Appeal dismissed for non-attendance; appeal against traffic accident verdict rejected due to insufficient evidence review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three appellants against a traffic accident verdict, noting that two appellants failed to appear in court without legal representation. The court rejected the arguments regarding procedural defects and the assessment of evidence, finding the lower court's evaluation of facts to be sound and unassailable. Consequently, the appeal was declared inadmissible for the absent parties, while the third appellant's appeal was rejected on substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure: The appeal is inadmissible if appellants fail to appear with a lawyer, and the appeal against a traffic accident verdict is rejected if the lower court's evaluation of evidence is clear, sufficient, and convincing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1522 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1522/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Χ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Γ. Χ. του Π. και 3) Θ. Χ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. 52976/2251/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-10-2010 αγωγή των 2ου και 3ου των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3109/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2757/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-7-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη διάβασε την από 17-2-2023 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1-7-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1237/2015 αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2757/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως το εδάφιο β' της παραγράφου 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (Α.Π. 683/2021, Α.Π. 838/2017, πρβλ. Ολ.Α.Π. 8/2009, Ολ.Α.Π. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσοτέρων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναιρέσεως, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στο φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο ή τους νομίμως παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Ολ.Α.Π. 4/1994, Ολ.Α.Π. 2/1992, Α.Π. 2062/2017, Α.Π. 1863/2017).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 159 παρ. 1, 211, 217 παρ. 2 και 238 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παρέστη δικηγόρος, που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του δικηγόρου αυτού, που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρά, σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, οπότε θεραπεύονται και οι προηγηθείσες άκυρες διαδικαστικές πράξεις (πρβλ.
Α.Π. 1536/2022, Α.Π. 1252/2013, Α.Π. 683/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 1.7.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1237/2015 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2757/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρο 681 Α' του Κ.Πολ.Δ.), δικάσιμος της οποίας, με πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, παραστάθηκε δε μόνο η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....".
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, για τον προσδιορισμό δικασίμου (κατ' άρθρο 568 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προσήγαγε η υπογράφουσα το δικόγραφο αυτής δικηγόρος Δήμητρα Χρονοπούλου, παριστάμενη μετά του τρίτου αναιρεσείοντος Θ.
Χ. (βλ. τη συνταγείσα από το γραμματέα του Αρείου Πάγου Ι. Π., από 28-9-2021, έκθεση εμφάνισης, που υπογράφεται από τον ως άνω γραμματέα, τη δικηγόρο Δήμητρα Χρονοπούλου και τον παριστάμενο τρίτο αναιρεσείοντα Θ. Χ.). Με την ως άνω, όμως, αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, κατά την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως προς προσδιορισμό δικασίμου, ο τρίτος αναιρεσείων, επισπεύδων τη συζήτηση, ενέκρινε όλες τις προπαρασκευαστικές, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, πράξεις της προαναφερόμενης δικηγόρου.
Συνεπώς αφού δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση θα συζητηθεί, σαν να ήταν και αυτός παρών. Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι οι λοιποί (πρώτος και δεύτερος) αναιρεσείοντες είχαν επισπεύσει και αυτοί εγκύρως τη συζήτηση, καθ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στην ως άνω, φερόμενη ως πληρεξουσία δικηγόρο τους, πληρεξουσιότητα, με έναν από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. Εξ άλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, δεν προκύπτει ότι οι ίδιοι πιο πάνω αναιρεσείοντες (για τους οποίους δεν προκύπτει ότι είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα), έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον τρίτο αναιρεσείοντα (που επισπεύδει εγκύρως τη συζήτηση) ή από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με αποτέλεσμα να είναι δικονομικά απόντες.
Συνεπώς, ενόψει του ότι -όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς- οι αναιρεσείοντες, ως εξ αναγωγής συνεναγόμενοι, συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., όπως το εδάφιο β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και ισχύει από τις 23.3.2013, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Θ.
Χ., ως προς τον οποίο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους λοιπούς (πρώτο και δεύτερο) αναιρεσείοντες. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 2757/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε σχέση με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 27-10-2007, ασκήθηκαν: α) η από 1-2-2010 και με αρ. κατ. δικ. 2251/2010 αναγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία η τελευταία, ισχυριζόμενη ότι με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του πρώτου των εναγομένων, Π.
Χ., (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) δυνάμει του αναφερόμενου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ασφάλισε την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του ... αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, Γ. Χ., (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος) το οποίο, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, οδηγούσε σε κατάσταση μέθης ο τρίτος εναγόμενος, Θ.
Χ., (ήδη τρίτος αναιρεσείων) ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, που η ίδια, κατόπιν εξωδίκου συμβιβασμού και προς αποφυγή δικαστικών αγώνων και επιβαρύνσεως με επιπλέον έξοδα, κατέβαλε στους ζημιωθέντες από το ένδικο ατύχημα και β) η από 26-10-2010 και με αρ.
κατ. δικ. 8609/2010 αγωγή των ήδη δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, Γ. Χ. και Θ. Χ., κατά της Δ.- Α. Β. και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", με την οποία, επικαλούμενοι ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές και, με την υπ' αριθμ. 3109/2011 οριστική απόφασή του, απέρριψε αυτές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως, και δη ως προς το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 1-2-2010 και με αρ. κατ. δικ. 2251/2010 αναγωγή, η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 10-2-2012 και με αρ.
κατ. 1058/2012 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 2757/2014 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, μετ' εξαφάνιση δε, κατά το κεφάλαιο αυτό, της εκκληθείσας αποφάσεως, έγινε δεκτή η αναγωγή και υποχρεώθηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην ήδη αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 18.321,32 ευρώ, επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχε λόγος απαλλαγής αυτής (αναιρεσίβλητης) έναντι των εξ αναγωγής συνεναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, διότι διαπιστώθηκε ότι, η συνδεόμενη αιτιωδώς με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, παραβατική οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου από τον τρίτο αναιρεσείοντα, οφειλόταν στην από μέρους του κατανάλωση ποσότητας αλκοόλ, που υπερέβαινε τα από το νόμο επιτρεπτά όρια.
Από το περιεχόμενο, όμως, του αναιρετηρίου προκύπτει ότι οι πρώτος και δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγοι αναιρέσεως -με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, αντιστοίχως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 6β του π.δ. 237/1986, που προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3557/2007 (1ος λόγος) και με ελλιπείς αιτιολογίες (2ος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του), έκρινε ότι οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων, ασφαλισμένος και ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος αντιστοίχως, ενέχονται, εις ολόκληρον με τον τρίτο, ο οποίος κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος- αφορούν μόνο στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους κρίθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, απαράδεκτη η συζήτηση και, συνεπώς, δεν ερευνώνται.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του αποτελέσματος που επήλθε.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ' του ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατ' άρθρο 18 του νόμου αυτού, από 14-5-2007, με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100/τ.Α'/14-5-2017) και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου του ένδικου τροχαίου ατυχήματος (27-10-2007), καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/τ.
ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει, στην πρώτη παράγραφό του, ότι: 1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται:
α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαιρέσεως από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη, κατ' άρθρ. 6β παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος (Α.Π. 1040/2021, Α.Π. 839/2021, Α.Π. 379/2021).
Από το συσχετισμό μεταξύ τους, των τριών περιπτώσεων εξαιρέσεως, σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋποθέσεως για τη συγκρότηση των λόγων εξαιρέσεως, μόνο στις περιπτώσεις β' και γ', όχι όμως και στην περίπτωση α', δηλαδή την πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί (Α.Π. 379/2021, Α.Π. 323/2020, Α.Π. 628/2019).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του π/δ/τος 237/1986, ο όρος που περιλήφθηκε στη σύμβαση ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, παρέχει όμως σ' αυτόν το δικαίωμα να αξιώσει, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (Α.Π. 837/2020, Α.Π. 90/2019, Α.Π. 1656/2018, Α.Π. 809/2017).
Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο.
Κάθε ένα από τα ως άνω πρόσωπα ευθύνεται αυτοτελώς, υπάρχει δηλαδή παράλληλη και εις ολόκληρον υποχρέωση ενός εκάστου των ως άνω υπόχρεων προσώπων, έναντι του ασφαλιστή. Οι ως άνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαιρέσεως αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αποτελούν, στην πραγματικότητα, καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε, απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον αντισυμβαλλόμενο, καθώς και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό, κατά των οποίων δικαιούται, κατ' αρχήν, ο ασφαλιστής να ασκήσει αναγωγή, επικαλούμενος τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου (τα τυπικά δηλαδή στοιχεία του τροχαίου ατυχήματος και την οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ο τρίτος αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ., αιτιάται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, με ελλιπείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι η εκ μέρους του, κατά το χρόνο του ατυχήματος, οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου υπό την επήρεια οινοπνεύματος, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Σε σχέση με την ανωτέρω αιτίαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 27/10/2007 περί ώρα 03.45 το ..., ιδιοκτησίας της Δ.- Α. Β., το οποίο οδηγούσε η ίδια, ήταν σε προσωρινή διακοπή της πορείας του, στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, δίπλα σε άλλο, σταθμευμένο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της οδού Βεΐκου αυτοκίνητο, έχοντας αναμμένα τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ), προκειμένου να αποβιβασθεί η συνοδηγός Παναγιώτα Παπανελοπούλου.
Προτού προλάβει η εν λόγω συνοδηγός να ανοίξει τη δεξιά θύρα του αυτοκινήτου, το ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Γ. Χ., το οποίο εκινείτο στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ... με κατεύθυνση από Ν. Ηράκλειο προς Αθήνα, οδηγούμενο από τον Θ. Χ., προσέκρουσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα του, στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου της Δ.- Α.
Β.. Συνεπεία της προσκρούσεως επ' αυτού του ΥΥΥ- 1671 ΙΧΕ αυτοκινήτου, το ΙΒΥ- 9337 ΙΧΕ αυτοκίνητο της Διονυσίας - Αικατερίνης Βαμβακούση μετακινήθηκε προς τα εμπρός και προσέκρουσε στην αριστερή πλευρά του σταθμευμένου ΙΒΗ- 6712 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της Αικατερίνης Χριστοπούλου και, ακολούθως, στο σταθμευμένο ΖΖΚ- 8604 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Σταύρου Χαϊδά [...].
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Θ. Χ. επέστρεφε στην οικία του, στο Γαλάτσι Αττικής, επί της οδού ....., έχοντας εκκινήσει από το εμπορικό κέντρο "ΤΟ ΑΙΘΡΙΟΝ", κείμενο επί της συμβολής της Λεωφ. Κηφισίας με την οδό Αγ. Κωνσταντίνου και έχοντας αναλώσει προ της αναχωρήσεώς του αλκοολούχα ποτά. Από τον από 27-10-2007 και ώρα 04.07 έλεγχο αυτού με ηλεκτρονική συσκευή LΙΟΝ SD- 400, η περιεκτικότητα οινοπνεύματος ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα ήταν 0,49 χιλιοστά του γραμμαρίου και κατά τη δεύτερη μέτρηση, ώρα 04.30 της ίδιας ημέρας, η περιεκτικότητα οινοπνεύματος ήταν 0,27 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα.
Τα ανωτέρω οδηγούν το Δικαστήριο στην κρίση ότι ο ως άνω οδηγός Θ. Χ. οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και έχοντας μειωμένα αντανακλαστικά, σε σχέση με τον οδηγό που οδηγεί νηφάλιος, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ασκεί τον πλήρη έλεγχο και εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος προ οιουδήποτε δυνάμενου να προβλεφθεί εμποδίου.
Έτσι, κινούμενος, λόγω της επήρειας του οινοπνεύματος, με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, ήτοι με ταχύτητα 70 χιλιόμετρα/ ώρα περίπου (ήταν νύχτα, υπήρχαν σταθμευμένα στο δεξιό άκρο της οδού ... κατά την κατεύθυνσή του, αυτοκίνητα και επρόκειτο περί κατοικημένης περιοχής), δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το ευρισκόμενο σε προσωρινή διακοπή της πορείας, με αναμμένα τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ), ΙΒΥ- 9337 ΙΧΕ αυτοκίνητο της Δ.- Α.
Β. και επέπεσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε, στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του ΙΒΥ- 9337 ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο μετακίνησε προς τα εμπρός και το επέρριψε επί των άλλων δύο ΙΒΗ- 6712 και ΖΖΚ-8604 ΙΧΕ αυτοκινήτων [...]. Ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος Θ. Χ., τελώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος και έχοντας συνεπεία αυτού μειωμένα αντανακλαστικά, προκάλεσε το εν λόγω τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα [...] στηριχθείσα στα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής δικογραφίας και, ιδίως ...
την ένορκη κατάθεση του Θ. Χ. περί του ότι εκινείτο με ταχύτητα υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλ./ώρα ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού έκρινε ότι η οδήγηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος Θ. Χ. υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, δέχτηκε ως βάσιμους κατ' ουσίαν τους συναφείς λόγους της εφέσεως της, ήδη αναιρεσίβλητης, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 3109/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει αντίθετα, μετ' εξαφάνιση δε αυτής, κατά το κεφάλαιο τούτο, έκανε δεκτή την αναγωγή και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην ήδη αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 18.321,32 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, όπως ισχύουν, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος Θ.
Χ. οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος, γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στην οδηγική του συμπεριφορά, εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις (ήταν νύχτα, στο δεξιό άκρο της οδού ...
κατά την κατεύθυνσή του, υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα και επρόκειτο περί κατοικημένης περιοχής) ταχύτητα 70 χ/ω, αντί της ανώτατης επιτρεπόμενης των 50 χ/ω, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το ευρισκόμενο σε προσωρινή διακοπή πορείας, με αναμμένα τα φώτα έκτακτης ανάγκης, με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο της Δ.- Α. Β. και να επιπέσει με σφοδρότητα επ' αυτού. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον ως άνω αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτός διατείνεται, δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθώς και του επελθόντος αποτελέσματος της ένδικης συγκρούσεως, ενόψει του ότι, κατά τους ισχυρισμούς του:
α) δεν αναφέρεται εάν στο σημείο που έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, η ... ήταν ευθεία και σε πόσα μέτρα ή εάν, αντιθέτως, υπήρχε στροφή, δηλαδή εάν αντικειμενικά υπήρχε ορατότη¬τα ή όχι, β) δεν αναφέρεται η απόσταση από την οποία ο ως άνω αναιρεσείων αντιλήφθηκε το όχημα της Δ.-Α. Β., ώστε να κριθεί εάν μπορούσε εγκαίρως να τροχοπεδή¬σει ή όχι, ούτε εάν πράγματι ενήργησε τροχοπέδηση ή όχι, γ) δεν διευκρινίζεται για πόσο χρόνο το όχημα της Δ.- Α.
Β. παρέμεινε σε διακοπή πορείας, ούτε εάν υπήρχε ελεύθερος χώρος προς τα αριστερά αυτής και πό¬σος, δεν διευκρινίζεται δηλαδή εάν ο ως άνω αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, δ) δεν διευκρινίζεται γιατί η ένδικη σύγκρουση δεν θα επερχόταν εάν ο ως άνω αναιρεσείων εκινείτο με το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χλμ., δ) δεν διευκρινίζεται γιατί η ένδικη σύγκρουση δεν θα επερχόταν και χωρίς την προηγούμενη κατανάλωση αλκοόλ, δεδομένου μάλιστα ότι η ποσότητα αλκοόλ που διαπιστώθηκε ήταν ελάχιστα πάνω από το επιτρεπόμενο όριο, με σαφώς χαμηλή επίδραση στον οργανισμό και τα αντανακλαστικά ενός 30χρονου άντρα, σε σχέση μάλιστα με το ύψος (1,93μ.) και το βάρος του (120 κιλά) και ε) δεν εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, ούτε όμως ότι είναι συνυπαίτιος.
Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά στον τρίτο αναιρεσείοντα Θ. Χ., να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο ως άνω αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1.7.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1237/2015 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2757/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων, Π. Χ. του Θ. και Γ. Χ. του Π..
Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Θ. Χ. του Πέτρου.
Απορρίπτει, ως προς τον ως άνω τρίτο αναιρεσείοντα, την αίτηση αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον ως άνω τρίτο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ