Legislator Case Law & Legislation
1523/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance court's rejection of donor's claim to recall a gift due to ingratitude.

Case Number 1523/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting their claim to recall a gift. The appellants argued the gift was made out of moral duty and should not be revoked, but the lower court found no evidence of ingratitude. The court ruled that since the second instance judge properly evaluated witness testimonies and documents to reject the ingratitude claim, the appeal lacked legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 505 of the Civil Code and 559(10) of the Code of Civil Procedure: A donor may recall a gift if the donee is grossly ungrateful, and an appeal based on the failure to consider such a claim is inadmissible if the lower court has already evaluated evidence and rejected it substantively.

Keywords

AI generated
recall of gift gross ingratitude appeal admissibility evaluation of evidence moral duty Civil Code Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 505 of the Civil Code
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 512 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 12/1991
Supreme Court 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1523 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1523/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Κιλιακώβου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2002 αγωγή της αρχικής διαδίκου και ήδη αποβιώσασας ... χας Κ, το γένος ..., κατοίκου ..., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2605/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2345/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1982/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1739/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 22-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς, νοείται η έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης του δωρεοδόχου προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς το δωρητή ή το σύζυγο ή στενό συγγενή του και αντιβαίνει σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.

Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσεώς του, εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς την εκτίμηση του αν τα περιστατικά αυτά, ενόψει του χαρακτήρα των συγκεκριμένων διαδίκων, του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν, συνιστούν ή όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, αλλ' ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπειαν δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ, περαιτέρω δε και για έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμφιλοχωρούν ασάφειες ή αντιφάσεις ή ανεπάρκειες.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα παρακάτω: "Η ... χήρα Κ, το γένος ..., είχε γεννηθεί στην ... κατά το έτος 1914 και ήταν αδελφή της μάμμης των εναγομένων. Αυτή δεν είχε αποκτήσει τέκνα και ζούσε μόνη στην περιοχή της .... Ήταν, όμως, σχετικώς ευκατάστατη, έχοντας αποκτήσει την κυριότητα ενός διαμερίσματος εμβαδού 55 μ2, που βρίσκεται σε πολυώροφη οικοδομή επί της λεωφόρου ...., στο οποίο κατοικούσε μέχρι το θάνατο της και το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αντιδικίας, καθώς και ενός ετέρου διαμερίσματος, το οποίο πούλησε εν ζωή.

Είχε, επίσης, κάποιες οικονομίες σε τραπεζικές καταθέσεις και αμοιβαία κεφάλαια. Από την εν λόγω αδελφή της είχε κάποιους συγγενείς στη ..., όπως τον Δ, υιό της αδελφής της και πατέρα των εναγομένων και τον Χ1, έτερο υιό της αδελφής της και πατέρα της Ψ, που είναι ήδη η εκκαλούσα (όλα αυτά συνομολογούνται).

Λόγω αποστάσεως, όμως, η Κ δεν είχε ιδιαίτερα συχνή επικοινωνία με τους συγγενείς αυτούς. Με τον Δ, μάλιστα, βρισκόταν σε κατάσταση ψυχρότητας για πολλά χρόνια, λόγω του ότι είχε ταυτισθεί με τις απόψεις της αδελφής της και μητέρας του, όταν η τελευταία είχε διαφωνήσει μαζί του ως προς την επιλογή της συζύγου του.

Η έλλειψη συχνής επικοινωνίας υφίστατο και προς την πλευρά του Χ1, παρά το γεγονός ότι η Κ είχε βαπτίσει την κόρη του, πράγμα που φάνηκε κατά το έτος 2000 όταν η Κ άρχισε να έχει σοβαρά προβλήματα υγείας, αντιμετώπισε με αμεσότερο τρόπο το ενδεχόμενο του θανάτου και αισθάνθηκε μεγάλη μοναξιά, χωρίς να μπορέσει να βρει ανθρώπινη παρηγοριά ακόμη και από την οικογένεια του εν λόγω ανεψιού της.

Τότε, συνέβη να την επισκεφθεί μερικές φορές ο Δ και να τη βοηθήσει στη διαδικασία πώλησης του ενός από τα δύο διαμερίσματα που είχε. Κατά τις επισκέψεις αυτές, ο Δ μίλησε στη γηραιά θεία του για τα παιδιά του, τα οποία αυτή ουδέποτε είχε συναντήσει και την έπεισε "να γράψει" σ' αυτά το μικρό διαμέρισμα στο οποίο κατοικούσε, για να τα βοηθήσει στο ξεκίνημα της ζωής τους και να εξασφαλίσει στον εαυτό της, όσο θα ζούσε, την ευγνωμοσύνη και τη συμπαράσταση τους.

Τότε, η Κ, που είχε αισθανθεί κάποια ανακούφιση από τις επισκέψεις του ανεψιού της, δέχθηκε να μεταβιβάσει νομίμως, λόγω δωρεάς, την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος στους εναγομένους, κρατώντας την επικαρπία για τον εαυτό της (η πράξη αυτή συνομολογείται). Έτσι την ίδια ημέρα που καταρτίστηκε το πωλητήριο συμβόλαιο του έτερου ακινήτου της και ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου καταρτίστηκε και το με αριθμό ...

δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Μπόροβα, με το οποίο μεταβίβασε η παραπάνω τη ψιλή κυριότητα του ως άνω διαμερίσματος στους εναγόμενους κατ' ισομοιρία, παρακρατώντας την επικαρπία, οι τελευταίοι δε αντιπροσωπεύθηκαν από τον πατέρα τους δυνάμει του αναφερόμενου στο εν λόγω συμβόλαιο συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου.

Από το γεγονός αυτό προκύπτει ότι η όλη διαδικασία της δωρεάς υπήρξε μια πρωτοβουλία του πατέρα των εναγομένων και ότι οι δωρεοδόχοι δεν έδειχναν να συγκινούνται ιδιαίτερα, αφού ούτε και για το συμβόλαιο μπήκαν στον κόπο να ταξιδέψουν στην Αθήνα. Στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε η Κ δεν είδε κάποια μεταβολή στη συμπεριφορά των ευεργετημένων ανεψιών της.

Οι εναγόμενοι, που δεν την είχαν συναντήσει ποτέ, ούτε μετά τη δωρεά ενδιαφέρθηκαν να την επισκεφθούν. Ο πρώτος από αυτούς ήταν φοιτητής στη ..., ενώ η δεύτερη ήταν μαθήτρια Λυκείου και προετοιμαζόταν για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Και οι δύο προτίμησαν να ασχολούνται με τις υποχρεώσεις τους, παρά να ασχοληθούν με μια ηλικιωμένη και άρρωστη θεία.

Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι ούτε τηλεφωνικά επικοινωνούσαν με την δωρήτρια και μάλιστα ούτε επ' ευκαιρία της ονομαστικής της εορτής ή των θρησκευτικών εορτών και δεν επέδειξαν στοιχειώδες ενδιαφέρον για το πρόσωπό της. Έτσι η δωρήτρια, που μάταια περίμενε όλο αυτό το χρονικό διάστημα την εκδήλωση ενδιαφέροντος των εναγομένων, κοινοποίησε προς τους εναγομένους την από 14-6-2001 δήλωση ανακλήσεως της δωρεάς με την επίκληση αχαριστίας με αναφορά στην προαναφερθείσα συμπεριφορά των δωρεοδόχων και την παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος προς το πρόσωπό της (βλ.

τις 1... εκθέσεις επιδόσεως της ..., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης). Στη συνέχεια άσκησε την υπό κρίση αγωγή, με αντικείμενο την αναγνώριση του κύρους της εκ μέρους αυτής γενομένης ανακλήσεως της δωρεάς προς τους εναγομένους και την επιβολή σ' αυτούς της υποχρέωσης να αναμεταβιβάσουν το δωρηθέν διαμέρισμα προς την ίδια.

Ακολούθως η Κ αποβίωσε την 21-1-2004, μετά τη συζήτηση της αγωγής της και λίγες ημέρες πριν από τη δημοσίευση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί της αγωγής της. Προηγουμένως, είχε συντάξει την ... δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Στρατηγούλας Κασκαβέλη-Πεχλιβανίδου, με την οποία εγκατέστησε ως μόνη κληρονόμο την αναδεκτή της και κόρη του έτερου ανιψιού της Χ1, που όπως προαναφέρθηκε είναι ήδη η εκκαλούσα.

Με τη διαθήκη αυτή, που δημοσιεύθηκε νομίμως (βλ. το 2433/7-5-2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η εκκαλούσα εγκαθίσταται ρητώς στο δικαίωμα αναζήτησης του δωρηθέντος διαμερίσματος. Στην εν λόγω διαθήκη αποτυπώνεται ξεκάθαρα η τοποθέτηση της δωρήτριας για όλη την προηγηθείσα διαγωγή των δωρεοδόχων.

Γράφει χαρακτηριστικά στην εν λόγω διαθήκη η δωρήτρια τα εξής: " ....Τη δωρεά αυτή την έκανα ύστερα από επίμονες προτροπές και φορτικές πιέσεις του ανιψιού μου ...ενώ βρισκόμουν σε μια κατάσταση ψυχικής εξουθένωσης ύστερα από σοβαρό κλονισμό της υγείας μου που είχα υποστεί, καθώς και ύστερα από πολλές υποσχέσεις από τα μικρανήψια μου ότι αυτά θα επεδείκνυαν το ανάλογο ενδιαφέρον για μένα, πλην όμως τα παιδιά αυτά, τα οποία ποτέ δεν είχα γνωρίσει, ούτε και αυτά με εγνώρισαν ποτέ, αλλά και ούτε ποτέ ενδιαφέρθηκαν να με γνωρίσουν, έστω και εκ των υστέρων επί δέκα τρεις ολόκληρους μήνες από τη δωρεά όχι μόνο δεν έδειξαν έστω και το ελάχιστο ενδιαφέρον για μένα, αλλά ούτε και ένα τηλεφώνημα δεν μου έκαναν για να μάθουν για την κατάσταση της υγείας μου.

Αυτή η παντελής αδιαφορία των παιδιών αυτών, που χωρίς καν να τα γνωρίζω, εγώ τους πρόσφερα το σπίτι μου, με μόνη την υπόσχεσή τους ότι θα ενδιαφερόταν για μένα, που εγώ στην κατάσταση που ήμουν είχα ανάγκη από το ενδιαφέρον, αυτό με επίκρανε και με στενοχώρησε πολύ, διότι θεωρήθηκα προδομένη και εξαπατημένη από μία τέτοια αδιάφορη και αχάριστη συμπεριφορά, γι' αυτό και τους κοινοποίησα την ....

δήλωσή μου για ανάκληση της δωρεάς.... Μετά από αυτό, αντί τα μικρανήψια μου να μου ζητήσουν συγγνώμη, αυτά ποτέ δεν εμφανίσθηκαν, ήλθε και πάλι στην ... ο πατέρας τους και μικρανεψιός μου ..., για να με απειλήσει, ότι γι' αυτό που έκανα, δηλαδή την ανάκληση της δωρεάς, θα μου κάνει μήνυση, γι' αυτό και εγώ έδωσα εντολή στο δικηγόρο μου ..., κατέθεσε την από 10-7-2001 αγωγή ανάκλησης της δωρεάς...

Κανείς δεν γνωρίζει το χρόνο του θανάτου του, αλλά η επιθυμία μου είναι την αγωγή μου αυτή να την συνεχίσει μετά το θάνατό μου η μοναδική μου κληρονόμος και μικρανεψιά μου Ψ διότι δεν θέλω το σπίτι αυτό στο οποίο κατοικώ και το έχω τόσο αγαπήσει να περιέλθει σε χέρια ανθρώπων, οι οποίοι δεν έτρεφαν τα παραμικρά αισθήματα αγάπης και ενδιαφέροντος για μένα αλλά προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν μία στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας για να μου το πάρουν και να επωφεληθούν εντελώς ανάξια...".

Η συμπεριφορά, η οποία αποδίδεται στους εναγομένους και, πράγματι όπως προαναφέρθηκε, αποδεικνύεται, είναι το ότι αυτοί, μετά την κατάρτιση της δωρεάς, δεν εκδήλωσαν κανένα ενδιαφέρον, με λόγια ή με έργα, για την υπέργηρη και άρρωστη αδελφή της γιαγιάς τους. Η παραπάνω συμπεριφορά των εναγομένων αντικειμενικώς αξιολογούμενη σαφώς συνιστά βαρύ παράπτωμα, ήτοι αχαριστία με τη μορφή της χωρίς σοβαρό λόγο πλήρους υπαίτιας αδιαφορίας αυτών ως δωρεοδόχων γενικώς για την τύχη της ενάγουσας δωρήτριας, όταν η τελευταία είχε ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος ένεκα της δύσκολης ψυχοσωματικής της κατάστασης, λόγω γήρατος και ασθενείας.

Με βάση όλα τα ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε α) ότι οι δωρεοδόχοι εναγόμενοι φάνηκαν με βαριά παραπτώματά τους αχάριστοι προς την δωρήτρια, και για αυτό η ανάκληση της δωρεάς από την δωρήτρια προς τους δωρεοδόχους, που έγινε με την εξώδικη δήλωσή της είναι έγκυρη και νόμιμη, η δε δωρεά είναι ανίσχυρη από το χρόνο της επιδόσεως της εξώδικης δήλωσης ανακλήσεως και έκτοτε οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να αποδώσουν το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας αρχικά στην ενάγουσα και στη συνέχεια στην ήδη εκκαλούσα, ως εκ διαθήκης κληρονόμο της αρχικής ενάγουσας, διότι μετά την ανάκληση της δωρεάς κατέχουν αυτό χωρίς αιτία".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει διαφορετικά, και δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αγωγική αξίωση να αναγνωριστεί ότι ανακλήθηκε η επίδικη δωρεά λόγω αχάριστης συμπεριφοράς με βαρύ παράπτωμα των εναγομένων-αναιρεσειόντων απέναντι στη δωρήτρια-αρχική ενάγουσα.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαίτιας αχαριστίας των εναγομένων απέναντι στην αρχική ενάγουσα, αφού με σαφήνεια δέχεται, ότι οι εναγόμενοι, που ήταν εγγόνια της αδελφής της δωρήτριας, επί 14 περίπου μήνες μετά την κατάρτιση της επίδικης δωρεάς, επέδειξαν έλλειψη οιουδήποτε ενδιαφέροντος προς την δωρήτρια, ακόμη και προφορικής επικοινωνίας με αυτήν, μολονότι γνώριζαν (αφού ήταν αδελφή της γιαγιάς τους) ότι ήταν μεγάλης ηλικίας άνω των 80 ετών και ζούσε μόνη στην ....

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αρ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

II. Ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης), είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339,395, 398, 406-409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ.2 εδαφ.γ' του ίδιου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί.

Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

Όταν, όμως, οι τελευταίες έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι'αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι'αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος. Για να είναι ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στο εν λόγω αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο το σχετικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και αξιολόγησε τις υπ'αριθμ. ... και ... αντίστοιχα, συμβολαιογραφικές ένορκες βεβαιώσεις,, τις οποίες προσκόμισε, με επίκληση, η αναιρεσίβλητη ενώπιόν του, με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο από το άρθρο 270 παρ.2 εδάφ.

γ'του ΚΠολΔ, και όχι ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεδομένου ότι αυτές συντάχθηκαν πριν από την άσκηση της ένδικης από 25-10-2002 αγωγής της - αναιρεσίβλητης - προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε άλλη δίκη, που ανοίχθηκε με αφορμή την άσκηση της με αριθμό εκθ. Κατάθ. 24.917/11-7-2001 προγενέστερης αγωγής της ίδιας κατά του και ήδη αντιδίκου τους με όμοιο περιεχόμενο με την ένδικη, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε αυτή με την ένδικη αγωγή της.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκαν οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που αποκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινών των αναφερομένων στο λόγο αυτό περιστατικών, που θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις της βασιμότητας της ένδικης περί αναγνωρίσεως της ανακλήσεως της γενομένης από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσιβλήτου προς τους αναιρεσείοντες δωρεάς, χωρίς απόδειξη.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω, θεμελιωτικών της ένδικης αγωγής, περιστατικών, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και των αναφερομένων σ' αυτήν ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Στρατηγούλας Κασκαβέλη, που συντάχθηκαν μετά από νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων (αναιρεσειό-ντων) κατ' άρθρο 270 §2 Κ.Πολ.Δ..

Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της άνω διατάξεως, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν θεμελιώνεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991 και 25/2003).

Εν προκειμένω, οι ήδη αναιρεσείοντες παραδεκτώς προέβαλαν με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο την από το άρθρο 512 του ΑΚ ένσταση ότι η επίδικη δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας της ενάγουσας δωρήτριας προς αυτούς και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ανακληθεί. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως από τις αποδείξεις, ότι δεν αποδείχθηκε η ως άνω ένσταση των αναιρεσειόντων, την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αρ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο διατυπώνεται η αιτίαση, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω ένσταση και συγκεκριμένα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν μερικά περιστατικά, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 1739/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ