαλούσας και κατά το υπόλοιπο, αντίστοιχο μέρος της εγγυητικής επιστολής (των 124.130,37 ευρώ), πριν από την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής.
Εφόσον δε, με τη δημόσια κατάθεση του παραπάνω ποσού αποσβέσθηκε πλήρως η απαίτηση της εκκαλούσας από την επίδικη εγγυητική επιστολή κατά της εφεσίβλητης, η τελευταία νομίμως έθεσε ως όρο που περιελήφθη στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη, ότι η ανάληψή του γραμματίου από την προαναφερόμενη συμβολαιογράφο θα γίνει με ταυτόχρονη παράδοση του σώματος της εγγυητικής επιστολής.
Ότι με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης και το συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δεν ήταν νόμιμη η ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε η εφεσίβλητη, κατά τα ανωτέρω, για την ανταπαίτησή της από την οπισθογράφηση των επιταγών ποσού 155.869,63 ευρώ, που είχε κατά της λήπτριας της εγγυητικής επιστολής και εκχωρήτριας εταιρίας, "Σ.
Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο.Ε.", διότι, όπως επικαλείται, με την προβολή της εν λόγω ενστάσεως αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της εγγυητικής επιστολής ως εξασφαλιστικού μέσου, που οδηγεί σε άμεση ικανοποίηση του δανειστή και ματαιώνεται ο σκοπός της, που συνίσταται στο να περιέλθει ο δανειστής-λήπτης αυτής άμεσα, στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν είχε επέλθει ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος, καθώς επίσης, όπως επικαλείται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, (δεν ήταν νόμιμη η άνω ένσταση) διότι η εγγυητική επιστολή δόθηκε για να εξασφαλίσει τη λήπτρία από την ανεμπόδιστη και χωρίς δικαστικές προστριβές είσπραξη του τιμήματος της πωλήσεως.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η εφεσίβλητη, ως οφειλέτρια από την ένδικη εγγυητική επιστολή, νομίμως προέβαλε σε συμψηφισμό έναντι της εκκαλούσας, ως εκδοχέως της απαιτήσεως της αρχικής δανείστριας "Σ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο. Ε. ", την άνω ανταπαίτησή της, αφού η ένσταση αυτή αφορά τις προσωπικές σχέσεις της με τη λήπτρια της εγγυητικής επιστολής, η οποία (λήπτρια) είχε προς αυτήν υποχρέωση ληξιπρόθεσμη, μη αμφισβητούμενη και περαιτέρω, δεν πρόκειται για ένσταση από τη βασική σχέση ή από τη σχέση καλύψεως, οι οποίες δεν μπορούν να προταθούν κατά του λήπτη της εγγυητικής επιστολής, κατά τα προεκτεθέντα, είχε δε αυτή (εφεσίβλητη) το προς τούτο δικαίωμα, δεδομένου ότι η ανταπαίτησή της προϋπήρχε της αναγγελίας της εκχωρήσεως και κατέστη ληξιπρόθεσμη, πριν καταστεί απαιτητή η αντίστοιχη εκχωρηθείσα απαίτηση της εκκαλούσας, όπως έχει εκτεθεί.
Ακόμη, η ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε η εφεσίβλητη, δεν πηγάζει από τη βασική σχέση μεταξύ του λήπτη της επιστολής και του εντολέα-υπέρ ου αυτή, δηλαδή από τη σχέση μεταξύ των εταιριών "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ" και "Σ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΟΕ", όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η εκκαλούσα, αιτιώμενη με τον τρίτο πρόσθετο λόγο την εκκαλουμένη απόφαση για την παραδοχή της ενστάσεως αυτής, παραβλέποντας την άνω διατυπωθείσα αρχή της απαγορεύσεως ενστάσεων από τη βασική σχέση.
Διότι, αποτελεί, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, ένσταση από τις προσωπικές σχέσεις μεταξύ της εκδότριας της επιστολής-εφεσίβλητης τράπεζας και της λήπτριας αυτής εταιρίας "Σ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο.Ε.".
Συνεπώς, και ο τρίτος πρόσθετος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Ότι με τον δεύτερο λόγο της έφεσης και το συναφή δεύτερο πρόσθετο λόγο, η εκκαλούσα διατείνεται ότι η εφεσίβλητη, κατά την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, με την οποία είχε εγγυηθεί "ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα" υπέρ της "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ"για το ποσό των 280.000 ευρώ, παραιτήθηκε σιωπηρά του δικαιώματος προβολής της ενστάσεως συμψηφισμού, ενόψει του ότι, κατά την 15-6-2004 (ημερομηνία έκδοσης της εγγυητικής επιστολής) γνώριζε τη μέλλουσα απαίτηση της κατά της εκχωρήτριας εταιρίας από τις επιταγές και παρά ταύτα ανέλαβε την υποχρέωση έναντι αυτής ότι "θα έχει στη διάθεση της και θα καταβάλει χωρίς αντίρρηση και απροφάσιστα σε 3 ημέρες αφότου δηλώσει εγγράφως ότι επιθυμεί την ολική ή μερική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής" και ότι κατόπιν των άνω δηλώσεων της εφεσίβλητης, η τελευταία δεσμεύθηκε για την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, παραιτούμενη από την προβολή κάθε ενστάσεως, κατά συνέπεια και αυτής του συμψηφισμού.
Όμως, από το ανωτέρω περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής, ερμηνευόμενο σύμφωνα με τις αρχές των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, (ΑΠ 329/2006, ΑΠ 337/2006 ),δεν προκύπτει ούτε συνάγεται ότι η εφεσίβλητη, αναλαμβάνοντας την εξασφάλίση της πληρωμής του τιμήματος της πωλήσεως, παραιτήθηκε του δικαιώματός της να προβάλει.
σε συμψηφισμό στο μέλλον, και στην περίπτωση που οι επιταγές δεν πληρώνονταν από την εκχωρήτρία, την απαίτηση •που τυχόν θα είχε κατ' αυτής. Διότι, ο "ανεπιφύλακτος και ανέκκλητος" χαρακτήρας της παρασχεθείσας εγγυήσεως υπέρ της λήπτριας της εγγυητικής επιστολής εταιρίας, σαφώς υποδήλωνε την αδυναμία ελέγχου του υπαρκτού ή εγκύρου της οφειλής για την οποία εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή, και συγκεκριμένα, την αδυναμία αρνήσεως της ευθύνης της εφεσίβλητης, ως εκδότριας της επιστολής και την αδυναμία της να προβάλει ενστάσεις από τη βασική σχέση ή τη σχέση καλύψεως.
Επίσης, υποδήλωνε τη μη δυνατότητα ανακλήσεως της εγγυήσεώς της. Περαιτέρω, η έκφραση ότι θα πληρώσει η εφεσίβλητη όλο το ποσό της εγγυητικής επιστολής ή μέρος του, σε 3 ημέρες από την ειδοποίηση της εκκαλούσας, "αναντίρρητα. και απροφάσιστα", ερμηνευόμενη επίσης, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είχε την έννοια της πληρωμής του ποσού χωρίς αντιρρήσεις, προφάσεις και ψευδείς αιτιολογίες.
Οι φράσεις αυτές δεν επιδέχονται άλλη ερμηνεία, κατά τους άνω γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες και συγκεκριμένα, δεν μπορούν να ερμηνευθούν με την ως άνω εκδοχή που επικαλείται η εκκαλούσα, ήτοι της σιωπηρής παραιτήσεως της εφεσίβλητης της προβολής της ενστάσεως συμψηφισμού. Αντιθέτως, παραίτηση της εφεσίβλητης και μάλιστα ρητή, υπήρξε μόνον ως προς τις ενστάσεις ("ευεργετήματα", κατά το κείμενο της εγγυητικής επιστολής") της διζήσεως και της διαιρέσεως.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η άσκηση του δικαιώματός του συμψηφισμού από την εφεσίβλητη δεν ήταν αντίθετη προς τον ανεπιφύλακτο και ανέκκλητο χαρακτήρα της εγγυήσεως, ούτε αποτελούσε άρνηση της εγγυήσεως ή της απαιτήσεως της λήπτριας της επιστολής εταιρίας, αλλά αντιθέτως, αποτελούσε αποδοχή της απαιτήσεως αυτής (λήπτριας) και της αντίστοιχης υποχρεώσεως της εφεσίβλητης προς την άνω λήπτρια εταιρία, της οποίας (υποχρεώσεως) η προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού αποτελούσε νόμιμη εκπλήρωση.
Επομένως, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, δεν υπήρξε και δεν δηλώθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο βούληση παραιτήσεως της εφεσίβλητης από οποιοδήποτε δικαίωμά της και ιδίως από το δικαίωμα του συμψηφισμού, πρέπει οι άνω λόγοι να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Ότι, με τον τρίτο λόγο της έφεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ο προταθείς από την ίδια ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εφεσίβλητης, διότι και αν ακόμη υποτεθεί ότι δεν παραιτήθηκε η τελευταία της προβολής της ενστάσεως συμψηφισμού, η άσκηση του δικαιώματος της αυτού υπερέβαινε προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αφού, ενώ γνώριζε τις μελλοντικές απαιτήσεις της κατά της εκχωρήτριας εταιρίας, δέχθηκε να εκδώσει την επίδικη εγγυητική επιστολή με το απολύτως δεσμευτικό γι' αυτήν (εφεσίβλητη) περιεχόμενο και στη συνέχεια αρνήθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από αυτήν, προβάλλοντας την ένσταση συμψηφισμού.
Με τον πρόσθετο δε λόγο η εκκαλούσα επικαλούμενη τα αυτά περιστατικά που προεκτέθηκαν, προβάλλει τον ισχυρισμό περί απαγορεύσεως της αντιφατικής συμπεριφοράς, την οποία επέδειξε, στην ένδικη περίπτωση, η εφεσίβλητη. Και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι τα άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για τη θεμελίωση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Όπως δε ήδη σημειώθηκε, εν προκειμένω η εφεσίβλητη, ως εκδότρία της εγγυητικής επιστολής, είχε το δικαίωμα να αντιτάξει σε συμψηφισμό κατά της αντιδίκου της, εκδοχέως της εκχωρηθείσας απαιτήσεως, την εκχωρηθείσα ανταπαίτησή της κατά της λήπτριας της εγγυητικής επιστολής, εφόσον η ανταπαίτησή της γεννήθηκε πριν από την αναγγελία της εκχωρήσεως, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμη μεταγενέστερα, αλλά, πάντως, πριν από τη λήξη της εκχωρηθείσας απαιτήσεως (άρθρα 448 και 463 παρ. 2 ΑΚ), Επίσης, αβασίμως η εκκαλούσα με τον πρόσθετο λόγο επιχειρεί να θεμελιώσει τον ισχυρισμό περί αντιφατικότητας, στην παραίτηση της εφεσίβλητης από τις ενστάσεις της διαιρέσεως και διζήσεως, η οποία, σύμφωνα με την εκκαλούσα, προκάλεσε σε αυτήν την εύλογη εμπιστοσύνη ότι η εφεσίβλητη δεν θα προβάλει ενστάσεις από τη βασική σχέση.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι, αφενός η ένσταση συμψηφισμού κατά της λήπτριας της εγγυητικής επιστολής δεν συνιστά ένσταση από τη βασική σχέση, όπως προεκτέθηκε και αφετέρου, διότι η παραίτηση από τις ενστάσεις διαιρέσεως και διζήσεως δεν μπορούσε να δημιουργήσει στην εκκαλούσα την εύλογη εμπιστοσύνη ότι η αντίδικός της δεν θα προέβαλε, όπως επικαλείται, την ένσταση συμψηφισμού την οποία τελικά προέβαλε και η οποία, πάντως, δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, ούτε αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.
Ακολούθως δέχθηκε ότι η ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν έσφαλε και γι' αυτό απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Με τις προπαρατεθείσες δε παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό της, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-4-2010 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρία ΛΙΜΙΤΕΔ" περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 175/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2011.-
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011.-
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ