Supreme Court dismisses appeal against insurance contract ruling due to lack of evidence regarding policy exclusions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to partially accept the insured's claim. The insured argued that the insurer failed to inform them about specific exclusions in the policy, yet the court found no written evidence of such notification or objection. Consequently, the court ruled that the insurer properly applied the law and the appeal was baseless.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 2496/1997, άρθρο 1 παρ. 1, 2, 5; Η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο του ασφαλιστή και απαιτείται γραπτή ενημέρωση για παρεκκλίσεις, αλλιώς η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1522 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1522/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδων Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπακάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2196/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 539/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/1/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10-1-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 539/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο την από 10-10-2016 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 2196/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποίαν απερρίφθη η από 16-7-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως αβάσιμη από ουσιαστικής απόψεως, έκανε δεκτή την ως άνω ασκηθείσα έφεση και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την παραπάνω ασκηθείσα αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)", ενώ με τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 5 του αυτού ως άνω Ν. 2496/1997 ορίζονται ότι "1.
Η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή... 2. Ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στον λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο ή αν έχει συμφωνήσει προσωρινή κάλυψη, έγγραφο προσωρινής κάλυψης... 5. Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης.
Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή.
Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στον λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν.
Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής συμβάσεως είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις ασφαλιστικής καλύψεως, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.
Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατόν, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική, συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής συμβάσεως γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, η οποία περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση συμβάσεως, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων, η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ.
Από τον νόμο (άρθρο 2 του Ν. 2496/1997) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής συμβάσεως και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από το λήπτη της ασφαλίσεως, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους, οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αιτήσεως και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αιτήσεως τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντιώσεως και χορηγείται στον λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, υπόδειγμα έντυπης δηλώσεως εναντιώσεως, ο δε λήπτης της ασφαλίσεως δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αιτήσεως τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου.
Αν ο ασφαλιστής, ο οποίος εξέδωσε το ασφαλιστήριο, παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στον ίδιο έντυπη δήλωση εναντιώσεως, τότε οι κατά παρέκκλιση της αιτήσεως τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αιτήσεως προς κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Η αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 § 5 του Ν. 2496/1997, η οποία εισάγει ρύθμιση διαφορετική από τις διατάξεις των άρθρων 191 εδ. β' και 192 ΑΚ, κατά τις οποίες "Αποδοχή (της προτάσεως) με τροποποιήσεις θεωρείται σαν αποποίηση με νέα πρόταση. Η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε, η δήλωση αποδοχής της πρότασής του", υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να παρασχεθεί στον λήπτη της ασφαλίσεως και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχειρήσεως, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, το οποίο εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Ως παρεκκλίσεις από την αίτηση θεωρούνται όχι μόνον επί πλέον ειδικοί όροι, οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου και οι οποίοι δεν απετέλεσαν αντικείμενο της αιτήσεως, αλλά κατά μείζονα λόγο και η μη αναφορά στο ασφαλιστήριο της καλύψεως ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων, τους οποίους με την αίτησή του ζήτησε ο λήπτης, αφού και στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχει εντονότατη παρέκκλιση (διαφοροποίηση) από την αίτηση με πλέον δυσμενείς για τον ασφαλισμένο συνέπειες, δεδομένου ότι, όχι μόνον τίθενται πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής συβάσεως και των εξ αυτής δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, αλλά ο τελευταίος παραμένει ακάλυπτος έναντι ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων, την κάλυψη των οποίων ζήτησε με την αίτησή του.
Από αυτά παρέπεται ότι αν ο ασφαλιστής προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του ασφαλισμένου για καταβολή του ασφαλιστικού ποσού, λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, επικαλείται ασφαλιστήριο το οποίο εκδόθηκε από τον ίδιο κατά παρέκκλιση της αιτήσεως, όπως είναι και εκείνο το οποίο δεν περιέχει όρους για την κάλυψη ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων, τους οποίους ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης, πρέπει, για να είναι ορισμένος και άρα ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός του, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι ο λήπτης της ασφαλίσεως ενημερώθηκε για την παρέκκλιση κατά τον παραπάνω αναφερόμενο τρόπο (γραπτώς ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σε αυτόν ασφαλιστηρίου) και ότι χορηγήθηκε στον λήπτη έγγραφη δήλωση εναντιώσεως, ενώ ο τελευταίος δεν εναντιώθηκε γραπτώς μέσα στην παραπάνω μηνιαία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου.
Διαφορετικά, ο ισχυρισμός του και μόνον, ότι με το εκδοθέν από τον ίδιο ασφαλιστήριο δεν καλύπτονται ορισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι, την κάλυψη των οποίων ζήτησε ο λήπτης με την αίτησή του, είναι αλυσιτελής. Εξάλλου το άρθρο 6 § 1 του Ν. 2496/1997 ορίζει ότι: "Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές.
Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις". Η ρύθμιση αυτή έχει τεθεί υπέρ του ασφαλιστή και σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, είναι έγκυρη κάθε συμφωνία, η οποία αυξάνει τα δικαιώματα του ασφαλισμένου, με συνέπεια να μπορεί να συμφωνηθεί, μεταξύ των άλλων, ότι η ασφαλιστική κάλυψη θα αρχίσει και χωρίς την προκαταβολή ασφαλίστρων.
Η νομική παραδοχή, ότι στην περίπτωση αυτή θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι καταρτίστηκε σύμβαση ασφαλίσεως αντίστοιχου περιεχομένου με εκείνο της αιτήσεως του ασφαλισμένου προς τον ασφαλιστή, ως να είχε γίνει αποδεκτή από τον τελευταίο η διατυπωθείσα προς εκείνον με τον τρόπο αυτό πρόταση του ασφαλισμένου προς κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως ασφαλίσεως και να είχε καταρτισθεί εξαρχής αντίστοιχου περιεχομένου σύμβαση, επάγεται κατά νόμο ότι οι δι' αυτής συμβληθέντες βαρύνονται με τις απορρέουσες εξ αυτής υποχρεώσεις τους, δοθέντος ότι η κύρωση του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 2496/1997, κατ' απόκλιση της ρυθμίσεως των άρθρων 191 εδ.
β και 192 ΑΚ, δεν έχει χαρακτήρα ποινής με την περιέλευση του ασφαλισμένου σε ευνοϊκότερη συμβατική θέση εκείνης της πλήρους αποδοχής της προτάσεώς του από τον ασφαλιστή. Και ειδικότερα ο μεν ασφαλισμένος υποχρεούται σε καταβολή του ασφαλίστρου και ο ασφαλιστής σε πληρωμή του ασφαλίσματος σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου.
Η έναντι όμως του ασφαλισμένου αξίωση του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίστρου με βάση το κατά πλάσμα του νόμου περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως καθίσταται εκ των πραγμάτων απαιτητή μετά τον προσδιορισμό της από τον ασφαλιστή, περίπτωση η οποία εμπίπτει και στο πραγματικό της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, κατά τους ορισμούς και την έννοια της οποίας η ασφαλιστική σύμβαση αρχίζει και χωρίς την καταβολή του ασφαλίστρου αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις.
Και τούτο για το λόγο ότι από αυτό το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 2496/1997 και την διατυπούμενη δι' αυτής ρύθμιση θεωρείται δεδομένο και αυτονόητο ότι ορίσθηκε και αξιώθηκε από τον ασφαλιστή μόνο το ασφάλιστρο που οφειλόταν κατά την σύμβαση ασφαλίσεως και τους καλυπτόμενους δι' αυτής κινδύνους, που διαλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο.
Εν όψει όλων αυτών, στην περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος ζήτησε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν. 2496/1997, από τον ασφαλιστή την κάλυψη περισσοτέρων του ενός κινδύνων, αυτός δε, παρέδωσε στον ασφαλισμένο ασφαλιστήριο, με το οποίο καλύπτονται ολιγότεροι των αιτηθέντων κίνδυνοι, χωρίς να ενημερώσει τον ασφαλισμένο, σύμφωνα με τις αναφερθείσες ανωτέρω και οριζόμενες από τον ίδιο επίσης νόμο διατυπώσεις, για την παρέκκλιση από την αίτησή του και χωρίς να ορίσει τα ασφάλιστρα και τον τρόπο και το χρόνο της καταβολής τους, εάν μεταγενεστέρως επέλθει ο εξ υπαιτιότητος του ασφαλιστή μη περιληφθείς στο ασφαλιστήριο κίνδυνος, θεωρείται ότι ο κίνδυνος αυτός καλύπτεται από τη σύμβαση ασφαλίσεως και ο ασφαλιστής υποχρεούται στην καταβολή του ασφαλίσματος.
Αντίθετη εκδοχή θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση προς το σκοπό του νομοθέτη και ιδιαιτέρως προς το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2496/1997, με το οποίο προστατεύεται ο ασφαλισμένος από ενέργειες του ασφαλιστή, οι οποίες αποστερούν από τον πρώτο την ασφαλιστική κάλυψη (ΟλΑΠ 9/2014, ΑΠ 1520/2018).
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, ενώ η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε αλλά και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1422/2021, ΑΠ 313/2020, ΑΠ 1477/2019), ενώ από την σαφή διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με αυτήν λόγος αναιρέσεως παρέχεται μόνο στην περίπτωση παραβιάσεως κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1032/2013).
Εξάλλου κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια των άνω διατάξεων υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν καθόλου ή δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 2053/2014). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 1266/2011).
Επίσης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.
Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1510/2021, ΑΠ 430/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1937/2017, ΑΠ 885/1994).
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια των άνω διατάξεων θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως και παραδεκτώς από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι αν γινόταν δεκτός αυτός ο ισχυρισμός θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016), γιατί διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τον λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).
Περαιτέρω για να ιδρυθεί αναιρετικός λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής ή της ένστασης γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτές (ΟλΑΠ 294/1981.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραβίαση και δεν ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, όταν πρόκειται για νομικώς αδιάφορα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 69/2013, ΑΠ 1326/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 163/1994). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996), ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 1510/2021, ΑΠ 74/2019).
Στην κρινομένη υπόθεση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως άνω δικαστήριο που δίκασε ως εφετείο δέχτηκε αναιρετικώς ανελέγκτως κατ' άρθρον 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, Ι.
Γ. και Σ. Σ. αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εκκαλούσα με την από 23.05.2003 και με αριθμό ... πρόταση - αίτηση της προς την εναγόμενη - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ζήτησε τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης κατοικίας, η οποία συντάχθηκε με τη συμπλήρωση εντύπου της εφεσίβλητης και περιείχε μεταξύ άλλων την ασφαλιστική κάλυψη των κινδύνων: 1. Θραύση - διάρρηξη σωληνώσεων, 2.
Αστική ευθύνη από διαρροή ύδατος, 3. Έξοδα άντλησης υδάτων. Ως προς τους ασφαλιστικούς αυτούς κινδύνους, η πρόταση περιείχε τις εξής εξαιρέσεις: 1. Στη θραύση - διάρρηξη σωληνώσεων, ισχύει απαλλαγή σε κάθε ζημιά 10% επί του ποσού της αποζημίωσης, με ελάχιστο ποσό απαλλαγής τα 600 €, 2. Η αστική ευθύνη από διαρροή ύδατος ισχύει για κεφάλαιο έως 1.500 ευρώ ανά γεγονός και ετησίως, 3.
Τα έξοδα άντλησης υδάτων ισχύουν για κεφάλαιο έως 900 ευρώ ανά γεγονός και ετησίως. Βάσει της ανωτέρω αίτησης, η εφεσίβλητη εξέδωσε ασφαλιστήριο, με διάρκεια από 10.07.2003 μέχρι 10.07.2004, για το με αριθμό ... διαμέρισμα της εκκαλούσας, το οποίο βρίσκεται στον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην οδό ...
στην ….. Έκτοτε, η σύμβαση αυτή ανανεωνόταν με του ίδιους όρους από την εφεσίβλητη, η οποία εξέδωσε το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που ίσχυε από 10.07.2011 έως 10.07.2012, με ασφάλιστρο το ποσό των 768,63 ευρώ. Την 05.12.2011 εμφανίστηκε ξαφνικά μεγάλη και απότομη διαρροή ύδατος στο ταβάνι του με αριθμό ... διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, ιδιοκτησίας Γ.
Κ., στο σημείο που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το σαλόνι του επίδικου διαμερίσματος, ενώ στο μεταξύ, εμφανίστηκαν κηλίδες υγρασίας στη βάση των τοίχων του σαλονιού του διαμερίσματος της εκκαλούσας, περιμετρικά του πατώματος, οι οποίες ξεπερνούσαν τα σοβατεπί και εξαπλώνονταν προς τα πάνω. Η εκκαλούσα κάλεσε τον υδραυλικό Π.
Π., ο οποίος έκλεισε το κεντρικό σύστημα θέρμανσης, άδειασε όλες τις σωλήνες της πολυκατοικίας και διαπίστωσε ότι η ζημία δημιουργήθηκε λόγω βλάβης του αυτόματου πλήρωσης, με αποτέλεσμα να ανέβει η πίεση του νερού και να σπάσει κάποια σωλήνα εσωτερικά του δικτύου. Την ίδια ημέρα δε προέβη σε αναγγελία της ζημίας προς την εφεσίβλητη, η οποία ανέθεσε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης στο ανεξάρτητο γραφείο πραγματογνωμόνων "...
Ε.Ε.", όπως διερευνήσει τα αίτια της ζημίας και εκτιμήσει το ύψος αυτής. Παράλληλα, η εκκαλούσα προέβη σε εργασίες επισκευής των ζημιών του διαμερίσματός της και ειδικότερα, σε εξωτερική σύνδεση του συστήματος θέρμανσης με το λεβητοστάσιο, πλήρη αντικατάσταση του δρύϊνου πατώματος του σαλονιού, εμβαδού 58 τ.μ.
και ελαιοχρωματισμό των τοίχων του διαμερίσματος, αλλά και κάλυψε τις επισκευές που απαιτήθηκαν στα διαμερίσματα του τετάρτου ορόφου, ιδιοκτησίας Κ. και Π., οι οποίες προκλήθηκαν από το διαμέρισμά της. Στη λύση αυτή οδηγήθηκε η εκκαλούσα, διότι κρίθηκε πιο συμφέρουσα, ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω ζημίες στο διαμέρισμα, αλλά και τυχόν μελλοντικές ζημίες από την πρόσκαιρη επιδιόρθωση των βλαβών, σύμφωνα και με τις από 14.12.2011 και 30.01.2012 εκθέσεις του υδραυλικού Π.
Π.. Για την αποκατάσταση των ως άνω ζημιών, η εκκαλούσα δαπάνησε συνολικά το ποσό των 18.751,29 ευρώ, και συγκεκριμένα, κατέβαλε το ποσό των 450 ευρώ στον υδραυλικό Π. Π., σύμφωνα με την με αρ.150/28.02.2012 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, το ποσό των 10.422,69 ευρώ στην εταιρεία ηλεκτρομηχανολογικών - ενεργειακών μελετών και εφαρμογών με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", για την αποξήλωση των σωληνώσεων της παλαιάς εγκατάστασης θέρμανσης και την εγκατάσταση νέου δικτύου αυτόνομης θέρμανσης, σύμφωνα με τις υπ' αρ. 43/30.03.2012, 55/27.08.2012 και 70/30.04.2013 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της ως άνω εταιρείας, το ποσό των 3.616,50 ευρώ στον έμπορο ξυλείας Σ. Δ., για την αγορά δρύινων παρκέτων, σοβατεπί και λοιπών υλικών για την αποκατάσταση του δαπέδου του σαλονιού του διαμερίσματος, σύμφωνα με την με αρ. 1397/11.07.2013 απόδειξης λιανική πώλησης, το ποσό των 61,50 ευρώ στον αυτοκινητιστή Π.
Φ., για τη μεταφορά των παρκέτων, σύμφωνα με την με αρ. 4111/11.07.2013 απόδειξης μεταφοράς. Επίσης, κατέβαλε το ποσό των 1.695 ευρώ στον υπεργολάβο πατωμάτων Ε. Ι., για την αποξήλωση και τοποθέτηση των ξύλινων δαπέδων, σύμφωνα με την υπ' αρ. 72/12.07.2013 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ως άνω και το ποσό των 2.706 ευρώ στον υπεργολάβο οικοδομών Α.
Α., για τις εργασίες ελαιοχρωματισμού του διαμερίσματος, σύμφωνα με την υπ' αρ. 3 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ως άνω. Για την κάλυψη των εργασιών ελαιοχρωματισμού του κάτωθεν του επίδικου διαμερίσματος, η εκκαλούσα οφείλει να καταβάλλει το ποσό των 1.200 ευρώ, σύμφωνα με την προσφορά του ελαιοχρωματιστή Κ..
Συνεπώς, η ζημία που υπέστη η εκκαλούσα από τη διάρρηξη των σωληνώσεων του διαμερίσματος της ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 19.951,29 ευρώ, το οποίο η εφεσίβλητη οφείλει να καταβάλλει στην εκκαλούσα, ως ασφάλισμα από τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση, απαλλασσόμενη από την ευθύνη της για το 10% κατά τον συμφωνηθέντα όρο της σύμβασης, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από την ασφαλιστική αποζημίωση, όπως βάσιμα ζητεί η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία.
Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η επίδικη ζημία οφείλεται στην εκ της χρήσης φθορά ή στη γήρανση των υλικών και συνεπώς, εξαιρείται και δεν καλύπτεται από τη σύμβαση, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι αυτή δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι η εκκαλούσα ενημερώθηκε για την παρέκκλιση κατά τον στην μείζονα σκέψη αναφερόμενο τρόπο (γραπτώς ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σε αυτήν ασφαλιστηρίου) και ότι χορηγήθηκε στην εκκαλούσα έγγραφη δήλωση εναντιώσεως, η τελευταία δε, δεν εναντιώθηκε γραπτώς μέσα στην μηναία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου.
Επιπλέον, ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι οι επίδικες ζημίες δεν αφορούν το συγκεκριμένο συμβάν, αλλά προγενέστερο συμβάν της 04.01.2010, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, καθώς η προσκομιζόμενη πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται σε διαφορετικές ζημίες από τις επίδικες.
Συνεπώς, η εφεσίβλητη οφείλει να καταβάλει στην εκκαλούσα το ποσό των 17,956,16 ευρώ, απορριπτομένου ως αόριστου του αιτήματός της για αφαίρεση του αναλογούντος Φ.Π.Α...". Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το ως άνω Δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο, εσφαλμένως εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 2 και 5 του Ν. 2496/1997, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ με τον δεύτερον αναιρετικό λόγον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι αυτή στερείται αιτιολογιών, άλλως ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εξαίρεση της σχετικής ασφαλιστικής κάλυψης λόγω φυσιολογικής φθοράς του σωλήνα που διερράγη και εξαιτίας αυτού προκλήθηκαν οι παραπάνω ζημίες.
Με τις προαναφερθείσες όμως παραδοχές το ως άνω Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο και συγκεκριμένα, δεχόμενο ότι οι ως άνω περιγραφόμενες ζημίες προκλήθηκαν λόγω βλάβης του αυτόματου πλήρωσης, με αποτέλεσμα να ανέβει η πίεση του νερού και να σπάσει κάποια εσωτερική σωλήνα του δικτύου, απορρίπτοντας ως ουσιαστικώς αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας ότι δηλαδή η παραπάνω ζημία οφείλεται σε φυσιολογική φθορά του σωλήνα που διερράγη και ως εκ τούτου η προκληθείσα ζημία εξαιρείται και δεν καλύπτεται από την σχετική ασφαλιστική σύμβαση, αλλά και επί πλέον γιατί ο παραπάνω υποβληθείς σχετικός αυτός ισχυρισμός αλυσιτελώς προβλήθηκε εκ μέρους της (αναιρεσείουσας), αφού αυτή δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενημερώθηκε για την σχετική παρέκκλιση από την ασφαλιστική σύμβαση γραπτώς ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σε αυτήν ασφαλιστηρίου και ότι χορηγήθηκε στην εκκαλούσα έγγραφη δήλωση εναντιώσεως, ενώ η τελευταία δεν εναντιώθηκε γραπτώς μέσα στην μηνιαία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του Ν. 2496/1977, απορριπτομένης ως αβάσιμης της σχετικής αιτιάσεως της αναιρεσείουσας.
Επί πλέον η προσβαλλομένη απόφαση έχει νόμιμη βάση, αφού περιλαμβάνει τις προαναφερθείσες αιτιολογίες, οι οποίες καλύπτουν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και ήταν εφαρμοστέοι, εν προκειμένω, είναι σαφείς, πλήρεις, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή και, συνακόλουθα, δεν παραβίασε αυτούς, εκ πλαγίου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Κατά συνέπειαν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ, καθώς και ο τρίτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 5, ορθώς, όμως, εκτιμώμενος και αυτός, κατά το νοηματικό περιεχόμενό του ως από τον αριθ. 6 του ιδίου άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως ότι περιλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το υποβληθέν αίτημά της για περιορισμό του αιτηθέντος ύψους ασφαλίσματος, είναι αβάσιμοι, πέραν του ότι ο ίδιος λόγος εκτιμώμενος από τον αριθμό 5 άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα είναι και πάλι αβάσιμος καθόσον το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, αντιμετώπισε τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτόν που τον συγκροτούν Εν όψει των προαναφερθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 539/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί αυτή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού προς τούτο υποβληθέντος αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως ειδικότερα αναφέρεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 539/20218 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους της αναιρεσείουσας παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ