Legislator Case Law & Legislation
1522/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on false deposition conviction due to lack of specific reasoning for rejecting defense arguments.

Case Number 1522/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for false deposition, ordering her to pay court costs. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting her defense claims and misapplied sentencing laws. The court rejected these arguments, noting the lower court had already provided the required detailed justification for dismissing the defense's specific factual assertions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 462, 464, 466, 473, 474, 504, 505, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; Article 93 of the Constitution and Article 139 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be rejected if the second-instance court has provided specific and detailed reasoning for rejecting the appellant's arguments, rendering further examination of the lack of reasoning unnecessary.

Keywords

AI generated
false deposition conviction appeal dismissal specific reasoning requirement Code of Civil Procedure court costs liability sentencing law application constitutional due process

Cited Legislation

AI generated
Articles 462, 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure
Article 93 of the Constitution
Article 139 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1522 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1522/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Διονυσία Νίκα και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεοδώρα Μίχου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 7/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α. Κ. του Δ., κάτοικο ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Σακκά.

Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 2-6-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η από 2-6-2025 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 2-6-2025 αίτηση αναίρεσης της Ε. Σ. του Σ., κατά της υπ' αριθμ. 7/13-1-2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, η οποία καταχωρήθηκε στις 16-5-2025 καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος (ποινικού) δικαστηρίου - με την οποίαν αυτή καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης και, αφού αναγνωρίσθηκε σ' αυτήν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ.

α' ΠΚ (όπως πρωτοδίκως), της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με σχετική προς τούτο δήλωση της ιδίας της αναιρεσείουσας, που επιδόθηκε νομίμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-6-2025 (Αριθμ. Πρωτ. 4288/4-6-2025), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ.

α' ΚΠΔ. Επί πλέον περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ενοχή της για την παραπάνω αξιόποινη πράξη και ως προς την απόρριψη των νομίμως υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών της, αλλά και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εμφανίσθηκε η Α. Κ. του Δ., που παραστάθηκε για την υποστήριξη της ως άνω κατηγορίας εις βάρος του εκκαλούσης - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας.

Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1 Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 νΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι "Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγουμένου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος.

Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ' ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.

Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και άν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1079/2023).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ που τιτλοφορείται "Ψευδής κατάθεση", "Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο η ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή".

Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νΠΚ, στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) του πΠΚ, είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2, 1) του πΠΚ, καθόσον για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2, 1 του πΠΚ προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο 1 έτος και ανώτερο 5 έτη (ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 835/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 811/2022).

Για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, απαιτείται υποκειμενικώς άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι τα στοιχεία που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει (ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 835/2024,ΑΠ 519/2024, ΑΠ 814/2023, ΑΠ 543/2022).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 170/2025, ΑΠ 600/2024, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 170/2025, ΑΠ 600/2024, ΑΠ 930/2022).

Στην κρινομένη υπόθεση το προαναφερθέν Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την ως άνω προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7/2025 απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής: "Από την ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, από την απολογία της κατηγορουμένης και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως), αποδείχθηκε ότι κατά τη διενέργεια ειδικής ανάκρισης, που διατάχθηκε κατόπιν των με Α.Β.Μ.

Β16/1 και Γ18/541 μηνύσεων, οι οποίες συσχετίστηκαν δυνάμει του υπ' αριθ. 71/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, η κατηγορουμένη, στο Ναύπλιο Αργολίδας στις 29.03.2018, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Ειδικής Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Ναυπλίου κατέθεσε τα εξής: "...Τον μηνυτή δεν τον είχα δει ποτέ.

Ήρθε στο γραφείο μου με τον μάρτυρα Κ., δε θυμάμαι το μικρό του όνομα, και άρχισε να του υπαγορεύει την κατάθεση. Τότε συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για τον μηνυτή της Δ. Θ. και του είπα να πάψει να υπαγορεύει την κατάθεση στο μάρτυρα γιατί θα το αναφέρω στους αντιδίκους του και θα του ακυρώσουν την ένορκη βεβαίωση.

Εκείνος βγήκε λίγο απ' το γραφείο και μίλησε με τη γυναίκα του που τον περίμενε απ' έξω. Κατά το χρόνο της απουσίας του απευθύνθηκα στο μάρτυρα και του ανέφερα ότι ο μηνυτής έχει κάνει μήνυση στη Θ. και τον ρώτησα γιατί ανακατεύεται σ' αυτήν την υπόθεση. Εκείνος μου είπε ότι έχει μία υποχρέωση σ' αυτόν τον άνθρωπο (μηνυτή) και για αυτό ήρθε να καταθέσει...".

Ωστόσο, το γεγονός της υπαγόρευσης της ένορκης βεβαίωσης ήταν ψευδές και η κατηγορουμένη το γνώριζε, αφού η αλήθεια ήταν ότι ο Ν. Ρ. (τον οποίο ανέφερε ως μηνυτή) ουδέποτε υπαγόρευσε στον Α. Κ. του Α. (τον οποίο εκ παραδρομής ανέφερε ως Κ.) το περιεχόμενο της υπ' αριθ. ... ένορκης βεβαίωσής του και ότι ουδέποτε του υπεδείχθη από την κατηγορουμένη να παύσει την υπαγόρευση.

Τούτο αποδείχθηκε τόσο από την σαφή ένορκη κατάθεση του ενόρκως βεβαιούντος Α. Κ., τόσο ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και του πρωτόδικου δικαστηρίου, όσο και με τη με αριθμό ....2018 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Χ. Β., αλλά και από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι, αν πράγματι ο Ν.

Ρ. υπαγόρευε στον μάρτυρα Α. Κ. το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. ... ένορκης βεβαίωσής του, η κατηγορουμένη - συμβολαιογράφος, εκ της ιδιότητάς της, δεν θα είχε προχωρήσει στη σύνταξη αυτής, δεν θα είχε δώσει αριθμό και δεν θα την είχε καταχωρίσει στα βιβλία της (άρθρα 1 παρ. 1 ε' και 5 Ν. 2830/2000 - Κώδικα Συμβολαιογράφων).

Εξάλλου, εάν είχε προβεί στη σύνταξη ένορκης βεβαίωσης, κατά παράβαση του νόμου και δη αυτή είχε συνταχθεί κατόπιν υπαγόρευσης του περιεχομένου της στον ενόρκως βεβαιούντα, αυτό θα συνιστούσε πειθαρχικό της παράπτωμα, για το οποίο θα είχε προηγηθεί τουλάχιστον προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 42, 43 και 68 Ν. 2830/2000), πλην όμως - όπως η ίδια απολογούμενη κατέθεσε αλλά και από την ένορκη κατάθεση του τότε Προέδρου του συμβολαιογραφικού συλλόγου Σ. Μ., οι οποίες κατά το σημείο αυτό κρίνονται αμφότερες αληθείς - ουδέν πειθαρχικό βαραίνει την κατηγορουμένη για την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, ούτε ουδέποτε ελέγχθηκε γι' αυτή, επιρρωνύοντας την κρίση του δικαστηρίου ότι κατά τη σύνταξή της δεν υπήρξε υπαγόρευση του περιεχομένου της αλλά αυτή συντάχθηκε νόμιμα. Η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ότι δήθεν είπε στον Ν. Ρ. να σταματήσει να υπαγορεύει στο μάρτυρα, διαφορετικά θα ενημερώσει τους αντιδίκους του και θα του ακυρώσουν την ένορκη βεβαίωση.

Ωστόσο, τούτο είναι ψευδές και αναιρείται ιδίως από την ένορκη κατάθεση του ενόρκως βεβαιούντος Α. Κ., δέον όμως επισημανθεί ότι είναι καθήκον της συμβολαιογράφου να διασφαλίζει την τήρηση του νόμου κατά τη σύνταξη των συμβολαιογραφικών πράξεων (άρθρο 5 Ν. 2830/2000) και όχι να προβαίνει σε ενημέρωση τρίτων προκειμένου να ακυρώσουν μια συμβολαιογραφική πράξη, η οποία ως δημόσιο έγγραφο, παράγει πλήρη απόδειξη για όσα έγιναν ενώπιόν της και βεβαιώνονται στο έγγραφο, εν προκειμένω δε, βεβαίωνε (πλήρη απόδειξη) ότι ουδέν μεμπτό έλαβε χώρα ενώπιον της κατά τη σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης - συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Επιπλέον, η ανωτέρω κρίση επιρρωνύεται από την ίδια την απολογία της κατηγορουμένης, η οποία - επιχειρώντας να πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών της ενώπιον της Ειδικής Ανακρίτριας στις 29.03.2018 - κατέθεσε ότι η με αριθμό ....2017 Ένορκη Βεβαίωση δεν έπρεπε να είχε συνταχθεί, να έχει λάβει αριθμό και να καταχωρηθεί στα βιβλία της, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης Δ.

Θ. - συμβολαιογράφου, η οποία κατέθεσε ότι εάν η συμβολαιογράφος διαπιστώσει υπόδειξη της κατάθεσης, οφείλει να ζητήσει διακοπή της κατάθεσης αλλά και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Σ. Μ. - συμβολαιογράφου, ο οποίος κατέθεσε ότι υπαγόρευση από τρίτο στον μάρτυρα δεν γίνεται στην ένορκη βεβαίωση.

Σε ότι αφορά την κατάθεσή της ότι δεν είχε δει ποτέ τον μηνυτή, το δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ότι τούτο είναι ψευδές και, παρόλο που η κατηγορουμένη περνούσε έξωθεν της οικίας Ρ., μπορεί πράγματι να μην είχε δει τον Ν. Ρ., ο οποίος άλλωστε δεν ήταν κάτοικος ... , αλλά κάτοικος … Ωστόσο, η κρίση αυτή δεν αίρει το αξιόποινο της πράξης της αλλά θα ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Περαιτέρω, σε ότι αφορά την κατάθεσή της ότι ο Ν. Ρ. βγήκε λίγο απ' το γραφείο της και μίλησε με τη γυναίκα του και ήδη εγκαλούσα που τον περίμενε απ' έξω, το δικαστήριο κρίνει ότι είναι ψευδής και η κατηγορουμένη το γνώριζε, όπως τούτο αποδείχθηκε ιδίως από την ένορκη κατάθεση του Α. Κ., ο οποίος γνώριζε την εγκαλούσα και βεβαίωσε ότι εκείνη την ημέρα δεν την είδε έξωθεν του συμβολαιογραφείου, αν και επισημαίνεται ότι η παρουσία ή μη της ήδη εγκαλούσας έξωθεν του συμβολαιογραφείου της κατηγορουμένης δεν ασκούσε ουδεμία επιρροή στη σύνταξη της με αριθμό ....2017 ένορκης βεβαίωσης.

Τέλος, σε ότι αφορά την κατάθεση της κατηγορουμένης ότι ανέφερε στον ενόρκως βεβαιούντα Α. Κ. ότι ο μηνυτής έχει κάνει μήνυση στη Θ. και ότι τον ρώτησε γιατί ανακατεύεται σ' αυτήν την υπόθεση, αυτός δε της απάντησε ότι έχει μία υποχρέωση σ' αυτόν τον άνθρωπο (μηνυτή) και για αυτό ήρθε να καταθέσει, το δικαστήριο κρίνει ότι είναι ψευδής και η κατηγορουμένη το γνώριζε, καθώς αφενός ο μάρτυρας Α.

Κ. αρνήθηκε ότι η συμβολαιογράφος τον ρώτησε κάτι σχετικό, αφετέρου δεν θα ήταν νόμιμο η συμβολαιογράφος να προσπαθήσει να επηρεάσει κάποιον μάρτυρα που βεβαιώνει ενόρκως πραγματικά περιστατικά, όπως άλλωστε κατέθεσε και η μάρτυρας υπεράσπισης Δ. Θ., επιπλέον δε το σύνολο των μαρτύρων υπεράσπισης της κατηγορουμένης κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη είναι μία σωστή επαγγελματίας, η οποία γνωρίζει τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της, μεταξύ των οποίων και η απαγόρευση επηρεασμού ενός μάρτυρα - ενόρκως βεβαιούντος.

Περαιτέρω, η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ότι η ένορκη βεβαίωση του Α. Κ. δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, πλην όμως αυτό δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη, αντικείμενο της οποίας είναι το αληθές ή ψευδές της από 29.03.2018 δικής της ένορκης κατάθεσης ενώπιον της Ειδικής Ανακρίτριας, η οποία και ελήφθη υπόψη, όπως η ίδια η κατηγορουμένη συνομολογεί με τους έγγραφους ισχυρισμούς της στην παρούσα δίκη αλλά και προκύπτει από το περιεχόμενο του με αριθμό 71/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη της ψευδούς κατάθεσης, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη...".

Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο σχετικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα εξής:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορούμενη ένοχη, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ 2, εδ. α' ΠΚ, του ότι: στο Ναύπλιο Αργολίδας, στις 29-03-2018, ενώ εξεταζόταν ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει της κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή.

Συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Ειδικής Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Ναυπλίου και ενώ η συγκεκριμένη ένορκη κατάθεση αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, σε υπόθεση του ήδη αποβιώσαντος Ν. Ρ. του Δ. και εν συνεχεία της εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου αυτού, η οποία δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και νυν εγκαλούσας, Α.

Κ. του Δ. και ειδικότερα, ως αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη των με Α.Β.Μ. Β16/1 και Γ18/541 μηνύσεων, οι οποίες συσχετίστηκαν δυνάμει του υπ' αριθ. 71/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, κατέθεσε τα εξής ψευδή και ενώ είχε επίγνωση του ψεύδους: "...Ήρθε στο γραφείο μου (ενν. ο μηνυτής) με τον μάρτυρα Κ., δε θυμάμαι το μικρό του όνομα, και άρχισε να του υπαγορεύει την κατάθεση.

Τότε συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για τον μηνυτή της Δ. Θ. και του είπα να πάψει να υπαγορεύει την κατάθεση στο μάρτυρα γιατί θα το αναφέρω στους αντιδίκους του και θα του ακυρώσουν την ένορκη βεβαίωση. Εκείνος βγήκε λίγο απ' το γραφείο και μίλησε με τη γυναίκα του που τον περίμενε απ' έξω. Κατά το χρόνο της απουσίας του απευθύνθηκα στο μάρτυρα και του ανέφερα ότι ο μηνυτής έχει κάνει μήνυση την Θ.

και τον ρώτησα γιατί ανακατεύεται σ' αυτήν την υπόθεση. Εκείνος μου είπε ότι έχει μία υποχρέωση σ' αυτόν τον άνθρωπο (μηνυτή) και για αυτό ήρθε να καταθέσει...", γεγονότα, τα οποία ήταν εξ ολοκλήρου ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι ο Ν. Ρ. ουδέποτε υπαγόρευσε στον Α. Κ. του Α. το περιεχόμενο της υπ' αριθ. ... ένορκης βεβαίωσής του, ότι ουδέποτε του υπεδείχθη από την κατηγορουμένη να παύσει την υπαγόρευση, ότι ουδέποτε εξήλθε του γραφείου της κατηγορουμένης προκειμένου να έρθει σε συνεννόηση με την νυν εγκαλούσα, η οποία ανέμενε έξω από το γραφείο, ότι η κατηγορουμένη ουδέποτε ανέφερε στον Α.

Κ. ότι ο Ν. Ρ. έχει υποβάλλει μήνυση σε βάρος της Δ. Θ., ερωτώντας αυτόν για την αιτία ανάμειξής του στην υπόθεση αυτή, ότι ο Α. Κ. ουδέποτε της απάντησε ότι έχει κάποια υποχρέωση στο Ν. Ρ. και για το λόγο αυτό προσήλθε να καταθέσει και ότι η εγκαλούσα ουδέποτε προσήλθε στο επί της οδού ... συμβολαιογραφείο της κατηγορουμένης την 5-04-2017 κατά τη λήψη της υπ' αριθ. ...

ένορκης βεβαίωσης του Α. Κ., η δε κατηγορούμενη τελούσε σε γνώση του ψεύδους των όσων κατέθεσε".

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου της κρινόμενης αίτησής της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την εκ μέρους της τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 ΠΚ και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις απορρέουσες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ, σχετικές πλημμέλειες. Με τις ανωτέρω παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης, όπως η έννοιά του εκτέθηκε στην σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη, για το οποίο (έγκλημα) κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάστηκε η εκκαλούσα - κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, βάσει των οποίων προέβη στην υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 ΠΚ, που το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση και ειδικότερα, η ανωμοτί εξέταση της ως άνω παρασταθείσας προς υποστήριξη της κατηγορίας εις βάρος της ήδη αναιρεσείουσας, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημοσίως στο ακροατήριο, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και η απολογία της εκκαλούσης - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί ακριβώς προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού συνάγεται μετά βεβαιότητας ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα έλαβε όλα υπόψη του, χωρίς να περιοριστεί επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αγνοώντας τα υπόλοιπα.

Με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα, ότι αυτή εξεταζόμενη νομίμως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας αρχής να ενεργεί εξέταση και συγκεκριμένα, ενώπιον της Ειδικής Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, εν γνώσει της κατέθεσε τα παραπάνω αναλυτικώς αναφερόμενα ψευδή πραγματικά περιστατικά σχετικά με την προαναφερθείσα υπόθεση.

Όλες οι υπόλοιπες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που αφορούν την ενοχή της για την εν λόγω αξιόποινη πράξη τυγχάνουν απαράδεκτες, καθόσον εκτός του ότι οι σχετικοί αυτοί ισχυρισμοί είναι αρνητικοί της κατηγορίας, με την επίφαση της συνδρομής των ως άνω δύο αναιρετικών λόγων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος της (αναιρεσείουσας) ως άνω ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος και ως προς τα δύο σκέλη του, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 844/2024).

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, που τείνει στην μείωση της επιβλητέας ποινής κατ' άρθρο 83 ΠΚ, θεωρείται κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, μεταξύ άλλων και η υπό στοιχείο ε' περίπτωση και συγκεκριμένα, ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 844/2024, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 188/2022).

Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του (ΑΠ 844/2024, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 760/2021, ΑΠ 1308/2019, ΑΠ 193/2015).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι απορρίφθηκε ο υποβληθείς για λογαριασμό της αυτοτελής ισχυρισμός, να της αναγνωρισθεί δηλαδή η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ και ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη προς τούτο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της, προσάπτει στην απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ, πλημμέλεια. Από τα επιτρεπτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία σημειωτέον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους και επομένως, αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σε αυτά κατ' άρθρο 140 παρ. 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι υποβλήθηκε για λογαριασμό της εκκαλούσης - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας ο αυτοτελής ισχυρισμός να αναγνωρισθεί σ' αυτήν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ.

ε' ΠΚ, υποβλήθηκε μάλιστα στο ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο σχετικό έγγραφο σημείωμα, στο οποίο κατά το ενδιαφέρον μέρος του περιλαμβάνονται τα εξής: "Εν προκειμένω, τυγχάνω Συμβολαιογράφος Ναυπλίου και τηρώ εδώ και δεκαοκτώ [18] και πλέον έτη με σοβαρότητα και υπευθυνότητα το καθήκον μου ως επαγγελματίας σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου.

Είμαι παντρεμένη με Ν. Δ., συνταξιούχο φαρμακοποιό και από τον γάμο μας έχουμε αποκτήσει τρία παιδιά. Από την τέλεση των πράξεων που μου αποδίδονται, δεν έχω απασχολήσει εκ νέου τις Διωκτικές και Δικαστικές Αρχές για παρόμοια ή άλλη αξιόποινη πράξη. Παράλληλα, έχω οικεία τη βουλήσει, επιδείξει και για μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση των αδικημάτων, που μου αποδίδονται, ήτοι πλέον της εξαετίας, άριστη συμπεριφορά διαβιώντας σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας.

Επιπλέον, διαβιώ σήμερα εργαζόμενη σκληρά και με συνέπεια, καταφέρνοντας να απολαμβάνω τον σεβασμό και την εκτίμηση όλων και του κοινωνικού μου περίγυρου, και να είμαι ένα χρήσιμο και παραγωγικό μέλος της κοινωνίας. Ακόμη δεν έχω απασχολήσει τις Δικαστικές Αρχές και δεν έχω υποπέσει σε καμία παράβαση Νόμου, ούτε έχω κατηγορηθεί για κάτι στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Συνεπώς, η καλή αυτή συμπεριφορά του είναι, όπως η σχετική διάταξη του Ποινικού Κώδικα απαιτεί, ενεργητική και όχι παθητική, δηλαδή συνίσταται σε ειδικές και συγκεκριμένες ενέργειες άρσης ή μείωσης των συνεπειών των πράξεών του και δεν αρκείται σε απλώς παθητική συμπεριφορά, δηλαδή τη "μη κακή διαγωγή" του...Εκτείνεται μάλιστα και σε χρονικό διάστημα αρκετών ετών, που προφανώς μπορεί να αξιολογηθεί ως επαρκές για την εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου".

Το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό διαλαμβάνοντας μετά την σχετική νομική σκέψη, τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση οι συνήγοροι υπεράσπισης αιτήθηκαν την αναγνώριση της ανωτέρω ελαφρυντικής περίστασης, ισχυριζόμενοι ότι μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της επιδεικνύει σωστή και σύννομη συμπεριφορά.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, αλλά αορίστως αναφέρουν ότι η κατηγορουμένη επιδεικνύει "άριστη συμπεριφορά σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας", ότι διαβιεί εργαζόμενη σκληρά και με συνέπεια, καταφέρνοντας να απολαμβάνει τον σεβασμό και την εκτίμηση όλων και του κοινωνικού της περίγυρου, και να είναι ένα χρήσιμο και παραγωγικό μέλος της κοινωνίας.

Ακόμη, ότι δεν έχει απασχολήσει τις Δικαστικές Αρχές και δεν έχει υποπέσει σε καμία παράβαση Νόμου, ούτε έχει κατηγορηθεί για κάτι στο ίδιο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, αυτά δεν συνιστούν πραγματικά περιστατικά, δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, χωρίς να αρκεί η απλή, καλή και συνήθης συμπεριφορά, όπως η εργασία και η ομαλή οικογενειακή ζωή χωρίς παραβατικότητα και μόνο, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας.

Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο της έλλειψης παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν και άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, με επαρκή αιτιολογία απέρριψε τον ως άνω υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό κρίνοντας ότι αυτός, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστος γιατί δεν περιελάμβανε, όπως ασφαλώς θα έπρεπε κατά τα προαναφερθέντα, στοιχεία επίγνωσης από την ήδη αναιρεσείουσα των συνεπειών της πράξης της αλλά και σταθερού εναρμονισμού της προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ που τιτλοφορείται "Δικαστική επιμέτρηση της ποινής", "1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2.

Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή της. 3.

Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4.

Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5.

Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6.

Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε", [όπως η λέξη "του εγκλήματος" στην παρ. 2 αντικαταστάθηκε με την λέξη "της πράξης" και η λέξη "αυτή" στην περ.

α' προστέθηκε μετά από τις λέξεις "τη βλάβη που" και το άρθρο 79 διαμορφώθηκε ως άνω με το άρθρο 3 του Ν. 4855/2021 [ΦΕΚ Α' 215/12.11.2021 και η παρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 12 περ. 1 του Ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α' 180/18.11.2019)] (βλ. σχετ. ΑΠ 131/2023). Με τον τέταρτο λόγο - κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι για την επιμέτρηση της ως άνω ποινής φυλάκισης των τεσσάρων (4) μηνών που επιβλήθηκε σ' αυτήν, δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και επί πλέον, ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες σχετικές πλημμέλειες. Για το προαναφερθέν θέμα από τα αυτά ως άνω πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, περιέλαβε τα εξής: "...Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα της προπεριγραφόμενης πράξης που τέλεσε η κατηγορούμενη και τον βαθμό της ενοχής της, να επιβληθεί σε βάρος της η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό ποινή (στερητική της ελευθερίας), η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία της, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της για την ίδια και τους οικείους της και αφού λήφθηκαν ιδίως υπόψη, μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη της, η φύση και το είδος αυτής, τα αίτια που την ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, καθώς και όλες οι προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή της κατά τη διάρκεια και μετά από αυτή, αλλά και την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την επιμέτρηση της ως άνω επιβληθείσας στην εκκαλούσα - κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ποινής φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρονται κατά τα ως άνω όλα τα προβλεπόμενα κριτήρια για την επιβολή αυτής και επί πλέον, απέδωσε στην διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ, την έννοια που πραγματικά έχει, χωρίς να την παρερμηνεύσει, ενώ υπήγαγε ορθά και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ανωτέρω εφαρμοσθείσα διάταξη, χωρίς να την παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, εκτιμήθηκαν κατά τα προαναφερθέντα, η βαρύτητα της ως άνω τελεσθείσας αξιόποινης πράξης, ο δόλος της αναιρεσείουσας και η προσωπικότητά της αλλά και η αναγνώριση σ' αυτήν της προαναφερθείσης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. α' ΠΚ, εκτιμώντας παράλληλα τις συνέπειες της συγκεκριμένης ποινής για την ίδια και αφού ελήφθησαν υπόψη οι περιστάσεις χρόνου, τόπου, τρόπου, μέσων που συνόδευσαν την εκτέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης της, σε συνδυασμό με την όλη επιδειχθείσα στάση και την διαγωγή της κατά την διάρκεια της εκ μέρους τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης αλλά και μετά από αυτήν, καθώς επίσης και τα αίτια που την οδήγησαν στην τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης.

Κατά συνέπειαν, ο προαναφερθείς τέταρτος αναιρετικός λόγος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, το άρθρο 104Β νΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 14 του Ν. 4855/2021, όριζε ότι: "1. Το δικαστήριο μπορεί να μην επιβάλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος αν: α) αυτός έχει πληγεί τόσο σοβαρά από το αποτέλεσμα της πράξης του, ώστε η επιβολή της ποινής να εμφανίζεται πλέον δυσανάλογα επαχθής, β) έχει αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προσβολή που έχει προκαλέσει στον παθόντα, δείχνοντας ειλικρινή μετάνοια, ώστε η ποινή να μην κρίνεται πλέον αναγκαία, γ) η βλάβη ή ο κίνδυνος που προκλήθηκαν από την πράξη του ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας ή δ) έχει περάσει ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος, ώστε η επιβολή της ποινής να μην εμφανίζεται πλέον αναγκαία, σε συνδυασμό και με τη μικρή βαρύτητα της πράξης. 2.

Το δικαστήριο δεν επιβάλλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος, αν έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης μεταξύ αυτού και του παθόντος". Ήδη, μετά την κατά τα προαναφερόμενα από 12-11-2021 τροποποίησή του, το ως άνω άρθρο 104Β ΠΚ ορίζει ότι: "1. Το δικαστήριο μπορεί να μην επιβάλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος αν:

α) η βλάβη ή ο κίνδυνος που προκλήθηκαν από την πράξη του ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας, β) ο υπαίτιος έχει αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προσβολή που έχει προκαλέσει στον παθόντα, δείχνοντας ειλικρινή μετάνοια, γ) ο υπαίτιος έχει πληγεί ιδιαίτερα σοβαρά από το αποτέλεσμα της πράξης του, ή δ) έχει περάσει ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος.

Για να κρίνει το δικαστήριο αν δεν θα επιβάλλει ποινή ελέγχει αν αυτή, εξαιτίας μίας των ανωτέρω περιστάσεων, δεν εμφανίζεται πλέον αναγκαία ή εμφανίζεται δυσανάλογα επαχθής. 2. Το δικαστήριο δεν επιβάλλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος, αν έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης μεταξύ αυτού και του παθόντος".

Από τη σύγκριση των παραπάνω διατάξεων με σαφήνεια συνάγεται ότι δεν επήλθε ουσιαστική τροποποίηση των λόγων που μπορούν να θεμελιώσουν την δικαστική άφεση της ποινής, παρά μόνον αναδιατύπωση και διευκρίνιση αυτών. Ο παραπάνω θεσμός της δικαστικής άφεσης της ποινής, που για πρώτη φορά προβλέπεται στο Γενικό Μέρος του Ποινικού Κώδικα, παρέχει στο Δικαστήριο άμεση δυνατότητα να μη επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο, μόνον όμως εφόσον πρόκειται περί πλημμελήματος και για τους λόγους που αναφέρονται στην ως άνω νεοπαγή διάταξη.

Ειδικότερα, στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 104Β του ισχύοντος ΠΚ προβλέπονται λόγοι δυνητικής άφεσης της ποινής από το Δικαστήριο, ενώ στη δεύτερη παράγραφό του προστίθεται για πρώτη φορά, ένας υποχρεωτικός λόγος δικαστικής άφεσης της ποινής, που συναρτάται με την εισαγωγή στο ποινικό μας σύστημα του θεσμού της αποκαταστατικής δικαιοσύνης.

Δικαιολογητική βάση του άρθρου 104Β ΠΚ είναι η στάθμιση της ισοδυναμίας ποινής και αποτελέσματος, που θα έχει τυχόν επιβολή αυτής στον κατηγορούμενο, αλλά και η μεταγενέστερη συμπεριφορά του υπαίτιου, με βάση την οποία μπορεί να υποδηλώνεται μεταμέλεια, όπως και οι συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί κατά το στάδιο της εκδίκασης, κριτήρια τα οποία, κατ' εκτίμηση της κρίσης του Δικαστηρίου και με βάση τη συγκεκριμένη υπόθεση, συνηγορούν στη μη επιβολή ποινής.

Ο νέος αυτός δικαστικός θεσμός, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ, "αποτελεί ουσιαστικό θεσμό ελαστικότητας της ποινής κατά την επιμέτρησή της", δηλαδή διακρίνεται σαφώς από το περί ενοχής κεφάλαιο της απόφασης. Επομένως, κατά λογική αναγκαιότητα η έρευνα του αιτήματος για δικαστική άφεση της ποινής έπεται της απόφασης του Δικαστηρίου περί ενοχής του υπαιτίου, καθόσον σε περίπτωση απαλλαγής του, δεν υφίσταται ζήτημα ποινής για να κριθεί ότι πρέπει να μην επιβληθεί αυτή (ΑΠ 10/2022, ΑΠ 505/2021).

Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που χρήζουν κατά τα προδιαληφθέντα, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για δικαστική άφεση της ποινής, εφόσον, σε περίπτωση που κριθεί βάσιμος από το δικαστήριο, δεν επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή (ΑΠ 672/2024, ΑΠ 1211/2023).

Με τον τρίτο λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο υποβληθείς εκ μέρους της αυτοτελής ισχυρισμός της περί δικαστικής άφεσης της ποινής κατ' άρθρο 104Β ΠΚ, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ αιτιάται ακόμη την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 104Β ΠΚ και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες. Από τα επιτρεπτώς ως άνω επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι υποβλήθηκε για λογαριασμό της εκκαλούσης - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας ο αυτοτελής ισχυρισμός για άφεση της ποινής και στο σχετικό έγγραφο σημείωμα, που κατατέθηκε στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο περιλαμβάνονται - κατά το ενδιαφέρον μέρος του - τα εξής: "Εν προκειμένω το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε η κατηγορούμενη φέρει ως χρόνο τέλεσης την 29-3-2018, ήτοι χρονικό διάστημα πλέον των έξι [6] ετών, το οποίο σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρόκειται για ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο έχει ήδη παρέλθει από τη τέλεση της πράξης για την οποία η κατηγορούμενη καταδικάστηκε.

Περαιτέρω δε το εν λόγω χρονικό διάστημα τυγχάνει "ασφυκτικά κοντά" στο χρόνο παραγραφής του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η κατηγορουμένη, ο οποίος εν προκειμένω συμπληρώνεται την 29-3-2026, ήτοι σε ένα [1] έτος και τρεις μήνες από σήμερα. Εξ αυτού του λόγου και η τυχόν επιβολή ποινής από το Δικαστήριο Σας διαφαίνεται ως μη απαραίτητη να υπηρετήσει τον αρχικό αφηρημένο της σκοπό. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι να στοιχειοθετείται στο πρόσωπο της κατηγορουμένης ο προβλεπόμενος από την παρ.1 εδ. β' λόγος περί δικαστικής άφεσης της ποινής".

Το Δικαστήριο της ουσίας μετά από την παράθεση της σχετικής νομικής σκέψης, απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό διαλαμβάνοντας τα κάτωθι:

"Στην προκείμενη περίπτωση, οι συνήγοροι υπεράσπισης αιτήθηκαν τη μη επιβολή ποινής λόγω του ότι "έχει περάσει ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος (περίπτωση δ)", εξ αυτού δε του λόγου "η τυχόν επιβολή ποινής διαφαίνεται ως μη απαραίτητη να υπηρετήσει τον αρχικό αφηρημένο της σκοπό".

Ωστόσο, ο ισχυρισμός τους πρέπει να απορριφθεί, καθώς μόνη η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος δεν αναιρεί το σκοπό επιβολής ποινής, ούτε καθιστούν αυτή μη αναγκαία ή δυσανάλογα επαχθή, επιπλέον δε, δεν αναφέρθηκαν για το ορισμένο του ισχυρισμού τους συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και δη, πόσες φορές αναβλήθηκε σε κάθε βαθμό η υπόθεση, ποια διάδικη πλευρά υπέβαλε κάθε φορά αίτημα, το χρόνο προσδιορισμού της υπόθεσης, ώστε να κριθεί εάν είναι δικαιολογημένη η παρέλευση αυτού του χρονικού διαστήματος προκειμένου να εκδικαστεί σε δεύτερο βαθμό η υπό κρίση υπόθεση...Ωστόσο, εκ περισσού επισημαίνεται ότι είχε αναβληθεί κάθε περαιτέρω ενέργεια στην υπό κρίση υπόθεση, κατ' άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ, έως το αμετάκλητο πέρας της με αριθμό Β16/1 ποινικής δικογραφίας με κατηγορουμένη την Κ.

Α. (βλ. τη με Α.Β.Μ. Α18/1202/07.10.2019 Πράξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ναυπλίου και τη με αρ. πρωτ. 6499/25.10.2019 σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου), ενώ στον πρώτο βαθμό αναβλήθηκε δύο φορές η εκδίκασή της, κατόπιν αιτήματος της κατηγορουμένης και των συνηγόρων της (βλ. τις με αριθμούς 42/14.01.2022 και 956/11.10.2022 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου)".

Παρότι λοιπόν ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, χωρίς την επίκληση των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωσή του, ήταν αόριστος και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, πολύ δε, περισσότερο να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του, εν τούτοις με τις προαναφερθείσες παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την απόρριψη του.

Συγκεκριμένα, η αιτιολογία της προσβαλλομένης ως προς την έλλειψη των προϋποθέσεων για την στοιχειοθέτηση της δικαστικής άφεσης της ποινής είναι σαφής και ορισμένη και συνεπώς, ο προαναφερθείς τρίτος αναιρετικός λόγος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου (παραδεκτού) λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 2-6-2025 αίτηση αναίρεσης της Ε. Σ. του Σ., κατά της υπ' αριθμ. 7/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, ενώ πρέπει ακόμη να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας εις βάρος της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-6-2025 αίτηση της Ε. Σ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ