Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the first-instance judgment was absorbed by the appellate court's substantive rejection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the first-instance judgment was substantively rejected and absorbed by the appellate court's decision. The appellants argued the lower court ignored their claims regarding property ownership and evidence, but the court found the appellate court had already considered and rejected these arguments. Consequently, the appeal against the first-instance judgment was invalid since the final binding decision lay with the appellate court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure: If the appellate court accepts the appeal formally but rejects it substantively, the first-instance judgment is absorbed, making any subsequent appeal against the first-instance judgment inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1523 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1523/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009 με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκων ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Βαζάκα και 4. Χ4, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάμο.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γερογιάννη, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-1-2009 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2000 αγωγή του Χ1 (ήδη 1ου αναιρεσείοντος), την από 30-7-2002 διεκδικητική αγωγή του Ψ (ήδη αναιρεσίβλητου) και την από 3-6-2003 αγωγή του Χ3 (ήδη 3ου αναιρεσείοντος), που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2194/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2866/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 48/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 11-2-2008 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 11-12-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-7-2006 αιτήσεως αναιρέσεως των 2866/2006 και 2194/2004 αποφάσεων του Εφετείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή τυπικά η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτήν κατ' ουσία. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, να εκτίθενται, πλην άλλων, και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και ποιά συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996).
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 19 του ίδιου, ως άνω άρθρου, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "ζητήματα" δε νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως αμυντικό είτε ως επιθετικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά περιστατικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον από την προαναφερθείσα διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1255/04).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση οι πλημμέλειες 1) της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 και 1095 ΑΚ, που συντελέστηκε με την εσφαλμένη ερμηνεία κατ εφαρμογή αυτών κατά την απόρριψη κατ' ουσία των ενστάσεων των αναιρεσειόντων κατά της διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσίβλητου α) περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του τελευταίου και β) περί αρνήσεως αποδόσεως των επίδικων ακινήτων λόγω δικαιώματος νομής τούτων από τους αναιρεσείοντες, 2) της, παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που αφορούν την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων σε σχέση με την απόρριψη των προαναφερθεισών ενστάσεων και 3) της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τις ίδιες ενστάσεις, οι οποίες είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, με το δεύτερο, κατά το τρίτο και τέταρτο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 1 εδ.β' του ίδιου ως άνω άρθρου, αποδίδονται αντίστοιχα στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες 1) της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ελλείψεως αιτιολογιών ως προς το γεγονός "πως δέχτηκε ο αντίδικος να παράσχει ως ενέχυρο ή εγγύηση με σκοπό να μεταβιβάσει στις κόρες του πρώτου από εμάς τα διαμερίσματα του τρίτου και τέταρτου ορόφου της οικοδομής, που ανήκουν στα άλλα αδέλφια μας και δεν, πρότεινε αντί των άνω διαμερισμάτων, τα διαμερίσματα του πρώτου και δεύτερου ορόφου" και 2) της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 1095 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία "ο αντίδικος με το να προτείνει ως ασφάλεια προς τον πρώτο από εμάς τα διαμερίσματα των 3ου και 4ου ορόφων και όχι αυτά των 1ου και 2ου, έμμεσα πλην σαφώς αποδέχεται ότι σε αυτά διατελούσαμε νόμιμα με δικαίωμα νομής, που αυτός μας είχε παράσχει, μέχρι να ολοκληρωθεί με οποιοδήποτε τρόπο η μεταβίβασή τους κατά κυριότητα σε μας".
Όλοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι και ειδικότερα ο μεν δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος αυτού, διότι αναφέρεται σε απλά πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και όχι σε ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, όλοι δε οι υπόλοιποι λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (δεδομένου ότι η ενσωμάτωση της πρωτόδικης απόφασης στην προσβαλλόμενη με την κατ' ουσία απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως των αναιρεσειόντων δεν επάγεται αυτοδικαίως και την ενσωμάτωση των αναφερομένων στο αναιρετήριο παραδοχών και αιτιολογιών της πρώτης στη δεύτερη) ούτε τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991 και 25/2003).
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον με την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης προταθέντα ισχυρισμό τους περί υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων όπως το οικόπεδο, επί του οποίου ανεγέρθηκαν τα επίδικα διαμερίσματα, αγορασθεί τυπικά μόνο στο όνομα του αναιρεσιβλήτου, στην πραγματικότητα όμως η αγορά έγινε στο όνομα των πρώτων και τρίτου αναιρεσείοντα, του αναιρεσιβλήτου και του αδελφού τους ΑΑ, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, τούτο δε εγνώριζαν τόσον ο αναιρεσίβλητος, όσον και ο πωλητής του οικοπέδου, καθώς και της συμμετοχής των παραπάνω κατά το προαναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό στη δαπάνη ανέγερσης των διαμερισμάτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη των ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ'του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 περ. γ' του ίδιου ως άνω άρθρου, με τον οποίο διατυπώνεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτόν αποδεικτικά μέσα (ήτοι το ... ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημοσθένη Γυφτάκη, την κατάθεση του μάρτυρα ΑΑ και την από 2-3-1998 επιστολή-φαξ του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα), τα οποία νομίμως οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί και προσκομιστεί προς απόδειξη του προαναφερθέντος ισχυρισμού τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της τα ως άνω αποδεικτικά μέσα από τα οποία και ρητώς μνημονεύει τα δύο πρώτα.
V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2006 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 2866/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ