Supreme Court dismisses appeal against bank debt transfer ruling due to lack of new evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting their appeal regarding a bank debt transfer. The appellants argued that the lower court erred in accepting the bank's standing without the original transfer certificates, while the court found the bank had properly substantiated its claim through a 2013 sales agreement and central bank decrees. Consequently, the court ruled that the first ground for appeal was unfounded and rejected the entire request, ordering the appellants to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; The Supreme Court held that the absence of transfer certificates does not invalidate a bank's standing if the transfer is proven by a sales agreement and relevant decrees, and that an appeal must be rejected if the grounds are unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1522 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1522/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό -Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Ζ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Ε. Ζ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζερβάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 258/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-12-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 258/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 13/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή καταδολίευσης δανειστών της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ, συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1] απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2] απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη [μη εικονική] διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, καθώς και κάθε παροχή γενόμενη από ηθικό καθήκον ή λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση ηθικής υποχρέωσης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε την βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης των ηθικών υποχρεώσεών των έναντι των νομικών [ΑΠ 88/2023].
Η γονική παροχή που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 ΑΚ συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και συνεπώς η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική, μη συναγομένου άλλως από τον χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να την χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία [ΑΠ 88/2023, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015], 3] απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4] βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής [ΑΠ 1300/2019], πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά το χρόνο αυτό αφερέγγυος [ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1284/2011], ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής [ΑΠ 223/2022, ΑΠ 928/2014] και 5] γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών [δηλαδή ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη χωρίς να αρκεί η υπαίτια άγνοιά του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του [ΑΠ 223/2022].
Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία [ΑΠ 88/2023, ΑΠ 1320/2019].
Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία [ολΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020] και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία υπάρχει σύστημα δημοσιότητάς, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από τις καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις [ΑΠ 223/2022].
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64 - 67 ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" συνάγεται ότι κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλόμενους θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, ήτοι το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό [ληξιπρόθεσμο] του καταλοίπου.
Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά και ακολούθως καταβάλλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις έναντι κεφαλαίου και τόκων.
Στην έννομη αυτή σχέση οι αμοιβαίες αποστολές [πιστοδοτικές και εξοφλητικές] αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.
Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη. Επομένως, η τράπεζα είναι και πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, ώστε έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής [ΑΠ 88/2023, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] [ολΑΠ 15/2016, ΑΠ 1326/2021].
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει σαφείς, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες [ολΑΠ 18/2008, ΑΠ 83/2022]. Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους [ΑΠ 83/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019].
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." με την υπ' αριθμόν ...-2006 σύμβαση χορήγησε στην εταιρεία με την επωνυμία "Ζ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "Ζ.
ΑΕΕ" ως Πιστούχο, πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 650.000 ευρώ. Στη συνέχεια η "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που προέκυψε από τη συγχώνευση της αρχικής δανείστριας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." με τη "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε." και την "MARFIN ΒΑΝΚ ΑΤΕ", συνήψε με την πιστούχο την υπ' αριθμόν ...-2008 πρόσθετη πράξη τροποποίησης της υπ' αριθμόν ...-2006 αρχικής σύμβασης χορήγησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με την οποία τροποποιήθηκε η ως άνω σύμβαση και συμφωνήθηκε η ρύθμιση των υφισταμένων στις 25-8-2007 οφειλών της πιστούχου, ήτοι ποσού 150.000 ευρώ, να εξοφληθεί με περίοδο χάριτος μέχρι 31-12-2009, που θα έπρεπε να γίνει σε 10 χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου χάριτος, με ίσες εξαμηνιαίες διαδοχικές χρεολυτικές δόσεις, η πρώτη των οποίων θα καταβαλλόταν στις 30-6-2010 και η τελευταία στις 31-12-2017.
Το ποσό αυτό εκταμιεύθηκε στις 1...-2008 και ανοίχθηκε ο υπ' αριθμόν ... λογαριασμός αποπληρωμής. Ακολούθησε η από ...-2010 πρόσθετη πράξη, με την οποία η ως άνω οφειλή υπήχθη στις διατάξεις του ν. 3816/31-3-2010, και παρατάθηκε η διάρκεια αποπληρωμής του ανωτέρω ποσού κατά δύο έτη με ημερομηνία τελικής εξόφλησης 31-12-2019, ενώ δόθηκε περίοδος χάριτος δύο ετών, αρχόμενη από 1-1-2010 και λήγουσα 31-12-2011.
Στο μεταξύ υπεγράφηκαν μεταξύ της δανείστριας και της πιστούχου α) στις 6-10-2009 σύμφωνο αναγνώρισης χρέους τρίτου τριμήνου έτους 2009 το δε υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στις 30-9-2009 στο ποσό των 464.147,52 ευρώ και β) στις 11-1-2010 σύμφωνο αναγνώρισης χρέους τετάρτου τριμήνου έτους 2010 το δε υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στις 31-12-2009 στο ποσό των 482.802,98 ευρώ.
Ακολούθησαν οι υπ' αριθμούς ...-2010 και ...-2011 πρόσθετες πράξεις, με τις οποίες το όριο πίστωσης συμφωνήθηκε στο ποσό των 550.000 ευρώ. Την τήρηση των όρων της σύμβασης πίστωσης και την ολοσχερή εξόφληση του καταλοίπου κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και λοιπά έξοδα εγγυήθηκαν μεταξύ άλλων ο Π. Ζ. του Ι., νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας και πρώτος εναγόμενος και ο Ε.
Ζ. του Ι., δεύτερος εναγόμενος, ευθυνόμενοι ως πρωτοφειλέτες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, υποχρεούμενοι στην άμεση και ανεπιφύλακτη καταβολή του εκάστοτε καταλοίπου στην ενάγουσα τράπεζα, παραιτούμενοι από τις ενστάσεις διζήσεως και των άρθρων 853 ΑΚ, 862-864 ΑΚ, 8660868 ΑΚ. Για την οφειλή της παραπάνω σύμβασης τηρήθηκε ο υπ' αριθμόν ...
λογαριασμός. Ο ως άνω λογαριασμός έκλεισε οριστικά, σύμφωνα με το δικαίωμα που παρείχε στην Τράπεζα η προαναφερθείσα σύμβαση (όρος 12.1), στις 8-5-2012, με οριστικό χρεωστικό κατάλοιπο, σε βάρος της πιστούχου, 234.101,76 ευρώ, καθώς η Τράπεζα ήταν και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια. Στη συνέχεια, κατήγγειλε τη σύμβαση, όπως είχε δικαίωμα, επιδίδοντας στην Πιστούχο και στους εγγυητές την από ...-2012 εξώδικη δήλωση- καταγγελία και πρόσκληση (αντίγραφο της καταγγελίας επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο με την υπ' αριθμόν ...-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σπάρτης Ι.
Β.) και μετέφερε το χρεωστικό υπόλοιπο στον υπ' αριθμόν ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Παράλληλα η τράπεζα κατήγγειλε και τη σύμβαση δανείου και έκλεισε και τον υπ' αριθμόν ... λογαριασμό, που παρουσίασε υπόλοιπο 158.072,19 ευρώ και το μετέφερε στον υπ' αριθμόν ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Το ύψος της ανωτέρω οφειλής αποδεικνύεται από την κίνηση του τηρηθέντος λογαριασμού, όπως αυτή εμφαίνεται από τα προσκομιζόμενα από την εφεσίβλητη ακριβή αποσπάσματα, εξαχθέντα από τα εμπορικά της βιβλία, τα οποία ενσωματώνονται κατά περιεχόμενο και στην αγωγή.
Τα αποσπάσματα αυτά αποτελούν, βάσει του όρου 9 της σύμβασης, πλήρη - απόδειξη της τελικής, κατά το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, απαίτησης της δανείστριας έναντι της πιστούχου, η οποία, άλλωστε, δεν αμφισβήτησε και επομένως συνομολογεί το ύψος της απαίτησης. Η παραπάνω απαίτηση της εφεσίβλητης της επιδικάστηκε και με την υπ' αριθμόν .../2015 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 158.072,19 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων από 9-5-2012, πλέον δικαστικής δαπάνης.
Σημειωτέον η Τράπεζα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμόν 66/2015 διαταγής πληρωμής του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 234.101,76 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων από 9-5-2012, πλέον δικαστικής δαπάνης. Στο μεταξύ την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" διαδέχθηκε ως καθολική διάδοχος η Κυπριακή Δημόσια Εταιρεία περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "MARFIN POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD", που έδρευε στη Λευκωσία της Κύπρου και διατηρούσε υποκατάστημα στην Ελλάδα και μετονομάστηκε στη συνέχεια σε "CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD", κατόπιν διασυνοριακής συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, βάσει των διατάξεων της Οδηγίας 2005/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26-10-2005, όπως αυτή ενσωματώθηκε στο Κυπριακό Δίκαιο και στον Περί Εταιριών Νόμο του 2007 (άρθρο 4) και στο Ελληνικό Δίκαιο (v. 3777/2009), με έναρξη ισχύος διασυνοριακής συγχωνεύσεως τη 31-3-2011 και ώρα 12μμ (1-4-2011) δυνάμει του από 15-12-2010 Διατάγματος (Απόφασης) του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως, αφενός στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη του Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας (Κύριο μέρος Τμήμα β, αριθμός φύλλου ...-2011, με αριθμός ...) και αφετέρου στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Δ/νδης ΑΕ και Πίστεως του Υπουργείου Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
Στη συνέχεια δυνάμει της από 26-3-2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, μεταβιβάστηκαν στην "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του Υποκαταστήματος στην Ελλάδα της CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ δι' εκχωρήσεως των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων, όπως αυτά ρητά εξειδικεύονται στην ως άνω σύμβαση.
Στα μεταβιβασθέντα στοιχεία του ενεργητικού περιλαμβάνονται μεταξύ και τα δικαιώματα της CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ, που απορρέουν από τις παραπάνω συμβάσεις και τις πρόσθετες πράξεις αυτών. Η ειδική διαδοχή προκύπτει επίσης από το υπ' αριθμόν ...-2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμόν ...-2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και την υπ' αριθμόν .../2013 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθώς και από τις προσκομιζόμενες από 20-9-2013 δύο προσκομιζόμενες βεβαιώσεις της αρμόδιας Διεύθυνσης της Τράπεζας Πειραιώς.
Επομένως, η ενάγουσα "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." κατέστη ειδικός διάδοχος και δικαιούχος των απαιτήσεων που απορρέουν από α) την από ...-2008 και με αριθμό ... Πρόσθετη πράξη τροποποίησης της αρχικής σύμβασης / ρύθμισης οφειλών), την από ...-2010 Πρόσθετη Πράξη ρύθμισης οφειλών του ν. 3816/2010, την ...-2006 με αριθμό ... Σύμβαση χορήγησης Πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό-Ειδικό και Γενικό Μέρος, την από ...-2008 με αριθμό ...
Πρόσθετη Πράξη τροποποίησης της αρχικής σύμβασης και β) την από ...-2009 με αριθμό ... Σύμβαση χορήγησης Πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό-Ειδικό και Γενικό Μέρος, την από ...-2010 με αριθμό ... Πρόσθετη Πράξη τροποποίησης της αρχικής σύμβασης και την από ...-2011 με αριθμό ... Πρόσθετη Πράξη τροποποίησης της αρχικής σύμβασης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει η ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας για την άσκηση της ένδικης αγωγής ως ειδική διάδοχος της CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση αυτή των εναγομένων με την ίδια αιτιολογία, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο οι εναγόμενοι επαναφέρουν τον ως άνω ισχυρισμό, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Επιπλέον, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία τα μέτρα εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος που διατάσσονται από τις αρχές άλλου κράτους μέλους της ΕΕ αναγνωρίζονται αυτόματα και αυτοδίκαια από τις ελληνικές αρχές, χωρίς τη μεσολάβηση άλλης διαδικασίας. Τούτο προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ.2 της Οδηγίας 2001/24/Ε αλλά και στο άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3458/2006, που ορίζει "...όταν η εξυγίανση αφορά πιστωτικό ίδρυμα που έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος-μέλος, αποκλειστικά αρμόδιες για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων είναι οι αρχές του κράτους-μέλους αυτού.
Τα λαμβανόμενα από αυτές μέτρα εξυγίανσης ή εκκαθάρισης παράγουν στην Ελλάδα αποτελέσματα χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, ακόμη και αν το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται". Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω και του εφαρμοστέου κυπριακού δικαίου, η μεταβίβαση του ενεργητικού και παθητικού των ελληνικών υποκαταστημάτων της "CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ" προς την "Τράπεζα Πειραιώς", που διατάχθηκε ως μέτρο εξυγίανσης από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, αναγνωρίζεται αυτόματα από την ελληνική επικράτεια, χωρίς να απαιτείται αναγγελία προς τον οφειλέτη.
Με βάση τα παραπάνω ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-2009 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Σπάρτης Γ. συζ. Π. Α., το γένος Σ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σπάρτης (Τόμος 263 και Αριθμός 373), μεταβίβασε στο δεύτερο εναγόμενο, υιό του, μία διώροφη κατοικία, που αποτελείται από α) υπόγεια αποθήκη, εμβαδού 58,35τμ, β) αποθήκη ισογείου ορόφου, εμβαδού 46,52τμ, γ) διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 159τμ και δ) διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 123,92τμ, με τα συστατικά και παραρτήματά της και την εν γένει περιοχή της.
Η ως άνω διώροφη κατοικία είναι κτισμένη επί οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Χαρισίου του Δήμου Σπαρτιατών, στη διασταύρωση των δημοτικών οδών ..., στο Γάμα διακόσια πενήντα πέντε (Γ255) οικοδομικό τετράγωνο, που περιβάλλεται από τις δημοτικές οδούς ..., ..., έχει έκταση 391,95τμ, φαίνεται στο από Δεκεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Ζ. και συνορεύει.... Το ανωτέρω ακίνητο συντάχθηκε στο σχέδιο της περιοχής Χαρισίου του Δήμου Σπαρτιατών Λακωνίας, έχει κυρωθεί δε η πράξη εφαρμογής της περιοχής αυτής, με την υπ' αριθμόν ...-2008 απόφαση του Νομάρχη Λακωνίας, μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σπάρτης (Τόμος 259 και Αριθμός 340), όπως έχει τροποποιηθεί με την υπ' αριθμόν ...-2009 απόφαση του Νομάρχη Λακωνίας, που θα μεταγραφεί στα ως άνω βιβλία του υποθηκοφυλακείου Σπάρτης.
Η αντικειμενική αξία του ως άνω ακινήτου ανερχόταν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης στο ποσό των 108.279,70 ευρώ. Η ανωτέρω χαριστική δικαιοπραξία έγινε από τον πρώτο εναγόμενο με αποκλειστικό σκοπό βλάβης της ενάγουσας και ειδικότερα για να μην μπορεί αυτή να ικανοποιήσει την απαίτηση της, αφού γνώριζε την ύπαρξη των οφειλών της πιστούχου προς την δανείστρια τράπεζα, έχοντας υπογράψει ως εγγυητής τόσο στις ανωτέρω συμβάσεις πίστωσης αυτής (πιστούχου) καθώς και στις τροποποιητικές συμβάσεις αυτής (αρχικής σύμβασης) όσο και στο από 6-10-2009 σύμφωνο αναγνώρισης χρέους της πιστούχου, δεδομένου ότι εγγύηση για την πληρωμή του καταλοίπου από αλληλόχρεο λογαριασμό περιλαμβάνει και κάθε αναγνώριση καταλοίπου που μπορεί να γίνει στο μέλλον από τον πρωτοφειλέτη, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ.
Επομένως, προκύπτει αβίαστα η πρόθεσή του ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης της δανείστριας καθόσον το μεταβιβασθέν περιουσιακό του στοιχείο ήταν και το μόνο εμφανές επί του οποίου η ενάγουσα θα μπορούσε να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της. Ενισχυτικό στοιχείο της πρόθεσης του πρώτου εναγομένου να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας αποτελεί η γνώση αυτού ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πιστούχου αλλά και της εταιρίας "Π.
Ζ. Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία", δραστηριοποιούμενος στο χώρο της κεραμοποιίας, με μεγάλη εμπειρία συνεπώς όσον αφορά στην κίνηση της αγοράς, σχετικά με την φθίνουσα οικονομική πορεία της πιστούχου εταιρείας, ο τζίρος της οποίας ήταν το 2006 4.474.609,97 ευρώ, το 2007 3.169,940 ευρώ, το 2008 2.068.260 ευρώ και το 2009 1.126.310 ευρώ, μη καταλείποντας ουδεμία αμφιβολία στο Δικαστήριο περί του αντιθέτου.
Εν όψει δε της χαριστικής αιτίας της παραπάνω δικαιοπραξίας προς το δεύτερο των εναγομένων που είναι τέκνο του πρώτου εναγομένου, δεν απαιτείται γνώση αυτού ως προς την πρόθεση του γονέα του και συνεπώς παρέλκει η έρευνα αυτής (γνώσης). Εξάλλου, το γεγονός ότι η ανωτέρω δωρεά έλαβε χώρα σε χρόνο προγενέστερο του οριστικού κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, καθόσον, τα παραγωγικά της απαιτήσεως της ενάγουσας περιστατικά υπήρχαν ήδη, από τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, με το κλείσιμο του λογαριασμού, που στη συγκεκριμένη περίπτωση έλαβε χώρα πριν από την συζήτηση της υπό κρίση αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η δε απαίτηση αυτής απλώς κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μεταγενέστερα, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης με τον οποίο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα αντίθετα (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 1/2002, ΑΠ 1343/2000, ΑΠ 881/2000 ό.π.).
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων περί έλλειψης της πρόθεσης βλάβης από μέρους του πρώτου αυτών, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. ...
Κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας είναι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής..., ενώ επιπλέον η ανεπάρκεια πρέπει και να υφίσταται κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 805/2013 δημ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι επαναφέρουν με λόγο έφεσης, την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση ότι ο πρώτος εναγόμενος έχει εμφανή περιουσιακά στοιχεία ικανά να ικανοποιήσουν την απαίτηση της ενάγουσας, συνιστάμενα στη συμμετοχή του στην εταιρία με την επωνυμία "Π.
Ζ. ομόρρυθμος εταιρία" κατά ποσοστό 90%, η περιουσία της οποίας αποτελείται από ένα οικόπεδο μετά του επ' αυτού παλιού εργοστασίου (κεραμοποιείου) που βρίσκεται στα Χάνια Βασιλακίου επί της Ε.Ο. Σπάρτης-Γυθείου, το οποίο έχει μεν εγκαταλειφθεί πλην όμως η εμπορική του αξία είναι μεγάλη. Από τα προσκομιζόμενα στοιχεία και συγκεκριμένα από το από 30-7-1990 συμφωνητικό σύστασης ομορρύθμου εταιρίας προέκυψε ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι διαχειριστής, εκπρόσωπος και μέλος της εταιρίας με την επωνυμία "Π.
Ζ. ομόρρυθμος εταιρία", με ποσοστό συμμετοχής του στα κέρδη και στις ζημίες 80% ενώ έτερο μέλος ήταν ο Ι. Ζ. (πατέρας του) με ποσοστό συμμετοχής 20%. Στην ως άνω εταιρία ανήκει το ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο μετά του επ' αυτού εργοστασίου, που βρίσκεται εντός των ορίων οικισμού Βασιλακίου Λακωνίας, έχει έκταση 4.192,30τμ και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία κληρονόμων Π.
Χ., χείμαρρο, ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. και την Εθνική Οδό Σπάρτης Γυθείου επί της οποίας έχει πρόσοψη 37 μέτρα. Το ακίνητο αυτό αποκτήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σπάρτης Γ. Α. και είναι βεβαρημένο με μία υποθήκη της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος ύψους 44.000 ευρώ. Η επικαλούμενη από τους εναγομένους αξία του εν λόγω ακινήτου, στο οποίο στεγάζεται το εγκαταλελειμμένο πλέον εργοστάσιο, ύψους 500.000-600.000 ευρώ λόγω του ότι βρίσκεται επί της ..., δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι τα προς σύγκριση ακίνητα βρίσκονται στη θέση ΜΑΤΑΚΙ ΣΟΥΜΠΑΣΙ στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος Περιστερίου του Δήμου Σκάλας Λακωνίας δηλαδή σε άλλη θέση από εκείνη του ακινήτου του πρώτου εναγομένου, που βρίσκεται εντός των ορίων οικισμού Βασιλακίου Λακωνίας στη θέση "Χάνια Βασιλακίου", που ως περιοχή δεν παρουσιάζει εμπορική ζήτηση.
Η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του πρώτου εναγομένου, αποτελούμενη από οριζόντιες ιδιοκτησίες εντός της πόλης της Σπάρτης, είναι ήδη βεβαρημένη με προσημειώσεις υποθήκης και αναγκαστικές κατασχέσεις που συνολικά ξεπερνούν κατά πολύ το οφειλόμενο ποσό, με μόνο ελεύθερο επιβαρύνσεων περιουσιακό στοιχείο το επίδικο μεταβιβασθέν, που συνομολογείται από τους εναγομένους.
Επομένως, ο πρώτος των εναγομένων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, με την επίδοση αυτής την 16-12-2014 (βλ. τις υπ' αριθμούς ...-2014 και ...-2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σπάρτης Ι. Β.) (ΑΠ 1130/201, ΕφΑθ 5062/2004 ΤΝΠ Νόμος), που είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του και κατ' ακολουθία η διάγνωση της αφερεγγυότητάς του, καθώς και του προσδιορισμού της βλάβης της ενάγουσας, δεν είχε άλλη εμφανή και επαρκή ακίνητη περιουσία για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και o σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι κατά το χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων ο πρώτος εκκαλών διέθετε περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν την απαίτηση της εφεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 13/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή καταδολίευσης δανειστών της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941 ΑΚ, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων, που δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη αιτιολογία.
Και τούτο διότι με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η επίδικη δικαιοπραξία είναι καταδολιευτική. Ειδικότερα τα παραπάνω υποστηρίζονται από τις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλομένης: α] η τράπεζα με την επωνυμία "ΜΑRFIN ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε." είχε απαίτηση κατά της εταιρίας "Ζ.
ΑΕΕ", ύψους 158.072,19 ευρώ, προερχόμενη από τις αναφερόμενες συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, β] την τήρηση των όρων των συμβάσεων αυτών και την ολοσχερή εξόφληση του καταλοίπου τους εγγυήθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου πρώτος εναγόμενος, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτρια, σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η υπ' αριθ. 66/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης για ποσό 234.101,76 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, γ] η απαίτηση αυτή μεταβιβάστηκε με την από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης στην αναιρεσίβλητη, δ] ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον δεύτερο εναγόμενο υιό του το αναφερόμενο ακίνητο, με πρόθεση να ματαιώσει την ικανοποίηση της ως άνω απαίτησης της ενάγουσας, καθόσον γνώριζε ότι η οικονομική πορεία της πιστούχου εταιρίας ήταν φθίνουσα και δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, καθώς και ότι ο ίδιος δεν είχε επαρκή περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής, ε] τα παραγωγικά αίτια της απαίτησης αυτής υπήρχαν κατά το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης και συνεπώς δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το κλείσιμο του επίδικου λογαριασμού έγινε μετά την γονική παροχή και πριν τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, στ] λόγω της χαριστικής αιτίας δεν απαιτείται γνώση του δεύτερου εναγομένου για τον καταδολιευτικό χαρακτήρα της επίδικης μεταβίβασης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινή πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ [ολΑΠ 8/2005].
Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την έννοια της άνω διάταξης, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα [ολΑΠ 8/2005, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 550 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την έννοια της ύπαρξης περιουσίας κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ, αποδόθηκε εσφαλμένη έννοια και έγινε εσφαλμένη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, με αποτέλεσμα να κριθεί ότι δεν υπάρχει επαρκής περιουσία για την ικανοποίηση της ένδικης απαίτησης της πιστώτριας και συγκεκριμένα ότι κατά πλήρη παράβαση των δεδομένων της συναλλακτικής πείρας το Εφετείο έκρινε ότι "ένα ακίνητο που βρίσκεται στην περιοχή του Βασιλακίου Λακωνίας, 24 χιλιόμετρα από τη Σπάρτη και 19 χιλιόμετρα από το Γύθειο, έχει έκταση άνω των τεσσάρων στρεμμάτων και πρόσοψη 37 μέτρων επί της Εθνική Οδού ..., είναι υποδεέστερης αξίας ενός ακινήτου στην περιοχή Περιστερίου του Δήμου Σκάλας".
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ].
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αλυσιτελής, το ως άνω ακίνητο επί της οδού ... ανήκει, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην εταιρία με την επωνυμία "Π. Ζ. ΟΕ" και όχι στον πρώτο εναγόμενο και, συνεπώς, δεν αποτελεί εμφανές μέρος της περιουσίας του, ικανό για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Οι Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι νομοθετικές πράξεις, που ορίζουν ένα στόχο τον οποίο πρέπει να πετύχουν όλες οι χώρες της Ε.Ε. Ωστόσο, εναπόκειται σε κάθε χώρα να θεσπίσει τους δικούς της νόμους για την επίτευξη των στόχων αυτών [άρθρο 288 εδ. γ της Συνθήκης Ε.Ε.].
Με το Ν.3458/2006 [ΦΕΚ Α' 94/8-5-2006] ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η 2001/24 ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4-4-2001 "για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων", με στόχο "την αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο της Κοινότητας με την κατάργηση όλων των εμποδίων στην ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας" και παράλληλα με την κατάργηση αυτών των εμποδίων, τη λήψη μέτρων πρόνοιας "σχετικά με την κατάσταση που ενδέχεται να δημιουργηθεί σε περίπτωση δυσχερειών ενός πιστωτικού ιδρύματος, ιδίως στην περίπτωση που το ίδρυμα αυτό έχει υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του Ν. 3458/2006, αποκλειστικά αρμόδιες για να αποφασίζουν την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος που έχει την καταστατική του έδρα στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων του, που λειτουργούν σε άλλα κράτη - μέλη της Κοινότητας, είναι οι ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές, ενώ για τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την καταστατική τους έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, αποκλειστικά αρμόδιες είναι οι αντίστοιχες αρχές του κράτους - μέλους αυτού, οι αποφάσεις των οποίων αναγνωρίζονται και παράγουν αποτελέσματα στην Ελλάδα, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση, παράγουν δε αποτελέσματα στην Ελλάδα από τη στιγμή που θα αρχίσουν να παράγουν αποτελέσματα και στο άλλο κράτος - μέλος.
Επιπλέον, κατ' άρθρο 4 παρ. 2-1 του ίδιου νόμου, αποκλειστικά αρμόδιες να αποφασίζουν για την εφαρμογή ενός ή περισσότερων μέτρων εξυγίανσης σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων του, που είναι εγκαταστημένα σε κράτη - μέλη υποδοχής [μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα], είναι οι αρχές του κράτους - μέλους αυτού, διοικητικές ή δικαστικές.
Τα λαμβανόμενα από αυτές μέτρα εξυγίανσης ή εκκαθάρισης παράγουν στην Ελλάδα αποτελέσματα χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, ακόμη και αν το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται [ΑΠ 2024/2022] Σημειωτέον, όμως, ότι έννομα αποτελέσματα στο κράτος - μέλος υποδοχής δεν παράγει αφ' εαυτής η νομοθεσία του κράτους - μέλους καταγωγής για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά τα μέτρα εξυγίανσης που πράγματι ελήφθησαν σύμφωνα με αυτήν, όπως ισχύουν στο κράτος - μέλος καταγωγής και σύμφωνα με τη νομοθεσία του τελευταίου [ΔΕΕ 24 - 10/2013 C - 85/12, ΑΠ 2024/2022].
Κατά το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 [όπως ίσχυε μετά το ν. 4021/2011, ο οποίος προσέθεσε ειδικές διατάξεις για την εξυγίανση και εκκαθάριση στον τραπεζικό νόμο 3601/2007 και πριν την τροποποίηση με το ν. 4335/2015] μέτρα εξυγίανσης κατά το ελληνικό δίκαιο είναι μεταξύ άλλων "...δ] η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του Ν.3601/2007...".
Σημειωτέον, ότι και ο μεταγενέστερος ν. 4261/2014, που αντικατέστησε το Ν. 3601/2007, στο άρθρο 141 προέβλεπε ως μέτρο εξυγίανσης τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως και ο τελευταίος Ν. 4335/2015, που με το άρθρο 2 ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την 2014/59 ΕΕ Οδηγία, στο άρθρο 52 παρ. 6 εδ. 5 της οποίας προβλέπεται ως μέτρο αναδιοργάνωσης η πώληση περιουσιακών στοιχείων.
Επισημαίνεται δε, ότι με το άρθρο 3 παρ. 5 του Ν. 4340/2015 [ΦΕΚ 134/1-11-2015] προστέθηκε στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 130 του άρθρου 2 του Ν. 43435/2015, η παρ. 4, σύμφωνα με την οποία "Σε εκκρεμείς διαδικασίες σχετικές με μέτρα εξυγίανσης που ελήφθησαν πριν από τη έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι ισχύουσες κατά το χρόνο λήψεως των μέτρων διατάξεις" [ΑΠ 2024/2022].
Περαιτέρω, η ως άνω 2001/24 ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4-4-2001 "για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων" ενσωματώθηκε στο κυπριακό δίκαιο με τον περί Τραπεζικών Εργασιών [τροποποιητικό] 151 [1] Νόμο του 2004, ο οποίος "διαβάζεται μαζί με τους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1997 μέχρι 2004" [ΑΠ 2924/2022, ΑΠ 561/2021]. Στο πλαίσιο που θέτουν οι αντίστοιχες διατάξεις του κυπριακού νόμου, το υπ' αριθ. 97/6-3-2013 Διάταγμα που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, σχετικά με τη μεταβίβαση των εργασιών της τράπεζα "Cyprus popular bank public co ltd" προς την Τράπεζα Πειραιώς επαναλαμβάνει τις ίδιες πρόνοιες σχετικά με την υπεισέλευση του αποκτώντος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, όπως αυτές αναφέρονται ιδίως στο άρθρο 13 του ως άνω κυπριακού νόμου.
Συγκεκριμένα α] στο άρθρο 7 [δ] του διατάγματος ορίζεται ότι η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων προς την Τράπεζα Πειραιώς θεωρείται έγκυρη και παράγει τα δι' αυτής σκοπούμενα αποτελέσματα, ανεξαρτήτως "...οποιασδήποτε αναγγελίας, έγκρισης ή συναίνεσης οποιουδήποτε προσώπου στην πώληση εργασιών", β] στο άρθρο 10 του ίδιου διατάγματος ορίζεται ότι "Συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τον πωλητή [δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου] και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, λογίζονται από τον χρόνο μεταβίβασης ως να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με τον αγοραστή [δηλαδή την Τράπεζα Πειραιώς]". Με το διάταγμα αυτό δεν επέρχεται άμεσα, η σκοπούμενη "πώληση εργασιών", η οποία συντελείται με εκτελεστική σύμβαση [ή συμβάσεις], όπως είναι η "Σύμβαση Πώλησης και Μεταβίβασης" της 26-3-2013, στην οποία, μετά ταύτα εναπόκειται ο προσδιορισμός του περιεχομένου της ως άνω μεταβίβασης [ΑΠ 561/2021].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό [ δικαστήριο], καθορίζει ο νόμος [ΚΠολΔ 352, 438-440, 447], προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη, χωρίς ή με δυνατότητα ανταπόδειξης, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ορισμένα από αυτά (ΑΠ 698/2023, ΑΠ 1078/2022, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 732/2017). Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ [ΑΠ 110/2023, ΑΠ 1262/2018].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι για την απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στις δύο βεβαιώσεις έκδοσης της αναιρεσίβλητης περί μεταβίβασης του επίδικου χρέους από τη τράπεζα "CYPRUS POPULAR BANK" στην αναιρεσίβλητη, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε τα CD οποία συνοδεύουν τη σύμβαση μεταβίβασης μεταξύ των δύο τραπεζών και εμπεριέχουν τις συμβάσεις και τις πρόσθετες πράξεις που μεταβιβάστηκαν.
Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας α] στο με αριθμό ...-2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο οποίο δημοσιεύθηκε το υπ' αριθ. ...-2013 διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, περί πώλησης των εν Ελλάδι εργασιών της τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Λτδ, β] στην από 26-3-2013 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος με αριθμό 66/26-3-2013 συνεδρίασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, γ] στην από 26 -3-2013 σύμβαση πώλησης μεταξύ της "CYPRUS POPYLAR BANK PUBLIC CO LTD" και της αναιρεσίβλητης [με την οποία μεταβιβάστηκαν όλες οι δανειακές απαιτήσεις στην Ελλάδα, πλέον των συναφών δεδουλευμένων τόκων και συναφών εξασφαλίσεων, όπως καταγράφονται στα βιβλία της πωλήτριας την 15-3-2013 και ειδικότερα η πωλήτρια εκχώρησε και μεταβίβασε και η αγοράστρια με τη σύμβαση αγόρασε και απέκτησε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία του ενεργητικού, δηλαδή και τα δάνεια από το χρόνο της μεταβίβασης, ήτοι την 26-3-2013] και δ] τις από 20-9-2013 δύο βεβαιώσεις της αναιρεσίβλητης.
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο για την κρίση του περί ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας στηρίχθηκε στην από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης μεταξύ των ως άνω τραπεζών και όχι στις δύο βεβαιώσεις της αναιρεσίβλητης, οι οποίες εκδόθηκαν επικουρικά και διευκρινιστικά μόνο, όπως άλλωστε και τα αναφερόμενα CD, τα οποία διευκρινιστικά και μόνο συμπλήρωναν τη σύμβαση, αφού σε αυτή περιλαμβάνονται όλα τα ελληνικά δάνεια, που δεν είχαν εξοφληθεί μέχρι την 15-3-2013 μεταξύ των οποίων και το επίδικο, την ύπαρξη και το ανεξόφλητο του οποίου δεν αρνούνται οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-12-2020 αίτηση των Π. Ζ. του Ι. και Ε. Ζ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 258/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ