Supreme Court dismisses appeal against eviction order where auction remains valid but ineffective due to lack of title transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision regarding an eviction and auction process. The appellant argued that the auction was invalid because the auctioneer lacked ownership of the seized property, citing Article 583 of the Code of Civil Procedure. The court held that while the auction procedure remained legally valid, it was ineffective as a disposition because it failed to transfer ownership to the auctioneer, rendering the transfer of title impossible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 559, 583 of the Code of Civil Procedure: An auction procedure remains valid if not challenged by appeal, yet ineffective as a disposition if it fails to effectuate the transfer of ownership required for the legal consequences of the seizure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1523 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1523/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μάλτσιο.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΛΛΑΣ-Παπαδόπουλος Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία" που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) .... και 4) Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η,2η και 3η δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, το 4ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 7-12-2001 αγωγή της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1550/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 14-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις 1647β΄/17-2-2006, 1651β΄/20-2-2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου .... και των 7098Γ΄/16-3-2005 όμοια του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... , τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι επικυρωμένα αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης, ορισμού του αρμόδιου προς εκδίκασή της τμήματος και ορισμού δικασίμου, επιδόθηκαν προς τις απολιπόμενες κατά της συζήτηση τρεις πρώτες αναιρεσίβλητες, νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, παρά την απουσία των διαδίκων αυτών, η εκδίκαση της υπόθεσης θα γίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης .... , συμβολαιογράφου Σερρών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η διάδικος αυτή δικάστηκε ερήμην κατά την ενώπιον του Εφετείου δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη ως προς αυτήν, αφού δικαιούται να ασκήσει εναντίον της ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 501 επ. ΚΠολΔ) δεδομένου ότι δεν προκύπτει κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης προς τη συγκεκριμένη διάδικο.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 1017 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε πλειστηριασμό πράγματος κινητού ή ακινήτου δεν υπάρχει ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα. Για τα νομικά ελαττώματα υπάρχει ευθύνη μόνο εκείνου που επισπεύδει τον πλειστηριασμό και μόνο αν αυτός γνώριζε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη νομικού ελαττώματος.
Η ευθύνη από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν αποκλείεται. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 199, 514, 516 και 520 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός εξομοιώνεται με σύμβαση πώλησης και πωλητής λογίζεται ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής, ο οποίος ευθύνεται μόνο για τα υφιστάμενα νομικά ελαττώματα και μόνο αν γνώριζε την ύπαρξή τους κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ενώ δεν αποκλείεται ευθύνη του ίδιου κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.
ΑΚ. Εξάλλου, νομικό ελάττωμα κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, αποτελεί οποιοδήποτε δικαίωμα τρίτου επί του πράγματος εμπράγματο ή ενοχικό, το οποίο μπορεί να ασκηθεί κατά του υπερθεματιστή και εμποδίζει την ελεύθερη μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος που, πλειστηριάστηκε και την άσκηση των εξ αυτής εξουσιών.
Σε περίπτωση, που εκποιείται σε πλειστηριασμό ακίνητο με νομικά ελαττώματα και λαμβάνει χώρα καταβολή του πλειστηριάσματος και διανομή του, στους δανειστές, οπότε επέρχεται ολική ή μερική απόσβεση της οφειλής του καθού η εκτέλεση προς τους τελευταίους, υπεύθυνος έναντι του υπερθεματιστή, που κατέβαλε το πλειστηρίασμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, δεν είναι ο δανειστής, ο οποίος εισπράττει την απαίτησή του ή μέρος αυτής, αλλά ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης, ο οποίος απαλλάσσεται εν όλω ή εν μέρει από την καταβολή του χρέους του, έναντι ανύπαρκτου ή κατώτερου ανταλλάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, στην κριθείσα επικουρική βάση της ένδικης αγωγής του, η οποία απέμεινε μετά από νόμιμη παραίτησή του από τις προηγούμενες βάσεις της, ο αναιρεσείων αφού εξέθετε ότι με επίσπευση της δεύτερης εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης και με βάση την 6619/9-5-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της τέταρτης εναγόμενης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης συμβολαιογράφου, εκπλειστηριάστηκε το επίδικο ακίνητο που φερόταν ότι ανήκε στην πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ότι ο ίδιος αναδείχθηκε υπερθεματιστής και κατέβαλε το ύψους 32.050.000 δραχμών ή 94.057,23 ευρώ ποσό του πλειστηριάσματος το οποίο η άνω συμβολαιογράφος, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατάθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον όπως αποδείχθηκε μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού το πλειστηριασθέν ακίνητο είχε νομικό ελάττωμα διότι δεν ανήκε στην κυριότητα της καθής η εκτέλεση, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το παραπάνω ποσόν.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τη συγκεκριμένη βάση έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη ως προς όλους τους εναγόμενους διότι "...σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όπως αυτά εκτιμώνται, εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει η ιδιόρρυθμη ενοχική σχέση πώλησης, ήτοι ο πλειστηριασμός, ισχύουν όλες οι έννομες συνέπειες αυτού, που δικαιολογούν τη διατήρηση των παροχών που εκπληρώθηκαν από τα μέρη, και δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο πλουτισμό κανενός.
Εξάλλου, και το πλειστηρίασμα δεν έχει διανεμηθεί, όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος ο ενάγων .... και συνεπώς και εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλουτισμό των εναγομένων". Μετά τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, που διατύπωνε παράπονο για την απόρριψη εκείνης της αγωγικής βάσης ως νόμω αβάσιμος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1017 παρ. 1 ΚΠολΔ, 514 επ, 904 επ. ΑΚ τις οποίες εφάρμοσε, ούτε βέβαια τις διατάξεις του άρθρου 380 ΑΚ που αναφέρεται σε ανυπαίτια αδυναμία παροχής του ενός από τους συμβαλλόμενους, όπως με τον πρώτο λόγο από τον αριθ. 1 άρθρ. 559 παραπονείται ο αναιρεσείων.
Πράγματι, εφόσον έχει γίνει δημόσια κατάθεση και όχι διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές και επιπλέον η ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης δεν προσβλήθηκε αποτελεσματικά αλλά παραμένει ακόμη σε ισχύ, δεν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός των αναιρεσίβλητων, όπως ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του διατείνεται, ανεξάρτητα αν καταβλήθηκε το πλειστηρίασμα από τον ίδιο.
Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙV. Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, προκειμένου να ιδρυθεί, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διετύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Αντίθετα δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο. Επομένως οι, συναφείς με τον πρώτο, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, που προβάλλουν, αντίστοιχα, πλημμέλειες από τον αριθ. 19, ότι το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία απέρριψε ως μη νόμιμη, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ότι διέλαβε ενδοιαστική αιτιολογία στην απορριπτική του κρίση, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 199, 513 επ.-175 ΑΚ και 1005 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι από την ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης που συνιστά ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθεματιστή, αλλά μεταβιβάζονται σ' αυτόν όσα δικαιώματα είχε ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης επί του πλειστηριασθέντος πράγματος.
Η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός προϋποθέτουν ότι ο οφειλέτης είναι δικαιούχος του δικαιώματος που κατάσχεται και εκπλειστηριάζεται, καθώς και ότι έχει εξουσία διάθεσής του. Η έλλειψη τέτοιας εξουσίας, όπως και η έλλειψη κυριότητας του οφειλέτη πάνω στο αντικείμενο που κατασχέθηκε και εκπλειστηριάσθηκε, καθιστά τον πλειστηριασμό απρόσφορο να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά του, που είναι η μεταβίβαση του αντικειμένου του πλειστηριασμού στον υπερθεματιστή.
Είναι λοιπόν δυνατόν ο πλειστηριασμός, που αποτελεί και την αιτία κτήσεως του κατασχεθέντος δικαιώματος, να παραμένει έγκυρος ως διαδικαστική πράξη, γιατί δεν έχει προσβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 934 ΚΠολΔ, αλλά να είναι ανίσχυρος και ανενεργής ως δικαιοπραξία διαθέσεως του ουσιαστικού δικαίου, επειδή δεν επέφερε μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος που πλειστηριάστηκε στον υπερθεματιστή, ακόμη και αν έχει εκδοθεί περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως (Ολ ΑΠ 1688/1983, ΑΠ 265/2004).
Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής ή της ανακοπής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο εκείνο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν όμως το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής (ή της ανακοπής) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή αντίθετα ή δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα περιεχόμενα στο δικόγραφο της αγωγής τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 λόγοι αναίρεσης.
Στην ένδικη αγωγή του, ο αναιρεσείων, διέλαβε και άλλη, όλως επικουρική βάση, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιήλθε στην κυριότητά του ως υπερθεματιστή, την οποία χαρακτήριζε ως ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ και ζητούσε να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός λόγω έλλειψης κυριότητας του καθού η εκτέλεση στο άνω ακίνητο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και για το λόγο αυτό να του καταβάλλουν αλληλεγγύως και εξ ολόκληρο ο καθένας το ποσό της αγωγής (32.050.000 δρχ.
ή 94.057,23 ευρώ). Το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμηση, απέρριψε και στη βάση αυτή της αγωγής ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι "τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ότι συνιστούν την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ούτε να υπαχθούν σ' αυτή". VI. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούν τα αναφερόμενα στην αγωγή να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 583 ΚΠολΔ, καθώς και ποιά στοιχεία έπρεπε να περιληφθούν στην αγωγή για να εκτιμηθεί ότι συνιστούν ανακοπή από την εν λόγω διάταξη.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον η σχετική επικουρική βάση της αγωγής απορρίφθηκε ως μη νόμιμη δεν ιδρύεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Οκτωβρίου 2004 αίτηση του .... για αναίρεση της 1550/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ